Απολογισμός του 2022


Η διολίσθηση της Ελλάδας

σε παρακολουθούμενη Δημοκρατία















Καθώς κλείνει το 2022 κατηφορίζουμε στην κωμικοτραγική κατάσταση του κινδύνου να έχουμε «με εντολή πρωθυπουργού» καταταγεί όλοι ανεξαιρέτως στην ομάδα των μεμψίμοιρων εκείνων ανθρώπων, που ακόμη και στις πιο ευτυχισμένες και όμορφες στιγμές μένουν με μια πίκρα στο στόμα. Κι ύστερα, κοιτάμε όλοι μαζί ξανά γύρω μας και βλέπουμε την πραγματικότητα μιας Ελλάδας παρία της Ευρώπης και περίγελου της δύσης, ασφυκτιούσα προδήλως μέσα σ’ έναν βαθύτατα αντιδημοκρατικό και ολοφάνερα καταστροφικό κλοιό σκληρού νεποτισμού, που συνιστά την καθημερινότητά μας αλλά και τη δυσοίωνη προοπτική μας, αν δεν φύγει το ταχύτερο αυτός ο εσμός των αυτουργών αλλά και των με το αζημίωτο συνοδοιπόρων του παρόντος καθεστώτος εκτροπής και ιστορικής απαξίωσης της χώρας.  


Αυτή η εισαγωγή είναι απαραίτητη πριν κανένας σχολιάσει τη χρονιά που φεύγει. Και είναι απαραίτητη, διότι η σημερινή ιδιότυπη πολιτική ποινικοποίηση κάθε προβληματισμού και κάθε αντίδρασης στην «ομίχλη που μπαίνει από παντού το σπίτι» κινδυνεύει να εξαρθρώσει εν τη γενέσει της οποιαδήποτε οφειλόμενη προσπάθεια ανάνηψης και αντιστροφής της πορείας καλπάζουσας παρακμής μας. Με μόνο αίτιο για αυτή την προκαταβολική θανάτωση των ελπίδων όλων μας για κάτι καλύτερο μελλοντικά, το ότι αφού κυβερνάει ο Κυριάκος Μητστοτάκης, έτσι μεταφυσικά και με νοητικούς  αυτοματισμούς μιας υποβόσκουσας υποβαλλόμενης συλλογικής βλακείας, όλα πανε καλά και όποιος διαμαρτύρεται για τα χάλια μας μεμψιμοιρεί.


Να πούμε, λοιπόν, και να υπογραμμίσουμε ότι η Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια κάνει αλλεπάλληλα και μεγάλα βήματα προς τα πίσω. Αυτή είναι η αλήθεια και τίποτα δεν μπορεί να τη φτιασιδώσει!


Οποιοδήποτε στοιχείο, μέτρο, υπολογισμός στατιστική σύγκριση και παραλληλιστική συνεκτίμηση με την υπόλοιπη δύση, φέρνει την Ελλάδα στο πάτο. Στα μακροοικονομικά και μικροοικονομικά στοιχεία, στις καταμετρήσεις θανάτων από τον κορονοϊό, στη διαχείριση του δημόσιου και του ιδιωτικού  χρέους μας, στην ποιότητα των θεσμών της δημοκρατίας μας, στον βαθμό διαφύλαξης και διασφάλισης της ελευθεροτυπίας και της συνακόλουθης ελευθερίας στους δημοσιογράφους να πληροφορούν τους πολίτες, στη σταθερότητα επιλογών και την αποτελεσματικότητα δράσεων προάσπισης των γεωπολιτικών συμφερόντων μας, στην κλίμακα απομείωσης της ελευθερίας και συνεπάγωγης αυτονομίας των πολιτικών εκπροσώπων μας (που έχει πληγεί κατάστηθα από την υπόθεση των παρακολουθήσεων) να λαμβάνουν ανεπηρέαστοι αποφάσεις για το κοινό μέλλον μας, παντού, στην ατομική ελευθερία του καθένα μας, είμαστε ουραγοί στη δύση! Τόσο ως προς τον βαθμό κλιμάκωσης της φθίνουσας πορείας μας τα τελευταία 3 χρόνια, όσο και σε απόλυτες κατατάξεις ένταξης της χώρας μας στις ισχύουσες διεθνείς αξιολογήσεις της θέσης της, βρισκόμαστε πάντα στον πάτο.        


Ας δούμε μόνο τη σύγκριση της Ελλάδας με χώρες των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης, από τις οποίες η χώρα μας υπερτερούσε καθαρά μέχρι πρόσφατα (ακόμη και μετά την έξοδο από τα μνημόνια) στους διεθνείς καταλόγους αξιολόγησής μας. Με τις διπλανές μας Βουλγαρία και Ρουμανία, που ούτε καν χώρες-μέλη της ευρωζώνης δεν είναι, η σύγκριση δια γυμνού οφθαλμού άγει στο συμπέρασμα ότι εκείνες έχουν βελτιώσει αισθητά τη θέση τους μέσα στον δυτικό κόσμο, ενώ η Ελλάδα πέφτει χαμηλότερα. Το ίδιο ισχύει και με τις χώρες της Βαλτικής μέλη της ΕΕ. Κι όλ’ αυτά, στο ίδιο  δυσμενές για όλες ανεξαιρέτως τις χώρες διεθνές περιβάλλον, λόγω του πολέμου και της μακράς κρίσης του δυτικού οικονομικού συστήματος.


Δεν είναι δηλαδή ότι παλεύουμε με τα δύσκολα εμείς μόνο. Αντίθετα, η τραγική κατηφόρα της Ελλάδας αποκαλύπτεται στη συγκριτική επιδείνωση της θέσης μας σε σχέση με τις άλλες χώρες, όταν ολόκληρη η δύση διέρχεται τη χειρότερη εποχή της από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι εδώ καταρρέει με μεγάλο θόρυβο ο κατασκευασμένος από εξαγορασμένα μέσα ενημέρωσης  μύθος ότι «τα καταφέρνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης» στα δύσκολα. Όχι μόνο δεν τα καταφέρνει, αλλά μας ρίχνει όλο και πιο χαμηλά!


Πρέπει δε στο σημείο αυτό να τονίσω την άποψή μου ότι η τελευταία χρόνια ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική για την Ελλάδα! Διότι πια από τα διάφορα στατιστικά στοιχεία, από τα μακροοικονομικά αλλά και τα γεωπολιτικά σημεία σαφούς υποχώρησής μας των 2-3 χρόνων που προηγήθηκαν, σήμερα φαίνεται πως έχουμε φτάσει στην επιβεβαίωση ποιοτικής μεταστροφής της χώρας σε προβεβλημένο παράδειγμα προς αποφυγή μέσα στον δυτικό κόσμο. Αυτό καταμαρτυρούν οι ευρείες ηθικές απαξίες σε βάρος μας, με τις παρακολουθήσεις, την ανοιχτή βία κατά δημοσιογράφων αλλά και κατά απλών πολιτών, την αποδιδόμενη διαφθορά σε  εκπροσώπους μας στα κέντρα λήψης των συλλογικών ευρωπαϊκών αποφάσεων, την αδιαφορία των συμμάχων μας για τις ευθείες αμφισβητήσεις κυριαρχικών και άλλων ελληνικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την ανατολική μεσόγειο. 


Μ’ άλλα λόγια η Ελλάδα συνθλίβεται  μπροστά στα μάτια ολόκληρης της δυσης, υπό τα κλασσικά συμπτώματα μιας χώρας σε δίνη παράλυσης και ηθικής-πολιτικής κατάπτωσης, που μόνο με τη διεθνή απαξία που γνώρισαν οι ΗΠΑ επί Τραμπ μπορεί να παραλληλιστεί.


Το γελοίο επιχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη, για παράδειγμα, ότι θα έχουμε, λέει, υψηλότερη ανάπτυξη από τις άλλες χώρες-μέλη της ευρωζώνης δηλώνει και το μέγεθος της απάτης που εκφράζει λόγω και έργω ο άνθρωπος αυτός ενώπιόν μας. Διότι φυσικά οι χώρες με την μεγαλύτερη ύφεση θα έχουν μεγαλύτερη αντίδραση αναπτυξιακής εκτίναξης μετά το υφεσιακό ναδίρ, όπως αυτό καταγράφτηκε το 2020 λόγω της πανδημίας. Έτσι, ενώ το 2020 η ύφεση στην ευρωζώνη λόγω της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων δεν ξεπέρασε το 7%, στην Ελλάδα κινήθηκε πάνω από 9%. Δηλαδή, ακόμη και η οριακά υψηλότερη ανάπτυξη που προβλέπεται για την Ελλάδα το 2023 σε σύγκριση με την υπόλοιπη ευρωζώνη, δεν αρκεί για να καλύψει τις αυξημένες για την Ελλάδα απώλειες στην οικονομία μας ένεκα της πανδημίας. Αποτέλεσμα: Η αθροιστική υφεσιακή επίπτωση  για την Ελλάδα την τριετία 2020-2023 φέρνει την Ελλάδα σε χειρότερη θέση μέσα στην ευρωζώνη σε σύγκριση με τη θέση που είχε πριν ξεσπάσει η πανδημία.


Επομένως, ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως ανερυθρίαστα ψεύδονται μπροστά στα μάτια μας οι εκπρόσωποι της σημερινής κυβέρνησης. Σε χειρότερη θέση παραδίδεται η χώρα στους έλληνες πολίτες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, σε σύγκριση με την κατάσταση που ο ίδιος την παρέλαβε, μετά τρισίμιση έτη διακυβέρνησής του! Αυτή είναι η αλήθεια!        


Εδώ, όμως, πρέπει να γίνει μια ακόμη καίρια διάκριση! Και χρειάζεται να κάνουμε αυτή τη διακριση με επιμονή, διότι εντέχνως επιχειρείται η σημερινή καταστροφή να αποδοθεί στη δεκαετή περίοδο από την έλευση των μνημονίων ως δήθεν ενιαία πολιτικο-οικονομική φάση για τη χώρα, ενώ δεν είναι. Και αναλαμβάνεται αυτή η απόπειρα διαστροφής της πραγματικότητας από τα κυβερνητικά φερέφωνα, ώστε να αποφευχθεί η εντύπωση ότι η καταστροφή τα τελευταία τρισίμιση  χρόνια φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Κυριάκαου Μητσοτάκη, μόνον αυτού, και κανενός άλλου πριν απ’ αυτόν!


Οφείλουμε, λοιπόν, να αντιδιαστέλλουμε για λόγους στοιχειώδους ανταπόκρισης στην πραγματικότητα την περίοδο της μνημονιακής λαίλαπας από την απολύτως εσωτερικών πολιτικών αιτίων ραγδαία αποδόμηση της Ελλάδας, ως ιστορικής, πολιτισμικής και γεωπολιτικής οντότητας, με αυξημένο ως πριν τρία χρόνια λόγο ένεκα θέσης και ιστορίας στην νοτιανατολική Μεσόγειο. 


Τα μνημόνια, ως μέσο αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης χρέους, παρά τις μεγάλες εσωτερικές αστοχίες που δρομολόγησαν από νωρίτερα την εκδήλωση του πτωχευτικού περιστατικού στη χώρα μας, σε μεγάλο μέρος όχι μόνο ελλήνων αλλά και ξένων αναλυτών και παρατηρητών στη δύση, θεωρήθηκαν ως υπερβολική και εκδικητική στάση των συμμάχων μας απέναντι στην Ελλάδα. Είχαν δηλαδή σαφέστατα εξωτερικά αίτια, ως προς την έκταση και το ποιοτικό βάθος της ύφεσης που προκάλεσαν στην ελληνική οικονομία. 


(Και, άλλωστε, η μακροπρόθεσμη σοβαρή αρνητική επίπτωση των συνεπειών των μνημονίων που κληροδοτήθηκαν στην οικονομία και την κοινωνία μας, αποδεικνύει ότι τα μνημόνια υπήρξαν θεμελιώδη και χοντρά λάθη για μια στρατηγικού τύπου διάσωση της Ελλάδας, που φυσικά δεν μπορεί να εξαντλείται στη χρηματοοικονομική διευκόλυνση λόγω της κρίσης εξωτερικού χρέους, αλλά οιφείλει να μεριμνά για τη μεσοπρόθεσμη τουλάχιστον τύχη της «διασωζώμενης» χώρας).   


Σήμερα, 4 χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια και με το χρέος μεσοπρόθεσμα ρυθμισμένο από την απελθούσα κυβέρνηση, μπορεί κανένας στοιχειωδώς σοβαρός παρατηρητής των εξελίξεων να διαγνώσει εξωτερικά αίτια στη σημερινή κατάντια της Ελλάδας; Δεν είναι ολοφάνερο και βοά παγκοσμίως ότι ο σημερινός πρωθυπουργός (μοιραίο όργανο μιας σύγχρονης συλλογικής πολιτικής μωρίας μας) είναι ο αποκλειστικός αιτιολογικός παράγων εμφάνισης, εμπέδωσης και συστημικής εγκαθίδρυσης της τωρινής εικόνας διάχυτης σήψης της χώρας, στο σύνολο των δραστηριοτήτων του δημόσιου βίου μας; 


Φταίνε μήπως η κρίση εξωτερικού χρέους του 2010 και τα μνημόνια για τον όλεθρο στην οικονομία μας, με την Ελλάδα να πλήττεται προνομικά και να αδυνατεί να ανανήψει; Φταίνε για τις χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν από τον κορονοϊό ενώ θα μπορούσαν να έχουν σωθεί αν η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη έκανε το χρέος της; Μήπως ευθύνονται για τους ξυλοδαρμούς πολιτών μέρα μεσημέρι από αστυνομικούς, εν αγορά πλήθουσα; Φταίνε για την καίρια υποχώρηση των μεγάλων συμφερόντων στην ξηρά, τον αέρα και τη θάλασσά μας, στο πλαίσιο της έκδηλης τουρκικής επιθετικότητας σε βάρος της Ελλάδας; Ή άραγε ευθύνονται για τις παρακολουθήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικά όργρνα υπό την άμεση, απόλυτη και αποκλειστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη;          


Μην αναλωνόμαστε άλλο σε ανοησίες! Δεν υπάρχει άλλος ακριβέστερος και πιο παραστατικός απολογισμός για το 2022 από την αποτύπωση της γυμνής αλήθειας: Το 2022 ήταν η χρονιά κορύφωσης της καταστροφής που ζει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Με τη σήψη να έχει πλέον ενσταλαχθεί στο πεδίο του δημόσιου ήθους, που  εικονογραφεί ποιός είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και τί κακό έκανε στον τόπο μας.

Πως διαμορφώνεται το προεκλογικό σκηνικό


Οι «ήσυχες εκλογές» του 2023












Ο δρόμος προς τις κάλπες έχει ήδη ανοίξει διάπλατα, όπως επιβεβαώνεται από σειρά δεδομένων και πληθώρα ενδείξεων αναδυόμενων από τις κινήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ανάμεσά τους, η προφανής επιτάχυνση προς ρυθμίσεις καθαρά ρουσφετολογικού και προεκλογικού χαρακτήρα για το εισόδημα των ασθενέστερων, κοινωνική ομάδα που μετεξελίσσεται στην αχίλλειο πτέρνα της ΝΔ.


Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες από έγκυρους δημοσκόπους, η εισοδηματική κατηγορία στην οποία καταγράφεται η μεγαλύτερη τάση απορροής από τη ΝΔ στην πρόθεση ψήφου και δη και με επιταχυνόμενους ρυθμούς, είναι ακριβώς τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Και δεν απομένει παρά να διαφανεί σε ποιό βαθμό αυτές οι ρουσφετολογικές προεκλογικές παροχές θα μπορέσουν  ανασχέσουν το πρόβλημα για το κυβερνών κόμμα.  


Παρά ταύτα, αυτό που πρωτίστως εντυπωσιάζει καθώς πλησιάζουμε στις κάλπες δεν είναι οι μετακινήσεις ψηφοφόρων, που μάλιστα υπόκεινται σε σημαντικό βαθμό αστοχίας, όπως αποδεικνύουν οι παγιωμένες εδώ και χρόνια καίριες αποκλίσεις και υποεκτιμήσεις ή υπερεκτιμήσεις των δημοσκόπων στις καταγραφές της εκλογικής ισχύος των κομμάτων. Εκείνο που δημιουργεί την εντύπωση του πολιτικά παράδοξου στη σημερινή συγκυρία είναι πως παρά τα όσα βαρύνοντα αρνητικά στοιχεία και πιθανότατα με ιστορικό χαρακτήρα καταγράφονται στον δημόσιο βίο μας, το σκηνικό δείχνει ότι κατευθυνόμαστε στις πιο «ήσυχες εκλογές» εδώ και πολλά-πολλά χρόνια.


Είναι όντως απορίας άξιο: μέσα σε 4 μόλις χρόνια, μπροστά στην πρωτοφανή στο πλαίσιο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων υποχώρηση των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδας στα κυριαρχικά μας δικαιώματα στο Αιγαίο  και την κεντρική Μεσόγειο αλλά και ευρύτερα στις θαλάσσιες ζώνες ελληνικού ενδιαφέροντος, μπροστά στην απώλεια χιλιάδων ανθρώπινων ζωών από την πανδημία λόγω πλημμελέστατης θωράκισης του δημόσιου συστήματος Υγείας (και παρ’ όλο που ο στενότερος συνεργάτης των κυβερνώντων είχε επισημάνει αυτήν την πτυχή της αυξημένης  απώλειας ζωών πολιτών και από αμέλεια ή σκοπιμότητα -μένει να διαφανεί- η κυβέρνηση απέφυγε να πράξει το καθήκον της), μπροστά στη χασματικού χαρακτήρα απώλεια εισοδήματος και την εκτεταμένης κλίμακας αναδιανομή του πλούτου υπέρ των ισχυρότερων, μπροστά σε έκδηλης βαρβαρότητας αυταρχικές κυβερνητικές μεθόδους σε βάρος των θεμελιωδών ατομκών δικαιωμάτων των πολιτών από κρατικά όργανα (μάλιστα -στην περίπτωση των υποκλοπών- κρατικών οργάνων υπό την άμεση, απόλυτη και αποκλειστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη), μπροστά σε μεγάλου ποιοτικού και πρακτικού βάθους και μέχρις εκτροπής πλήγματα κατά των θεσμών του δημοκρατικού πολιτεύματος, πώς (μπορεί να) είναι εξηγήσιμο ότι κατευθυνόμαστε προς τόσο «ήσυχες εκλογές»;


Θα μπορούσαν να ευσταθούν πολλές εξηγήσεις:

- η γενικευμένη απαξίωση της πολιτικής, ως του αντιλαμβανόμενου από τους πολίτες μέσου οργάνωσης της κοινωνίας και επίλυσης των προβλημάτων των πολιτών (ένα ευνοϊκό δηλαδή περιβάλλον για την ενδυνάμωση της ακροδεξιάς και νεοφασιστικών και νεοναζιστικών ομάδων),

-  η μοιρολατρική συμπεριφορική παχυδερμία των εκλογέων. Νοούμενη εδώ ως μοιρολατρία προερχόμενη από το αίσθημα συλλογικής ήττας που κορυφώθηκε αυτά τα τρισήμισυ χρόνια και που διαπερνά την ελληνική κοινωνια, ως εικόνα για την ιδια τη χώρα από τους πολίτες της,

- η ενδυνάμωση των πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών καθεστωτικών κυκλωμάτων μέχρις εκτροπής, δηλαδή μέχρι το σημείο να επηρεάζουν αυτά τα κυκλώματα καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις (όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με την ποδηγέτηση της Βουλής σε δήθεν «εξέταση» του σκανδάλου των παρακολουθήσεων ή, τελευταία, με την άμεση παρέμβαση κορυφαίου δικαστικού λειτουργού για να παρεμποδιστεί ανεξάρτητη αρχή με συνταγματικά κατοχυρωμένα  εποπτικά και ελεγκτικά καθήκοντα να ερευνήσει αν παραβιάστηκαν δικαιώματα πολιτών που προσέφυγαν σ’ αυτή (Κύρτσος και Τέλλογολου που απευθύνθηκαν στην ΑΔΑΕ),    

- η αφασία -κυρίως- της μείζοντος αντιπολίτευσης. Μ’ άλλα λόγια η παγίδευση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (προκαταβολικά και αυτοδεσμευτικά) σε μια εξ αντικειμένου ανεκτική στάση απέναντι σ’ ένα καθεστώς, όπου η θλιβερή πορεία της χώρας, η χειμάζουσα οικονομία της, η προϊούσα αποδυνάμωση της διεθνούς θέσης της, η πορεία εισοδηματικής εξαθλίωσης μεγάλου μέρους των πολιτών της, βοούν αγωνιωδώς για την ανάγκη να απομακρυνθεί η σημερινή κυβέρνηση και κυρίως η μονοπρόσωπη και  μέχρις φαινομένων καισαρισμου και ηχηρού νεποτισμού ηγεσία της. (Και δεν συμπεριλαμβάνω εδώ στην αντιπολίτευση  τουλάχιστον για λόγους αναλυτικής ευκρίνειας το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, διότι είναι ολοφάνερα επισφαλής η προεξόφληση της προγραμματικής προτεραιότητας του κόμματος να εκδιωχτεί το ταχύτερο δυνατό η σημερινή πολιτική πρακτική αλλά και πολλές από τις απόψεις που πρεσβεύουν οι κυβερνώντες από την ευθύνη διακυβέρνησης της πατρίδας).


Το θέαμα πορείας μας προς τις πιο «ήσυχες εκλογές» εδώ και πολλά χρόνια, λοιπόν, θα μπορούσε να εξηγηθεί με πολλούς τρόπους. Συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις ισχύουν περισσότερες από μία εξηγήσεις, Ή ακόμη και όλες οι παραπάνω που ανέφερα πιο πάνω. Ή ακόμη περισσότερες που εγώ δεν εντόπισα.


Όμως, δεδομένο είναι (και παρά το ότι διήλθαμε σχεδόν 4 έτη θλιβερού νεο-μητσοτακισμού) πως το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι δεν διατίθεται πλέον ο χρόνος για τη διάλυση αυτού του αρρωστημένου πολιτικού ιστού που πνίγει την Ελλάδα, με συντεταγμένη αντίδραση της αντιπολίτευσης, με βαριά ευθύνη και της ίδιας γι’ αυτό. Έτσι, θα βαδίσουμε με κάποια αίσθηση προκαταβολικής ματαίωσής μας προς αυτές τις «ήσυχες εκλογές» που έρχονται, χωρίς να μπορούμε να εγείρουμε στο βαθμό που οφείλουμε ως πολίτες δημοκρατικής χώρας τα διλήμματα που αναφύονται από το αποτέλεσμα αυτής της κάλπης και τους κινδύνους ολοσχερούς καταστροφής μας, εάν τυχόν παρατεινόταν η διακυβέρνηση υπό το σημερινό καθεστώς.


Η «ευκαιρία» για μια εξεγερτικού και ανατρεπτικού χαρακτήρα (λόγω της κατάστασης που βιώνουν οι πολίτες) μαζικής αντίδρασης των πολιτών, που θα μπορούσε να εξαρθρώνει εν τη γενέσει τους με συντεταγμένη αντιπολιτευτική δραστηριότητα τις αλλεπάλληλες και πολλές μικρές εκτροπές του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει χαθεί οριστικά.       


Τις εξελίξεις επομένως θα κρίνει πλέον μόνον η κάλπη. Και τούτο είναι η πιο καταλυτική ίσως ευκαιρία που προσφέρεται σ’ έναν καθημαγμένο εισοδηματικά και απαισιόδοξα φορτισμένο έλληνα πολίτη να αποδείξει πως είναι εκείνος και μόνον εκείνος είναι που βαζει την τελευταία -και εκ των πραγμάτων τελικής σημασίας- πινελιά στις εξελίξεις που θα κρίνουν το μέλλον της πατρίδας.   


    

Ο ρόλος της Αστυνομίας σήμερα…


Εργαλείο για τη δημόσια ασφάλεια

ή πολιτικός μηχανισμός εξουσίας;











Η τελευταία δολοφονία 16χρονου νεαρού από αστυνομικό με τη χρήση του υπηρεσιακού όπλου του, καθώς και η συζήτηση που ακολούθησε σχετικά με το προφανώς προεκλογικό επίδομα των 600 ευρώ στα σώματα ασφάλειας του Κυριάκου Μητσοτάκη, αποκάλυψε την αμηχανία του σημερινού πολιτικού προσωπικού, αλλά θα έλεγα και της κοινωνίας ευρύτερα, να ασχοληθεί σοβαρά με το πρόβλημα της συστηματικής βίας που ασκούν οι αστυνομικοί κατά την άσκηση της υπηρεσίας τους.


Το πρόβλημα είναι ολοφάνερο και δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα, αλλά στο σύνολο του δυτικού κόσμου. Θα προσέθετα ότι αφορά στο σύνολο των σημερινών μηχανισμών ενάσκησης κρατικής εξουσίας στην εποχή μας, αλλά με δεδομένο τον αποδιδόμενο ανελεύθερο χαρακτήρα των πολιτικών συστημάτων πέραν της δύσης, φρονώ ότι στη δύση η αστυνομική βία πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής, ως φαινόμενο ενδεικτικό της ροπής προς ανάλογους περιορισμούς των ατομικών ελευθεριών, προκειμένου να υπηρετηθεί ένα συγκεκριμένο νεοφιλεύθερο πολιτικό και οικονομικό μοντέλο διαχείρισης των κοινωνιών. Έτσι, στη Ρωσία, στο Ιράν, στην Κίνα και αλλού, η αστυνομία έχει καταστεί συνώνυμο φαινόμενο με τον αυταρχισμό αυτών των καθεστώτων. Παράλληλα, όμως, μια προσεκτική ματιά στις αναλογίες και τις ομοιότητες του φαινομένου με τη δύση, θα οδηγούσε με ασφάλεια στο εξώφθαλμο συμπέρασμα ότι οι διαφορές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη συστηματική αστυνομική βία στη δύση σε σύγκριση με τις άλλες περιοχές της υφηλίου, καταλήγουν σε μια ιδιότυπη νομιμοποίηση της αστυνομικής βίας στη δύση, αν και οι ταυτίσεις με τα ανελεύθερα καθεστώτα βοούν.


Ακόμη, η ποιοτική εξίσωση του πολιτικού αποτελέσματος που παράγεται από τη χρήση της αστυνομικής βίας στη δύση ως δήθεν νομιμοποιημένης ενάσκησης εξουσίας από κρατικά όργανα, ενώ δεν είναι σε καμιά περίπτωση, αποκαλύπτει την ανάγκη να παρέμβουμε ως δημοκρατικές κοινωνίες και πολιτεύματα στο φαινόμενο, πριν αυτό προσλάβει διαστάσεις συστηματικής εκτροπής και παγίωσης αντιδημοκρατικών μεθόδων διακυβέρνησης.


Έτσι, καλό είναι να μην εξανίστανται και να διαμαρτύρονται πολλοί που ενοχλούνται με τη χρήση του όρου «καθεστώς» για να περιγραφεί η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη την τελευταία 4ετία. Άλλωστε, ακριβώς το φαινόμενο της αυξημένης αστυνομικής βίας με όρους αντιλαμβανόμενης «κανονικότητας» από μεριάς μιας κυβέρνησης αλλά και των πολιτικών κοινών που την εξέλεξαν, αποτελεί διαγνωσμένο ιστορικά σύμπτωμα της τάσης να παρακαμφθούν οι θεσμικές διασφαλίσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος (όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα) για να υπηρετηθούν άμεσοι πολιτικοί σκοποί. Κι αυτό συνιστά, θά ‘λεγε κανένας, ορισμό του όρου «καθεστώς». Μ’ άλλα λόγια, επειδή ασκεί τη βία ένοπλος εκπρόσωπος  μιας κυβέρνησης που εξελέγη με εκλογές, το φαινόμενο εκδήλωσης αστυνομικής βίας δεν καθαγιάζεται ως προς τα κίνητρα που ευνοούν την εμφάνισή του του, ούτε και ως προς τις συνέπειές του, θεσμικές αλλά και στον τρέχοντα βίο μας, τη λεγόμενη «καθημερινότητα».


Σε τέτοιες συνθήκες, οι δολοφονίες πολιτών από την αστυνομία (ή υποκατάστατά της) του καθεστώτος του Ιράν θεωρούνται και είναι δολοφονίες, ενώ ο πυροβολισμός σε ευρωπαϊκή χώρα ενός 16χρονου για ασήμαντο αφορμή με αποτέλεσμα τον θανατό του θεωρείται σχεδόν νόμιμη και σε κάθε περίπτωση για ευρύτατα φιλοκυβερνητικά κοινά στην Ελλάδα επαρκώς δικαιολογημένη αντίδραση των αρχών. Βεβαίως, θα μπορούσε να ευσταθεί το επιχείρημα περί μεμονωμένου περιστατικού. Όμως, ο φόνος του Γρηγορόπουλου, η στάση της αστυνομίας στη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, ο σκοτωμός του Σαμπάνη, τα γεγονότα σε βάρος προσφύγων στο Αιγαίο και τον Έβρο, οι συνήθεις μέχρις ρουτίνας ξυλοδαρμοί πολιτών μέρα μεσημέρι ή και μέσα στο ίδιο το σπίτι τους από αστυνομικούς, ακόμη και ένας αστυνομικός που κορδωνόταν επιδεικνύοντας το πιστόλι του μέσα σ’ ένα ελληνικό πανεπιστήμιο επισφραγίζουν τον συστημικό χαρακτήρα του φαινομένου. Στην καρδιά της Ευρώπης και της ΕΕ και όχι σε κάποια χώρα με αυταρχικό καθεστώς.


Τέλος, υπάρχουν οι οργανωμένες αστυνομικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα, που υπό την πρόφαση «τήρησης της τάξης» ή «επιβολής της νομιμότητας» προφανώς υπηρετούν πολιτικούς ή ακόμη και επιχειρηματικούς σκοπούς ιδιωτών, κατά πλήρη παραβίαση του σκοπού που έχει οριστεί για τα σώματα ασφάλειας σε μια δημοκρατική χώρα. Το Εξάρχεια, οι φοιτητικές διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις για την Παιδεία και οι πορείες δεκδίκησης συνδικαλιστικών αιτημάτων των εργαζομένων σε διάφορους κλάδους, που σχεδόν αναπόφευκτα καταλήγουν σε άσκηση βίας από τους αστυνομικούς κατά των διαδηλωτών, με νέας τεχνολογίας βόμβες και χημικά για την καθυπόταξη κινητοποιήσεων, τις περισσότερες φορές κατά απόλυτη υπερβολή της νοούμενης ως λογικής λειτουργίας της αστυνομίας, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.


Το πρόβλημα δεν είναι καινούριο. Και δεν είναι μόνο ελληνικό, παρά το ότι ο νεο-μητσοτακισμός ρέπει παγίως προς τη χείριστη εκδοχή του. Αν αναζητούσε κανένας τις αφετηρίες του νέου κλίματος βιαιοτήτων των αστυνομιών από τον παλιό παραδοσιακό τρόπο δράσης τους ως μηχανισμοί καθαρής κατάπνιξης των κοινωνικών ενεργοποιήσεων προς τις σημερινές εικόνες υπηρέτησης ανομολογήτων πολιτικών σκοπών (και πάντα με επωδό την άσκηση βίας) νομίζω θα τις εύρισκε στις ΗΠΑ, όπου με τα εγκαίνια του 21ου αιώνα και μετά την 11η Σεπτεμβρίου το δόγμα της «ασφάλειας» οδήγησε σε πρωτοφανή υποβάθμιση των ατομικών ελευθεριών των πολιτών παγκοσμίως.


Νωρίτερα, κυρίως στην Ευρώπη, το παλιό παραδοσιακό δόγμα περί διαφύλαξης της δημόσιας «τάξης» ως απονεμημένου ρόλου της αστυνομίας είχε τεθεί εκποδών, διότι ακριβώς είχε αποκαλυφθεί πως αφορούσε στον πολιτικό χαρακτήρα που απέδιδαν στην αστυνομία οι κρατικές εξουσίες.


Χαρακτηρισμοί εύηχοι και πολιτικά εύπεπτοι, όπως «προστασία του πολίτη», ή άλλες ανάλογες αποκλήσεις και ευφημισμοί υπoκατέστησαν την ονομασία των υπουργείων που χειρίζονται τις αστυνομίες. Όμως οι ευρωπαίοι έχασαν τη μάχη και εγκατέλειψαν τους δημοκρατικούς ευφημισμούς, υποτασόμενοι στη νέα αμερικανική νοοτροπία του δόγματος «ασφάλειας», αντί του παλιού δόγματος της «δημόσιας τάξης». Έτσι, η αλλαγή των ονομάτων στους τίτλους των αρμόδιων για την αστυνομία υπουργείων, αντί να φέρει κάποια αλλαγή και βελτίωση (έστω οριακή) επαναθεμελίωσε την εικόνα του «μπασκίνα» με όρους καθημερινότητας.


Σήμερα ο κλασσικός «μπάτσος» αναβιώνει από τα παλιά, όταν ξυλοκοπούσε τον πολιτικό αντίπαλο της ομάδας που κυβερνούσε (κατά κανόνα ακροδεξιάς και αντιδημοκρατικής), όταν συκοφαντούσε λόγω και έργω τα κινήματα κοινωνικής διεκδίκησης και των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων και όταν έφτανε να οδηγεί στα εκτελεστικά αποσπάσματα πολίτες για τις ιδέες τους, όλοι υποστηρικτές προοδευτικών πολιτικών ιδεολογιών. Στις μέρες μαςμας δεν χρειάζονται τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Η ετυμηγορία ενός απλού αστυνομικού ενδεδυμένου τη στολή του «δικαστή Ντρεντ» απονέμει με συνοπτικές διαδικασίες μια θανατηφόρα σφαίρα στο κεφάλι του εγκληματία, ακόμη και ενός 16χρονου άνδρα για το «έγκλημα των 20 ευρώ».    


Και η εγκληματικότητα; Πώς θα αντιμετωπιστεί; Αυτό θα ρωτούσε κάθε καλοπροαίρετος παρατηρητής των πραγμάτων. Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι μία: Η εγκληματικότητα αντιμετωπίζεται και διακρίνεται διά γυμνού οφθαλμού ακριβώς με τη διαφοροποίηση των αστυνομικών μεθόδων και πρακτικών όταν αντιμετωπίζουν ένα έγκλημα, από τις μεθόδους που μετέρχονται οι αστυνομικοί όταν δρουν σε καθαρά πολιτικό περιβάλλον! Κι αυτή διαφορά στις μέρες μας στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη τείνει προς πλήρη εξαφάνιση!


Ναι, αλλά ο 16χρονος παρανόμησε, θα επέμεναν κάποιοι! Και έτσι θα αποκαλυπτόταν το μεγάλο πρόβλημα δημοκρατίας που παράγει η σημερινή αστυνομία, όταν η ίδια η αστυνομική πρακτική για να αντιμετωπιστεί ένα «έγκλημα των 20 ευρώ», μετατρέπει όλη την υπόθεση σε πολιτικό διακύβευμα. Διότι αυτονόητα είναι ξεκάθαρα πολιτικό το διακύβευμα, όταν πυροβολείται μέχρι θανάτου για 20 ευρώ ένας 16χρονος από στιγματισμένες κοινωνικά κοινωνικές ομάδες, όταν ένας «λευκός» συνομήλικός του από άλλες και μη στιγματισμένες κοινωνικά ομάδες θα ετύγχανε οπωσδήποτε άλλης μεταχείριαης και σήμερα αναμφίβολα θα ζούσε.


Εδώ βρίσκεται και ο άλλος εξαμερικανισμός του «πολιτισμού των εξάσφαιρων», που έχει εισβάλλει στην Ευρώπη υπό το πρόσχημα βελτίωσης της ασφάλειας που παρέχεται στους πολίτες: η αστυνομική βία ως πολιτικό εργαλειο, εφαρμόζεται ως μέσο προνομιακά σε βάρος αδυνάμων και κοινωνικά στιγματισμένων ομάδων. Στις ΗΠΑ είναι οι μαύροι. Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι οι Ρομά, οι πρόσφυγες, οι απεργοί, οι διαδηλωτές, οι εξεγερμένοι φοιτητές και γενικά όσοι αντιδρούν στην έκδηλη κρατική βία που μετέρχεται η αστυνομία.Ο κ. Ινδαρρές ασφαλώς το γνωρίζει πολύ καλά!  


Δύο παρατηρήσεις ακόμη:


  1. Διαπιστώνεται φανερή προϊούσα αδυναμία της αστυνομίας να ελέγξει την κλιμακούμενη πούρα εγκληματικότητα. Αυτό οφείλεται στην ευελιξία με την οποία το γνήσιο έγκλημα αναζητά και εφευρίσκει νέες μεθόδους επιτέλεσης των άνομων σκοπών του, και συγκρούεται ευθέως με την ενδημική δυσκολία των αστυνομικών κρατικών υπηρεσιών να επιδείξουν ανάλογη κινητικότητα και εφευρετικότητα. Έτσι ένα μεγάλο μέρος των αστυνομικών λειτουργιών καταλήγει να διοχετεύεται σε επεμβάσεις πολιτικού κατά βάση χαρακτήρα, απολύτως άσχετες με τον σκοπό ελέγχου της εγκληματικότητας, που υποτίθεται είναι ο πρωτογενής λόγος ύπαρξης των κρατικών σωμάτων ασφαλείας.
  2. Η υπέρβαση των ορίων χρήσης βίας από μεριάς των αστυνομικών οργάνων συνιστά από μόνο του ένα επί πλέον καθαρά πολιτικό ζήτημα, αφού τα πολιτικά αρμόδια για την αστυνομία στελέχη αλλά -δυστυχω΄λς- και μεγάλη μερίδα της δικαιοσύνης καλλιεργούν παγίως το αίσθημα του ακαταδίωκτου για τους αστυνομικούς που βιαιοπραγούν σε βάρος πολιτών.


Όλα τα παραπάνω νομίζω πως κάνουν σαφές ότι πρέπει άμεσα να ανοίξει η δημόσια συζήτηση για τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου της αστυνομίας σε μια ευνομούμενη δημοκρατία, επανατοποθετώντας το πλαίσιο δραστηριοτήτων της στην αντιμετώπιση του πολύ σοβαρού προβλήματος εγκληματικότητας των σημερινών κοινωνιών και με αποτελεσματική αποστασιοποίηση των αστυνομικών από τις αντικειμενικά πολιτικές δράσεις τους.


Η ανάγκη άμεσης αναθεώρησης αυτού του πολιτικού ρόλου των αστυνομικών εκτός από κρίσιμο ζήτημα δημοκρατίας θα συμβάλλει στη βελτίωση των όρων διεξαγωγής της μάχης κατά της εγκληματικότητας, απελευθερώνοντας έμψυχο υλικό που σήμερα περισσότερο παρά ποτέ δεσμεύεται σε λειτουργίες καταστολής (ΜΑΤ, κ.λπ.), προκειμένου αυτό να διατεθεί στην αντιμετώπιση του κοινού εγκλήματος.  




 

Εκτροπή (και ντροπή) από την παρέμβαση Ντογιάκου προς παρεμπόδιση της ΑΔΑΕ να κάνει το καθήκον της


Η δικαιοσύνη  ως εργαλείο πολιτικής











17/12/2022


Μετά τη χθεσινή πρωτοφανή εκτροπή (και ντροπή) από την παρέμβαση Ντογιάκου σε έρευνα που διενεργούσε ανεξάρτητη διοικητική αρχή στο πλαίσιο των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρμοδιοτήτων της, με σκοπό να επηρεαστούν τα ευρήματα που θα προέκυπταν, είναι ολοφάνερο ότι στην Ελλάδα η ηγεσία της δικαιοσύνης εμπλέκεται αναρμοδίως και απολύτως εξωθεσμικά σε πολιτικά παιχνίδια και δη και σε πρακτικά προεκλογική περίοδο.


Η εκτροπή είναι διπλή, διότι εκτός του ότι επλήγη ευθύτατα η συνταγματικά θεμελιωμένη ανεξαρτησία της Αρχής διαφύλαξης του απορρήτου των επικοινωνιών από κορυφαίο λειτουργό της δικαιοσύνης, παραβιάζονται βάναυσα με την ενέργεια Ντογιάκου και τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών, που στο πλαίσιο της νομιμότητας ζήτησαν από το αρμόδιο όργανο (την ΑΔΑΕ) να ελεγχθεί εάν καταπατήθηκαν τα δικαιώματα στο απόρρητο των προσωπικών τους επαφών.


Εάν θεωρούσε αναγκαίο ο κ. Ντογιάκος να παρέμβει (σε κάθε περίπτωση αναρμοδίως) για να προστατεύσει το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας, το μόνο που θα εδικαιούτο να "γνωμοδοτήσει" ήταν ότι η πληροφορία που θα δινόταν στους ενδεχομένως θιγόμενους πολίτες (Κύρτσος και Τέλλογλου) θα έπρεπε να είναι μη δημοσιοποιούμενη. Και τούτο, σε καμιά περίπτωση δεν θα περιόριζε το δικαίωμα αυτών των δύο να στραφούν δικαστικά κατά εκείνων που τυχόν θα είχαν παραβιάσει το απόρρητό τους.


Αντ' αυτού ο κ. Ντογιάκος επιχείρησε να απαγορεύσει την πρόσβαση της ΑΔΑΕ και κατ' ακολουθία των δύο σε πληροφορίες που είχαν δικαίωμα να λάβουν.


Ο κ. Ντογιάκος κατάλαβε φαίνεται αργότερα πόσο εκτίθεται και το "γύρισε" στο ότι παρενέβη γνωμοδοτικά και μόνο.


Αν αφήσουμε κατά μέρος τη γελοιότητα περί γνωμοδότησης, που θα κατέληγε στην απολύτως ανόητη και επικίνδυνη κατάσταση πριν από οποιαδήποτε δικαιοπρακτική άσκηση δικαιώματος από οποιονδήποτε να ζητείται γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή π.χ. (καθ' υπερβολή το επικαλούμαι) πριν λάβει απόφαση ένα κρατικό όργανο ή ο οποιοσδήποτε ιδιώτης για οποιαδήποτε λεπτή υπόθεση να ζητεί τη γνωμοδότηση Ντογιάκου (δηλαδή θα επρόκειτο για χούντα δικαστών), δεν μένει άλλο από κάτι πολύ σημαντικό: Ότι μία γενναία νομική αντιπρόσωπος της ΑΔΑΕ, ύψωσε ανάστημα και με την αντίδρασή της απέτρεψε την εκτροπή εν τη γενέσει της!




Επισκόπηση -

ΑΎΓΟΥΣΤΟΣ 2022

Ημερομηνία

5 Αυγ. 2022

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας