30 Νοε. 2022

Περί πλειστηριασμών στέγης

Η υφαρπαγή στεγαστικών περιουσιών

απόδειξη βαθιάς κοινωνικής κρίσης

Οι πλειστηριασμοί στεγαστικών περιουσιών των μικρομεσαίων την Ελλάδα συμπίπτει -αν δεν ταυτίζεται, όχι μόνο χρονικά, αλλά και σε επίπεδο συμπτωματολογίας του φαινομένου- με τη μνημονιακή δεσποτεία που επιβλήθηκε στη χώρα μας από το 2010 και επί μια δεκαετία.

Φυσικά, δεν είναι αυτό το σημείο και το θέμα πάνω στο οποίο θα μπορούσε να εξαντληθεί η κριτική, που από απλή εφαρμογή των στοιχείων της επιστήμης των οικονομικών καταλήγει απνευστί στο συμπέρασμα ότι τα μνημόνια υπήρξαν ατυχέστατη επιλογή χειρισμού των συνεπειών της νομισματοπιστωτικής κρίσης 2008-2019. Μάλιστα, κατά μία έννοια, ακριβώς η επιμονή των υποστηρικτών αυτής της επιλογής να τη δικαιολογήσουν με προσφυγή στον όρο της αναγκαιότητας (αντί της αναζήτησης της πλέον δόκιμης λύσης από το πλουσιότατο οπλοστάσιο του κλασσικού καπιταλισμού, που θα ήταν η προτιμητέα και πολιτικά ορθή μέθοδος), είναι μια καθαρή επιβεβαίωση της ανομολόγητης αναγνώρισης ότι τα μνημόνια δεν ήταν η επιβεβλημένη οδός.

Όπως και νά ‘ναι,  εδώ, στους πλειστηριασμούς στεγαστικών περιουσιών μικρομεσαίων, ανιχνεύεται ίσως πιο ανάγλυφα από κάθε άλλη περίπτωση η ελληνική ιδιαιτερότητα της ευρωπαϊκής πτυχής στην οικονομική κρίση 2010-2019. Επίσης, στο ίδιο σημείο επιβεβαιώνεται γιατί επλήγη από την οικονομική κρίση προνομιακά και με ιδιαίτερη σφοδρότητα η μεσαία τάξη και οι μικροαστοί της Ελλάδας. Μια κοινωνική σε μεγάλο μέρος ανατροπή, που προκάλεσε τριγμούς γενικότερης αποσταθεροποίησης της ελληνικής σχέσης με τη δύση και πιο συγκεκριμένα με την ΕΕ. Ταυτόχρονα, η μεγαλη αυτή κοινωνική ανατροπή 2010-2015 έγινε η αιτία για την εκδήλωση νεοναζιστικών και νεοφασιστικών πολιτικών παρατάξεων, που κάκιστα από τους πολιτικούς αναλυτές στη χώρα μας είθισται να θεωρούνται περίπου ταυτόσημο πολιτικό σώμα με το ακροδεξιό υπόλειμμα της επταετούς δικτατορίας, που ως «Εθνική Παράταξη» έλαβε 7% στις εκλογές του 1974.     

Πριν μπούμε στο ζήτημα των πλειστηριασμών καθαυτό, λίγες ακόμη σχετικές πολιτικές σκέψεις: 

- Η προνομιακή ζημία σε βάρος της μεσαίας τάξης και των μικροαστών στην Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης 2010-2019 στην Ευρώπη, υποδηλώνει και τη διαφορετικότητα των μικρομεσαίων στρωμάτων στη χώρα μας σε σύγκριση με τις ανάλογες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στις χώρες-μέλη της ΕΕ. Σ’ όλη την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη (αλλά εν προκειμένω και στις ΗΠΑ) η απώλεια εισοδήματος και πλούτου λόγω της οικονομικής κρίσης περίπου ισοκατανέμεται μεταξυ όλων των κοινωνικών τάξεων. Αντίθετα, στην Ελλάδα είναι φανερή η ιδιαίτερη σφοδρότητα με την οποία επιπίπτει η κρίση στα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα. Η διαφορά αυτή εν μέρει ερμηνεύει και την απόκλιση της Ελλάδας ως προς τις πολιτικές αντιδράσεις έναντι άλλων χωρών-μελών της ΕΕ, ανάμεσά τους και μεσογειακές χώρες, όπου στα τεχνικά στοιχεία των συνεπειών της νομισματοπιστιωτικής κρίσης ανιχνεύονται κατά τα άλλα πολλές άλλες ομοιότητες με την Ελλάδα (υψηλό εξωτερικό χρέος, υπερθέρμανση του τραπεζικού τομέα κ.λπ)..

Έχει, φρονώ, μεγάλο ενδιαφέρον ότι από την περιπέτεια αυτή συνάγεται και ένα κατά τη γνώμη μου σαφές πολιτικό συμπέρασμα: Ο εντονότατος κοινωνικός και πολιτικός συντηρητισμός των μικροαστικών στρωμάτων στην Ελλάδα! Φαινόμενο, που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη, όπου η εν λόγω κοινωνική ομάδα (οπωσδήποτε οριζόμενη σε διάφορες εποχές και συγκυρίες) υπήρξε πολιτικός καταλύτης για την κατάκτηση και την εμπέδωση ισορροπημένων μοντέλων κοινωνικής οργάνωσης στο πλαίσιο του λεγόμενου κοινωνικού κράτους. Μάλιστα στην Ελλάδα παρά το βάθος και την ένταση της κρίσης τα στρώματα αυτά αντί να διοχετευθούν πολιτικά σε ριζοσπαστικοποιημένα κινήματα τροφοδότησαν πολιτικά και εξακολουθούν  να τροφοδοτούν συντηρητικές και δεξιές πολιτικές δυνάμεις (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Ποτάμι κ.λπ.), κατι που συμβαίνει ακόμη και σήμερα, τη στιγμή η οικονομική κρίση επανακάμπτει με ορμή στη μεταπανδημική περίοδο.      

- Πρέπει να κατανοηθεί στο σημείο αυτό ότι η απώλεια στέγης σε συνθήκες οικονομικής κρίσης είναι τελείως διαφορετική πολιτικά και κοινωνικά, από τη μείωση του εισoδήματος των νοικοκυριών στο πλαίσιο περιοριστικών εισοδηματικών πολιτικών για τον έλεγχο των συνεπειών της. Οι διαδικασίες και οι λειτουργίες επανασυγκρότησης του κοινωνικού και εισοδηματικού status μετά από μια μείωση του εισοδήματος, απέχει πολύ από την απώλεια στέγης και την ανάγκη αναπροσαρμογής του τρόπου ζωής χωρίς μόνιμη κατοικία. Παρ’ όλ’ αυτά, ενώ θα αναμενόταν πολιτικά εντονότερη τάση πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης των μικρομεσαίων λόγω απώλειας της στέγης τους, αντίθετα στην Ελλάδα παρατείνεται η παραμονή των πληττόμενων κοινωνικών ομάδων σε συνηρητικές πολιτικές προτιμήσεις. (Και ίσως στο σημείο αυτό ερμηνεύεται σε κάποιο βαθμό και η μικρή δυνατότητα διείσδυσης του ΣΥΡΙΖΑ σε τέτοια κοινά).

Τέλος, για να συζητηθεί το θέμα των πλειστηριασμών από τράπεζες ή υποκατάστατά τους ακίνητης περιουσίας που προορίζεται για στέγαση και όχι για εκμετάλλευση θα πρέπει να γίνει αναφορά στο συμβολικό στοιχείο της υπόθεσης, που την Ελλάδα βαρύνει πολύ, ιδίως στα μικρομεσαία και εισοδηματικά επισφαλέστερα στρώματα.  

Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική διαφορετικότητα σχετικά με τον τραπεζικό δανεισμό για την απόκτηση στέγης εντοπίζεται κατά την αντίληψή μου σε τέσσερα βασικά στοιχεία:      

1. Ότι το κύριο κύμα τραπεζικού δανεισμού για στέγαση στην Ελλάδα στηρίζεται στην προσπάθεια κάλυψης πραγματικών στεγαστικών αναγκών των εισοδηματικά πιο αδύναμων πολιτών. Τούτο σε συνέχεια της στεγαστικής πολιτικής της δεκαετίας του 1980, που κι αυτή είναι συνέχεια του κινήματος των αστικών πολυκατοικιών της δεκαετίας του 1960 και της πρώτης περιόδου του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στη χώρα μας, δηλαδή, κυριαρχεί, τουλάχιστον στην πρώτη φάση του κύματος στεγαστικών δανείων, η επιδίωξη απόκτησης στέγης (ή βελτίωσής της), και όχι το επενδυτικό κεφαλαιακό σημείο της δραστηριότητας του real estate.

Αξίζει να σημειωθεί, επιπροσθέτως, ότι το κύμα χορήγησης στεγαστικών δανείων που εκρήγνυται από το 2.000 και εντεύθεν υποκαθιστά πλήρως την οργανωμένη στεγαστική πολιτική που ασκεί ως τότε το κράτος, υπό την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου (κρατική στεγαστική τράπεζα, Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας, στεγαστικοί συνεταιρισμοί υπό τον έλεγχο της αυτοδιοίκησης κ.λπ.).. Η αντίπαλη πολιτική σχέση του Κώστα Σημίτη με τις κοινωνικές πολιτικές της εικοσιπενταετίας 1981-1996, είναι εμφανής και στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτυπώνεται με την βαθμιαία αλλά σε σύντομο χρόνο απόσυρση των κρατικών στεγαστικών πολιτικών που έχουν προηγηθεί και την πλήρη υποκατάστασή τους από την εισβολή στον κλάδο των ιδιωτικών τραπεζών. Ο τρόπος και ο χρόνος εκδήλωσης αυτής της καίριας μεταβολής δημόσιας στεγαστικής πολιτικής σηματοδοτεί και την αλληλουχία των κύριων αιτίων για το ξέσπασμα του φαινομένου των πλειστηριασμών κατοικιών με τη σημερινή μορφή του, που προσέλαβε δραματικό τόνο με την επέλευση των μνημονίων και τελευταία με την οριστική απόσυρση από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη κάθε μέριμνας για την προστασία της στέγης των μικροομεσαίων.

2. Ότι στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες η κοινωνική σταθερότητα είναι προϋπόθεση για την τραπεζική πίστη, και όχι το αντίστροφο, όπως πλασσάρεται τα τελευταία χρόνια ως συστημική κανονικότητα το δεύτερο. Κάτω απ’ αυτή τη σκέψη ο όρος «στρατηγικοί κακοπληρωτές» που υιοθετήθηκε για να συμπεριλάβει σε μια ενιαία κατηγορία τελείως διαφορετικές ανάμεσά τους περιπτώσεις δανείων που δεν κατέστη δυνατό να εξυπηρετηθούν, αφορά σε μια καθαρά πολιτική απόφαση κατάταξης όλων των δανείων (συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και των στεγαστικών για κάλυψη της οικιστικής ανάγκης), σε μια συμπτωματολογία συνδεόμενη εντέχνως με την μομφή περί δημοσιονομικής σπατάλης, ενώ τα δάνεια για απόκτηση πρώτης κατοικίας σε καμιά περίπτωση δεν αφορούν σε κάτι τέτοιο. Έτσι, η ταύτιση τεχνηέντως μιας κατηγορίας δανειοληπτών που κερδοσκόπησαν μέσω της λήψης στεγαστικών δανείων και με σκοπό τη συσσώρευση πλούτου και όχι την κάλυψη στεγαστικής ανάγκης, με δανειολήπτες από τη μικρομεσαία τάξη που απέκτησαν με δανεισμό στέγη, εκτός από το τελείως άστοχο του παραλληλισμού υποκρύπτει και την ανέντιμη πολιτική σκοπιμότητα διεκδίκησης κατοικιών που δεν έχουν εκ των πραγμάτων τις ίδιες κοινωνικές λειτουργίες και επιδράσεις, αλλ’ ούτε και σχετίζονται και επιδρούν στην οικονομία με τον ίδιο τρόπο, για να μπορούν να τύχουν  της ίδιας πιστωτικής μεταχείρισης. Άλλο ακίνητα για στέγαση, άλλο η επιδίωξη αύξησης του τρέχοντος εισοδήματος με τοποθέτηση αποθεματικών στον κλάδο των ακινήτων και εκμετάλλευση των ακινήτων να ενοικίαση, και άλλο η επένδυση αποθεματικών  κεφαλαίων με σκοπό τη διασφάλιση συσωρευμένου και νέα αποθεματοποίηση πλούτου.

Σημειωτέον επίσης ότι στα στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν δεν έτυχαν καμιάς προστασίας και ακίνητα από κληρονομιές στην περιφέρεια (που αναπαλαιώθηκαν μέσω δανεισμού και χωρίς άλλο κίνητρο παρά την εξασφάλιση κάποιας στεγαστικής μέριμνας για τους κατιόντες), αλλά και λαϊκής δεύτερης στέγης (φθηνά εξοχικά, και  αναπαλαιώσεις κληρονομημένων παλιών οικογενειακών καταλυμάτων στα χωριά  κ.λπ.). Έτσι, εδώ άνοιξε πολύ η  βεντάλια των δυνάμει διεκδικήσιμων από τις δανείστριες τράπεζες κατοικιών αλλά και αδόμητης γης, σε μια τελείως αδόκιμη και ασύμπτωτη με την έννοια και τις ανάγκες της λεγόμενης τραπεζικής πίστης.  Γι’ αυτόν σε κάποιο βαθμό είναι κενή ουσιωδών πολιτικών σημαινομένων η χρήση του όρου «προστασία της πρώτης κατοικίας» (και μόνο μια άμεση λαϊκή κινητοποποίηση το αντιμετωπίζει αυτό) και λειτουργεί περισσότερο ως πρόσχημα για την ανταλλαγή πολιτικών διαξιφισμών μεταξύ κομμάτων που ενεπλάκησαν στο θέμα της στεγαστικής πολιτικής εντός μνημονίου.

Με βάση τα παραπάνω ο όρος «στρατηγικοί κακοπληρωτές» για μεγάλες κατηγορίες στεγαστικών δανείων κάλυψης ανάγκης (στο πλαίσιο μιας στεγαστικής πολιτικής ενός οργανωμένου κράτους) και όχι κερδοσκοπίας ή απόπειρας διεύρυνσης του τρέχοντος εισοδήματος του δανειολήπτη ή πλουτισμού, πάσχει σαβαρά νοηματικά και επί της ουσίας και τελικά είναι τελείως καταχρηστικός και πρέπει κατά πολιτική προτεραιότητα να εγκαταλειφθεί, συμπαρασύροντας σε μια γενική αναθεώρηση της πολιτικής των πλειστηριασμών ακίνητων για αποπληρωμή ληφθέντων δανείων.

Η θεσμοθέτηση ενός δείκτη χρηστικότητας και τρόπου χρήσης κάθε ακινήτου που απειλείται με πλειστηριασμό λόγω αδυναμίας αποπληρωμής ληφθέντος τραπεζικού δανεισμού για την απόκτησή του, θα διευκόλυνε τόσο την οικονομία όσο και τις τράπεζες και θα συνέβαλε στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων που σήμερα έχουν καταλήξει στα περίφημα funds.     

3. Επί πλέον, πρακτικά τα στεγαστικά δάνεια και οι πλειστηριασμοί που αφορούν στα μη εξυπηρετούμενα απ’ αυτά, πρέπει να υπογραμμιστεί με έμφαση ότι έχουν τύχει περίπου της ίδιας πιστωτικής μεταχείρισης με τα επιχειρηματικά μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με την απόλυτη ανοχή -αν όχι την προτροπή- του κράτους. Δεν χρειάζεται βεβαίως να πλατειάσουμε στο σημείο αυτό πολύ, για να γίνει αντιληπτό το αδόκιμο του χειρισμού ως προς το σημείο αυτό. Ιδίως αν σημειωθεί ότι η διεκδίκηση ακίνητης περιουσίας από τις τράπεζες αποσκοπεί στην ανάληψη εμπράγματων αξιών για τα χαρτοφυλάκιά τους, ενώ στην πληθώρα των περιπτώσεων επιχειρηματικών δανείων οι αξίες είναι αμελητέες και πολλές φορές αφορούν σε εταιρείες «ζόμπι».  

4. Τέλος, το ζήτημα της μαζικής χορήγησης στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες και σε αντικατάσταση της ως τότε κρατικής στεγαστικής πολιτικής  συμπίπτει με τη γενικότερη ραγδαία τραπεζική επέκταση και την υπερθέρμανση του κλαδου, ήδη από τα μέσα της δεακετίας του 1990, πράγμα που συμπαρασύρει την οικονομία σε δίνη ανατιμητικών πιέσεων, οι οποίες ιδίως για τη στεγαστική πολιτική οδηγεί σε αυξήσεις ανά τιμή μονάδας, τελείως παράλογες. Στην Ελλάδα δηλαδή, με την ανοχή αν όχι την υποκίνηση της ΕΚΤ και των ευρωπαϊκών τραπεζών, η τραπεζική επέκταση βασίζεται κατά σημαντικό βαθμό στον δανεισμό για στέγη, ενώ σ΄όλη την υπόλοιπη Ευρώπη σε επέκταση επενδύσεων, με συνέπεια τα μειονεκτικά αναπτυξιακά δεδομένα για την Ελλάδα σε σύγκριση με την ευρωζώνη να αποκαλυφθούν στη συνέχεια και να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην αναξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας έναντι των αγορών, με κορύφωση το πτωχευτικό περιστατικό του 2010. Και τούτο, ενώ για την Ελλάδα ακριβώς εκείνη την περίοδο το σημαντικό ζήτημα ήταν η τόνωση των επενδύσεων και όχι η πολιτική έντασης συσσώρευσης κεφαλαίων, όπως συνέβαινε στην ευρωζάνη. Οι παραπάνω αναφορές ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο συρμός της σοϊμπλικής ρητορικής περί σπατάλης (και όχι μόνο για την Ελλάδα) υπήρξε η κεντρική ευρωπαϊκή άποψη για την έκρηξη της κρίσης χρέους, ενώ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο, μονολότι αναμφίβολα έλαβε χώρα και καταναλωτικός συβαριτισμός των ελλήνων ως το 2010.     

Συνοψίζοντας, θα μπορούσε να υποστηριχτεί βασίμως ότι στην ελλαδα δεν κυριαρχεί για μεγάλο χρονικό διάστημα το κερδοσκοπικό στοιχείο στη στεγαστική πολιτική ασκουμένη διά του τραπεζικού δανεισμού.

Επίσης, δεν παρέλκει να τονιστεί εδώ σε συνάρτηση με το ζήτημα των πλειστηρισμών ακίνήτων στην Ελλάδα ότι η άκρατη ιδιωτικοποίηση της στεγαστικής πολιτικής διά των τραπεζών καταλήγει μετέπειτα σε διπλή επιβάρυνση των δανειοληπτών, λόγω του ότι πρόκειται για χρέος που δεν αθροίζεται στο δημόσιο, με συνέπεια να μην προκύπτουν για τις τράπεζες και κατ’ επέκταση για τους δανειολήπτες τα οφέλη που προέκυψαν κατά το κούρεμα του ελληνικού δημόσιου  χρέους (PSI+), πριν δέκα έτη. Αν η στεγαστική πολιτική στην Ελλάδα είχε παραμείνει τότε κατά κύριο λόγο κρατική πολιτική και δεν είχε μετακινηθεί στον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, τότε το συνολικό κόστος του μη εξυπηρετούμενου τραπεζικού δανεισμού για ακίνητα θα είχε μειωθεί δραστικά με το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, προς όφελος των δανειοληπτών.

Η παρατήρηση αυτή είναι ισχυρή απόδειξη ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι προς γενική και άκριτη εφαρμογή, όπως έχει παγιωθεί τεχνηέντως ως εντύπωση στο πλαίσιο του εντατικού οικονομικού νεοφιλευθερισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Αντίθετα, σε κάθε περίπτωση απαιτείται εξονυχιστική προβλεπτική ανάλυση των δεδομένων του προς ιδιωτικοποίηση τομέα. Και είναι ανάγκη να ορθωθεί τείχος επιφυλάξεων κατά της έκδηλα αφαιρετικής θέσης ότι όλα εξαντλούνται στο όφελος του μικρότερου κόστους που δήθεν εξασφαλίζει αυτομάτως ο ανταγωνισμός μεταξύ ιδιωτών, όταν είναι προφανές ότι καιροφυλακτούν τα οργανωμένα καρτέλ σε κάθε τομέα εξανεμίζοντας δραστικά το όφελος για τους καταναλωτές.

Κατακλείδα: Το πρόβλημα των πλειστηριασμών ακίνητης περιουσίας για να αντιμετωπιστεί πειστικά και αποτελεσματικά προς όφελος τραπεζών και δανειοληπτών, πρέπει να συσχετιστεί με την άσκηση της στεγαστικής πολιτικής που ασκείται από το κράτος. Αντίθετα, εμβαλωματικές ρυθμίσεις (με ανομολόγητη επιδίωξη την εύνοια υπέρ των τραπεζών και σε βάρος των δανειοληπτών), αντί να αποφορτίζουν το πρόβλημα το επιτείνουν, ενδυναμώνοντας και τις κοινωνικές πολιτικές συνέπειες του ζητήματος.

 

 

 

 

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας