Το ποντιακό ζήτημα

και η "αποψάρα" του κυρίου υπουργού 

Οι δηλώσεις Φίλη δεν έχουν κανένα επιστημονικό περιεχόμενο. (Αυτά προφανέστατα είναι υποθέσεις ακαδημαϊκών κύκλων).

Δεν έχουν, εξ ίσου, κανένα πολιτικό αντικείμενο! (Η ελληνική Βουλή έχει ορίσει επαρκέστατα το πλαίσιο της ελληνικής θέσης πάνω στο θέμα και κανένα δημόσιο πρόσωπο, υπουργός ή μη, δεν μπορεί μονομερώς να αλλάξει αυτό το πλαίσιο –αν  επιθυμεί κάτι τέτοιο η κυβέρνηση οφείλει να το πει ευθέως).

Πολύ περισσότερο δεν ανιχνεύεται το ειδικό προσωπικό πολιτικό βάρος του προσώπου που θα δικαιολογούσε διεθνές ενδιαφέρον σχετικά με τα όσα είπε. (Με τελείως διαφορετικά κριτήρια η παγκόσμια κοινότητα αλλά και κάθε χώρα μεμονωμένα διαμορφώνουν τη θέση τους απέναντι σ’ αυτήν  την ιστορική εκκρεμότητα).

Αλλ’ ούτε και η συγκυρία προσφέρει τα ερεθίσματα εκείνα που θα δικαιολογούσαν την ανακίνηση της υπόθεσης. (Το προσφυγικό με ακραία αυθαίρετες αναγωγές θα συνδεόταν με την ποντιακή υπόθεση…).    

Κατόπιν αυτών (και με την αυτονόητη παραδοχή ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας κριτηρίων για τη διαμόρφωση της άποψής του επί παντός του επιστητού, τα δε δημόσια πρόσωπα υπόκεινται στη βάσανο της δημόσια κριτικής για όσα λέγουν και πράττουν), …ο υπουργός Παιδείας ατύχησε βαρύτατα με την πρόσφατη  αναφορά του στο ποντιακό ζήτημα. 

Διότι, αφ’ ενός μεν, οι κυβερνήσεις δεν υπάρχουν για να συμμετέχουν στον «πόνο» πολιτών της χώρας τους που επλήγησαν από μια συμφορά, ιδίως συμφορά απόρροια πράξεων άλλου λαού σε βάρος τους. Γι’ αυτό και ουδένα ενδιαφέρει εάν «πονά» ό κ. Φίλης για την ποντιακή τραγωδία. Οι κυβερνήσεις υπάρχουν για να λαμβάνουν μέτρα απάλυνσης του πόνου πολιτών τους που επλήγησαν απ’ οποιαδήποτε αιτία.

Αφ΄ ετέρου δε, διότι η δήλωση δεν είναι άνευ συνεπειών για τη χώρα -και όχι μόνο για τους ποντιακής καταγωγής πολίτες της. Το ζήτημα αφορά ευθέως στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις αλλεπάλληλες και βάρβαρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων -και όχι μόνον σε βάρος Ελλήνων- από τη γειτονική χώρα. Και μάλιστα, σε μια περίοδο που εντείνονται οι πιέσεις σε βάρος της Τουρκίας για πολλές υποθέσεις τέτοιου ή παρεμφερούς  περιεχομένου,  απλούστατα επειδή η λογική της Άγκυρας αποδεικνύεται πλέον ότι ιστορικά φέρει αιτιολογικό φορτίο βαρύ για την αδιάκοπη αστάθεια της περιοχής.

Τί απομένει μετά απ’ αυτά; Το άγχος της «αποψάρας» του κυρίου υπουργού! Τέτοιο άγχος είναι θεμιτό να έχουν δημόσια πρόσωπα. Υπό μία προϋπόθεση:  Να μη βλάπτουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της και να μην προκαλούν την κοινή γνώμη, που -απολύτως δικαιολογημένα- έχει θυμό συσσωρευμένο  από επανειλημμένες επιθετικές δράσεις της γειτονικής χώρας σε βάρος Ελλήνων.

Σιωπήστε, επί τέλους, κύριε υπουργέ και ασχοληθείτε με την εκπαίδευση που έχει μεγάλα και χρόνια προβλήματα!

Η Ελλάδα έχει περίπου επανέλθει στα ενδιαφέροντα του ευρωπαϊκού Τύπου

Η Ελλάδα έχει περίπου επανέλθει στα ενδιαφέροντα του ευρωπαϊκού Τύπου, για πολλούς και διάφορους λόγους πoυ θα προσπαθήσω να εξηγήσω σ' άλλη ανάρτηση... Προσώρας ας δούμε τί γράφεται και προβάλλεται (και όχι τί επιλέγουν να μας πουν ότι δείχνεται τα ελληνικά media, κατά τα συμφέροντα και τις πολιτικές επιδιώξεις τους).  

(Όλο το ντοκιμαντέρ στο http://l.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Ftinyurl.com%2Fnauodjz%23.VihOjo3doHg.facebook&h=EAQFLQmQ-&s=1)

Μίλησαν πολλοί Έλληνες και ξένοι, ανάμεσά τους οι κύριοι Juncker, Moscovici και Schaeuble.

Moscovici: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήρθε τυχαία. Η νίκη του Αλέξη Τσίπρα ήταν μια νίκη πολλών πραγμάτων. Προέκυψε από το γεγονός ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις της δεξιάς και της αριστεράς είχαν αποτύχει. Δεν είχαν πετύχει μεταρρυθμίσεις, δεν είχαν φέρει ανάπτυξη της οικονομίας, δεν είχαν αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη, δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη. Σας λέω ότι ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν φίλος μου από πολύ παλιά, από τη δεκαετία του 1990, όταν συνεργαζόμασταν στους χώρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνεργάστηκα πολύ καλά με τον Αντώνη Σαμαρά. Αλλά το σύστημα εκείνο δε λειτουργούσε. Υπήρχαν άνθρωποι σε εκείνη τη φάση που πλούτιζαν αρκετά κατά τη διάρκεια της κρίσης ενώ άλλοι γίνονταν φτωχότεροι. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε, τότε, σαν το κόμμα της τελευταίας ελπίδας. 

Juncker: Βάσισε την εκστρατεία του σε ένα πρόγραμμα περιοριστικά μη συμβατό με τους όρους παραμονής στην ευρωζώνη. Από τις πρώτες μέρες, πίστευε ότι έπρεπε να κάνει αυτό που είχε υποσχεθεί στους Έλληνες πολίτες, γεγονός που δημιουργούσε τεράστιο ζήτημα αξιοπιστίας. Ο Τσίπρας κερδίζει τις εκλογές με ποσοστό 36%, κάτι το οποίο δεν προκάλεσε έκπληξη, πρέπει να ομολογήσω. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κόμμα. Είναι ένα σύνολο κινημάτων, τάσεων και συνιστωσών, ροών, όπως λένε οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού. Δεν είναι λοιπόν ένα συμπαγές κόμμα, το διαπίστωσα καθ’ όλη τη διάρκεια των μακρών διαπραγματεύσεων που είχα με τον Αλέξη Τσίπρα. Είτε όταν εκφραζόταν εκ μέρους της κυβέρνησης είτε όταν έπρεπε να επιβεβαιώσει εκ νέου αν υποστηριζόταν ή όχι από τις διαφορετικές τάσεις που συνθέτουν το κόμμα του.
Διαπιστώσαμε γρήγορα ότι παρά τις διαφορές που μπορούσαν να υπάρχουν μεταξύ μας, υπήρχε μια αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ μας. Δεν είχα κανένα άλλο προσωπικό πρόβλημα με τον Αλέξη Τσίπρα. Αντιθέτως, μάλιστα, στη Γερμανία, στην Αυστρία και στις Κάτω Χώρες με κορόιδευαν ότι τον υποδέχτηκα με ιδιαίτερη στοργή. 

Moscovici: Στην αρχή, δε μιλούσαμε καθόλου. Βασικά κατά τη διάρκεια τριών Eurogroups, έπρεπε να δουλέψουμε σε βάθος, έπρεπε να βρούμε έναν συμβιβασμό, μέσα στο Φεβρουάριο, ένα οδικό χάρτη. Κατά τη διάρκεια ενάμιση μήνα, μέχρι το τέλος Απριλίου θα έπρεπε να ρευστοποιήσουμε το προηγούμενο πρόγραμμα και μέσα στο μήνα που ακολουθούσε θα προετοιμάζαμε κάτι. Για μας στην Επιτροπή ήταν ήδη ένα τρίτο πρόγραμμα. Οι Έλληνες αρνούνταν να μιλήσουν γι’ αυτό καθώς ήθελαν να φύγουν εντελώς από το σύστημα της Τρόικας κλπ. Αμέσως όμως είπαν σε μια συνεδρίαση της Επιτροπής, στην οποία παρευρισκόταν κι ο τότε Αντιπρόεδρος, «με αυτόν τον τύπο η κατάσταση θα είναι δραματική μέχρι τέλους». 

Juncker: Δεν κατάφερα ποτέ να καταλάβω τη στρατηγική της Ελλάδας και πιστεύω ειλικρινά, έχοντας ζήσει όλα αυτά στα οποία είχαμε επιμείνει, ότι η Ελλάδα δεν είχε πραγματικό σχέδιο, ότι η στρατηγική και τα διαβήματα τους σχεδιάζονταν μέρα με τη μέρα. 

Moscovici: Σχετικά με τον Βαρουφάκη, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω συγκεκριμένα για το πρόσωπο, φυσικά καθότι αποτελεί ένα πρόσωπο με μια ιδιαίτερη προσωπικότητα. Αφετέρου, δεν πρέπει να τον απομονώσω ως πρόσωπο, γιατί υπήρχε ένα παιχνίδι ρόλων καλά σχεδιασμένο μεταξύ του ιδίου και του Τσίπρα. Αλλά από όλα αυτά, για τον ίδιο έχω την ανάμνηση ενός άνδρα, ο οποίος μιλούσε για ένα κόσμο τον οποίο έχει δημιουργήσει ο ίδιος στο κεφάλι του, ο οποίος όμως δεν ήταν ο ευρωπαϊκός κόσμος, όπως τον γνωρίζουμε. Μου εξέθεσε τη θεωρία της μεγάλης ανάπτυξης του Κέινς, κατά βάθος το πρόγραμμα είναι η ανάπτυξη, όταν έρθει η ανάπτυξη θα έρθουν και τα έσοδα, όταν έρθουν τα έσοδα, θα πέσει το έλλειμμα κλπ. Εγώ του είπα: «είναι πολύ ωραία όλα αυτά που λες. Αν ήμασταν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων της αριστεράς/ακροαριστεράς με τσιγάρο, θα καταφέρναμε να καταλήξουμε σε σύνθεση απόψεων, αλλά θα δεις πως ο Wofgang Schauble, δεν είναι αριστερός, δεν καπνίζει, και δε θα μπορέσεις να τα βγάλεις πέρα με κάτι τέτοια. 

Moscovici: Υπάρχουν αρκετές φάσεις. Υπάρχει μία φάση που διήρκεσε μερικούς μήνες, μέχρι ένα συγκεκριμένο Eurogroup, μια στιγμή ιδιαίτερα δραματική με μετριασμένες εντάσεις από τον κύριο Βαρουφάκη, με εντάσεις σε απάντηση από την πλευρά του.

Schauble. Κι οι δύο βρίσκονταν τελικά σε ένα παράλληλο παιχνίδι ρόλων όπου ο ένας προκαλούσε τον άλλο κι ο άλλος έλεγε: «Κοιτάξτε, δε μπορούμε να συζητήσουμε με αυτόν τον τύπο. Αυτό είναι η απόδειξη, ο Βαρουφάκης είναι η αληθινή απόδειξη ότι η Ελλάδα όπως είναι, με αυτήν την κυβέρνηση, δεν έχει θέση στην Ευρώπη, δικαιολογημένα. Εκεί ήταν η σύγκρουση, βρισκόμασταν στο κατώφλι της ρήξης. 

Juncker: O κ. Τσίπρας και οι συνάδελφοι του διαπραγματεύονταν με την Ευρώπη όπως είχαν συνηθίσει να διαπραγματεύονται στο εσωτερικό του κόμματος τους, το οποίο δεν είναι κόμμα. Δε θα έλεγα, λοιπόν, πως η συμπεριφορά του ήταν αυτή του «τουρίστα», δε φέρθηκε, πάντως, ιδιαίτερα επαγγελματικά. 

Moscovici: Ο Βαρουφάκης, λοιπόν, ήταν εκείνος που δεν έπρεπε να διαπραγματευτεί, που δεν ήθελε να διαπραγματευτεί σε καμία φάση των Eurogroups. Νομίζω ότι έγιναν δεκαεπτά από το Φεβρουάριο, δεκαεπτά, συνειδητοποιείτε για τί αριθμό μιλάμε, επτά τον τελευταίο μήνα και νομίζω πως ήρθε στις συνομιλίες για να κωλυσιεργήσει, για να αποτρέψει τη συνέχιση των συζητήσεων, εκτελούσε υποδείξεις, δεν αποφάσιζε τίποτα, έβγαινε συνέχεια από την αίθουσα για να τηλεφωνήσει στον Πρωθυπουργό. Πρέπει, λοιπόν, αφενός, να ασχολούμαστε με τον Βαρουφάκη, γιατί είναι ένα πρόσωπο γραφικό, αστείο -υπάρχουν ανέκδοτα για το Βαρουφάκη- και με το να μην τον αντιμετωπίζουμε ως κομμάτι του συστήματος, καταφέρνουμε να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπό του και όχι κατά τη γνώμη μου, στην προσχεδιασμένη στρατηγική τους, κάτι το οποίο πέτυχε μέχρι που κάτι κατάφερε να ανατρέψει τα δεδομένα. Κατά βάθος οι Έλληνες ήθελαν να μας οδηγήσουν αλλού, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή στην ευρωζώνη, και σε έναν σχέδιο όπου θα σταματούσαμε να μιλάμε πολύ για ζητήματα πειθαρχίας και να επιστρέψουμε στο χρέος. 

Juncker: Πιστεύω πως στην Ελλάδα, οι πολίτες διατηρούν μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στο κράτος, η οποία είναι διαφορετική από τη στάση που μπορούν να έχουν άλλες χώρες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, το κράτος αντιμετωπίζεται ως ένας εχθρός που «παίρνει». Αντίθετα, στις άλλες χώρες, το κράτος αντιμετωπίζεται ως ένας θεσμός που κάνει εμένα, τον μικρότερο φορολογούμενο, να συνεισφέρω ώστε το κράτος το οποίο εμπιστεύομαι να μπορέσει να κάνει αυτό που επιθυμώ. 

Moscovici: Στη θεωρία του Laborde, η αδράνεια είναι μεταρρυθμιστική. Στις κινήσεις του Τσίπρα, επίσης για δύο λόγους. Πρώτος παράγοντας είναι το γεγονός ότι πρόκειται για άτομα, τα οποία δεν έχουν κυβερνήσει ποτέ, με μια διοίκηση η οποία είναι παραδοσιακά προβληματική κι η οποία δεν είναι επίσης απαραίτητα πιστή καθώς βασίζεται σε όσα λέγονταν παλιότερα. Έτσι αφενός, δε θέλουν, να το φέρουν σε πέρας, ούτε μπορούν. Έχασαν πολύ χρόνο κι επίσης όλη τους η ενέργεια στράφηκε στις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες και ελάχιστα στις διαπραγματεύσεις στο εσωτερικό, εν τέλει. Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο ψήφισαν υπερβολικά λίγα σχέδια νόμου αυτούς τους επτά μήνες. Εκπληκτικά λίγα. Στο επίπεδο αυτό δεν προέβησαν σε ενέργειες. Προφανώς, μία από τις προκλήσεις ήταν να δημιουργήσουν το κράτος δικαίου, με διοίκηση, κυρίως διοίκηση στο επίπεδο της φορολογίας. Κι έπειτα έχεις και τα θέματα στην Ελλάδα, κι εκεί υπάρχουν πολύ πρακτικά ζητήματα: Ο Υπουργός Άμυνας δεν ανήκει στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ο αρχηγός του κόμματος της ακροδεξιάς που αποκάλεσε τον ΣΥΡΙΖΑ ultrasupraniste. Kαι προφανώς, το αντάλλαγμα για τη συμμαχία με το ΣΥΡΙΖΑ ήταν για εκείνον να παραμείνει o προϋπολογισμός της Άμυνας.
Το ζήτημα των εφοπλιστών είναι κάπως περίπλοκο. Δεν θα ήθελα να το αγγίξουμε. Ο Juncker επέμενε να μιλήσουμε για τη φορολόγηση των εφοπλιστών και έβλεπα απέναντι μου τον κύριο Τσίπρα και το επιτελείο του με εξαιρετικό δισταγμό.
Juncker Εγώ με τον Τσίπρα χρειάστηκα 2 ώρες για να να δεχθεί να φορολογήσει σωστά του εφοπλιστές. Εσύ είσαι κομμουνιστής, εγώ είμαι χριστιανοδημοκράτης, ήμουν εκεί για να του εξηγήσω. 

Moscovici: Ήθελαν να μας φτάσουν μέχρι το τέλος Ιουνίου, σε σημείο όπου απέναντι στο χρόνο ήλπιζαν ότι το Grexit θα μας φοβίσει ώστε να προβούμε σε παραχωρήσεις. Παραχωρήσεις σε σχέση με το χρέος με μόνο κάποιες βασικές μεταρρυθμίσεις. Αυτή είναι κατά βάθος η στρατηγική που είχαν στο νου τους και ο Βαρουφάκης ήταν εκεί για να μην διαπραγματευθεί. 

Juncker: Πρέπει να ξέρετε ότι οι περισσότεροι Έλληνες δε γνωρίζουν ότι υπάρχουν 6-7 κράτη-μέλη που έχουν μισθούς κατώτερους από τον ελληνικό κατώτατο μισθό, ότι υπάρχουν 5-6 χώρες της ευρωζώνης που έχουν συντάξεις κατώτερες από την χαμηλότερη ελληνική.
Είναι γεγονός ότι κοντά στα τέλη Ιουνίου ήμασταν πολύ κοντά σε μια συμφωνία. Εκείνη την περίοδο δεν ήταν ο Βαρουφάκης, το πρόσωπο που διαπραγματευόταν, ο οποίος δε διαπραγματεύτηκε ποτέ, αλλά ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. 

Moscovici Περάσαμε σχεδόν 24 ώρες κλεισμένοι. Εκεί χάσαμε μια ευκαιρία. Πιστεύω ότι ο Αλέξης Τσίπρας ήταν διαθέσιμος να διαπραγματευτεί όμως κάθε φορά αυτός ο Παππάς του έλεγε «Οχι κύριε πρωθυπουργέ δεν μπορείτε να υποχωρήσετε εδώ, δεν μπορείτε ξεκινήσετε σ‘ αυτή την βάση. Επανέρχονταν κι έλεγε «Δεν μπορώ να ξεκινήσω σ’ αυτή την βάση». Έτσι, φτάσαμε σχεδόν. Αλλά δε φτάσαμε ποτέ στο τέλος. Σε εκείνη τη φάση η Ελλάδα χρειαζόταν κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια για να ολοκληρώσουν το δεύτερο πρόγραμμα. Κι αυτό δημιούργησε την ελπίδα πως το Eurogroup του Σαββάτου θα ήταν καταληκτικό.

Jean Claude Juncker: Ο Αλέξης Τσίπρας μου τηλεφώνησε το βράδυ, ήταν μια πολύ δύσκολη εβδομάδα εργασιών, εργασιών κυρίως για την Ελλάδα και έκανα αυτό που κάνω σπάνια, έκλεισα το κινητό μου και κοιμήθηκα. Το κινητό μου ήταν δίπλα μου, αλλά δεν κατάφερε να με βρει, δεν ήταν όμως δικό μου το φταίξιμο: κοιμόμουν. Ήθελα να κοιμηθώ. Και δεν περίμενα να γίνει αυτή η ανακοίνωση. Αν ήξερα ότι θα γίνει αυτή η ανακοίνωση, θα του είχα τηλεφωνήσει πριν.

Pierre Moscovici: Με εντυπωσίασε η αντίδραση του Juncker. Αυτός το εξέλαβε σαν προσωπική προδοσία. Τι να έκανε η Κομισιόν; Ποιος ήταν ο ρόλος της; Εν τέλει, ποιος ήταν ο δικός μου ρόλος; Εμείς δεν είμαστε δανειστές, είμαστε ένας θεσμός που τους βοήθησε.

Jean Claude Juncker: Πρώτα απ' όλα έπρεπε να παραμείνω ήρεμος και να μην προβώ σε δηλώσεις την ίδια ημέρα. Να περιμένω μιάμιση ημέρα και να δώσω μια συνέντευξη Τύπου, αφού είχα μελετήσει πρώτα τα ζητήματα. Αυτό ήταν και που έκανα. Κάλεσα τους Έλληνες να πουν ΝΑΙ σε αυτό το δημοψήφισμα, ανεξαρτήτως της διατύπωσης του ερωτήματος, γιατί η ερμηνεία ενός ΟΧΙ από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους θα ήταν ότι οι Έλληνες θέλουν να απομακρυνθούν από το ευρώ και την Ευρώπη. (προβάλλεται το κάλεσμα του JCJ στους Έλληνες να πουν ΝΑΙ και κατόπιν πλάνα με ουρές στα ΑΤΜ)

Αχιλλέας Μυλωνόπουλος (Γενικός Γραμματέας ΟΤΟΕ): Την επόμενη ημέρα της ανακοίνωσης του δημοψηφίσματος οι καταθέτες άρχισαν να σηκώνουν χρήματα. Για αυτόν το λόγο επιβλήθηκαν τα capital controls. Πάντα όταν επιβάλλονται περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίου κλείνουν οι τράπεζες, για να μην γίνει πανικός στις τράπεζες και για λόγους ασφαλείας.

Πέτρος Κλαδάκης (από την πλευρά των επιχειρηματιών): Τα πράγματα έχουν γίνει ιδιαιτέρως δύσκολα τους τελευταίους 5 μήνες με τα capital controls που δεν επιτρέπουν να γίνονται εισαγωγές. Και ενώ βρισκόμαστε στην ακμή της τουριστικής περιόδου, εμείς δεν έχουμε εμπόρευμα να προμηθεύσουμε τα μεγάλα ξενοδοχεία. Ενώ η εταιρεία έχει χρήματα δεν μπορεί να τα τραβήξει διότι οι τράπεζες δεν λειτουργούν.

Αχιλλέας Μυλωνόπουλος: Από τον Ιανουάριο και μετά έχουν φύγει από το τραπεζικό σύστημα περίπου 35 δισεκατομμύρια ευρώ, το οποίο σημαίνει ότι αυτά τα χρήματα έχουν βγει στο εξωτερικό.

Πέτρος Μάρκαρης: Η ομάδα αυτή των προνομιούχων των μεγάλων κεφαλαίων έχει αποχωρήσει. Εκείνο που είναι περίεργο είναι ότι εκείνη ακριβώς η ομάδα ακολουθεί ακριβώς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ που θέλει τη δραχμή. Γιατί αυτοί οι ολιγάρχες θεωρούν ότι η επιστροφή στη δραχμή θα τους επιτρέψει να αγοράσουν τα πάντα. Εδώ λοιπόν πρόκειται για μια τελείως ασυνείδητη, όχι οργανωμένη συμμαχία δύο πόλων, οι οποίοι θέλουν το τελείως αντίθετο.

Νίκος Βερνίκος: Εγώ σαν πλοιοκτήτης, που η δουλειά μου είναι διεθνής, όχι μόνο δεν θα επηρεαστεί, αλλά αντιθέτως με λιγότερα δολάρια θα αγοράσω υπηρεσίες στην Ελλάδα.

Γιώργος Κατρούγκαλος: Οι ευρωπαίοι εταίροι μας δεν νομίζω ότι θα επιτρέψουν την έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ, διότι αυτό θα αποδείκνυε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι όπως το έχουν περιγράψει. Η ιδέα μιας Ευρώπης a la carte υπονομεύει συνολικά τις πολιτικές που σχεδιάζει η Ένωση για το μέλλον.

Πέτρος Μάρκαρης: Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ πίστευε ότι η Ευρώπη δεν θα τολμούσε να μας πει φύγετε. Και όλο το παιχνίδι βασιζόταν σε αυτήν τη βάση. Ενδεχομένως αυτό σήμερα να έχει αλλάξει και ο ΣΥΡΙΖΑ να φοβάται ότι θα πάμε προς τα εκεί.

Wolfgang Schaeuble: Εγώ πάντα έλεγα ότι αν η Ελλάδα θέλει να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την παραμονή στο ευρώ και την οικονομική ανάκαμψη, αυτήν την απόφαση πρέπει να τη λάβει ο ελληνικός λαός. Όποια και να είναι αυτή η απόφαση, θα τη σεβαστούμε, αλλά πρέπει να ληφθεί κάποια απόφαση. Και αν η Ελλάδα παραμείνει στο ευρώ θα πρέπει να προβεί στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, κι αν δεν επιθυμεί να τις πραγματοποιήσει, τότε πρέπει να πάρει διαφορετικό δρόμο.

Pierre Moscovici: Προσωπικά δεν πίστεψα ούτε λεπτό ότι θα μπορούσε ποτέ να λάβει χώρα το Grexit. Πάντα πίστευα ότι στο τέλος θα υπήρχε μια συμφωνία. Απλώς δεν ήξερα σε ποια βάση θα γινόταν αυτό. Θα νικούσαν οι Έλληνες καθώς οι υπόλοιποι θα λύγιζαν υπό την ιδέα του Grexit, ή θα υποχωρούσε η ίδια η Ελλάδα γιατί θα κόστιζε πολύ η έξοδός της;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Η Ελλάδα δεν μπορούσε να αντέξει την έξοδο από το ευρώ, αλλά και η Ευρώπη δεν μπορούσε να αντέξει ένα fail state εντός της ευρωζώνης.

Γιάννης Σιάτρας (Οικονομολόγος): Παρά τους λεονταρισμούς θέλω να πιστεύω ότι οι δύο πλευρές θα βρουν μια λύση με την Ελλάδα μέσα στο ευρώ. Και πιστεύω ότι ο Πρωθυπουργός θα τηρήσει την υπόσχεσή του και δεν θα δεχθεί μια συμφωνία ενάντια στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας.

Jean Claude Juncker: Αναρωτιέμαι κάποιες φορές, αλλά όχι πραγματικά, αν η ελληνική Κυβέρνηση δεν είναι παρά μια κυνική Κυβέρνηση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κατόρθωμα: Από τη μία ο ελληνικός λαός - μέσα από μια προπαγάνδα αντιευρωπαϊκή- απορρίπτει το κείμενο και από την άλλη, ένα μήνα αργότερα, η ελληνική Κυβέρνηση προτείνει ένα κείμενο ακόμη πιο δύσκολο από εκείνο που απορρίφθηκε.

Ευάγγελος Βενιζέλος: Πρόκειται για χειρισμό του ελληνικού λαού, για εξαπάτηση του ελληνικού λαού γιατί δημιούργησε την ψευδαίσθηση ενός κρίσιμου ερωτήματος, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε ως ένα plebiscitum και όχι ως ένα δημοψήφισμα, δηλαδή ως μια διαδικασία έγκρισης του προσώπου του κυρίου Τσίπρα.

Ηλίας Νικολακόπουλος: O Αλέξης Τσίπρας είχε την επιλογή να υπογράψει μια συμφωνία που θα δημιουργούσε προβλήματα και στο κόμμα του ή, από την άλλη πλευρά, να ζητήσει ανανέωση της νομιμοποίησης από το λαό. Ήταν ένα στοίχημα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο. Ο ίδιος φαίνεται ότι είναι άνθρωπος που αναλαμβάνει κινδύνους.

Γιάννης Πρετεντέρης: 'Όταν ο άλλος σου λέει ότι θα ψηφίσω ΟΧΙ γιατί δεν έχω κάτι να χάσω, σημαίνει ότι θα ψηφίσω ΟΧΙ γιατί έχω κάτι να κερδίσω. Ο 'Έλληνας είναι πονηρός και έμπορος.

Pierre Moscovici:  Ήταν (το δημοψήφισμα) μια πολιτική νίκη για τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος γίνεται ηγέτης στη χώρα του. Διότι δεν είμαι σίγουρος αν αυτό ήταν ποτέ ξεκάθαρο μέσα στο κόμμα του. Ήταν ανάγκη να απαλλαγεί τόσο από την αριστερή πτέρυγα του κόμματός του, όσο κι από τον Βαρουφάκη. Αυτό που κάνει τώρα ενισχύει τη νίκη του και του δίνει πολιτική ισχύ.

Ηλίας Νικολακόπουλος: Άκουσα μια φράση: Αν πρέπει να υπομείνω τη λιτότητα, προτιμώ να την υποστώ με Π/Θ τον Τσίπρα, στον οποίο έχω εμπιστοσύνη.

Jean Claude Juncker: Δεν εξεπλάγην καθόλου από το ΟΧΙ του αποτελέσματος διότι είχα παρακολουθήσει από κοντά την εκστρατεία που το στήριζε, η οποία επικεντρώθηκε όχι στη δυσάρεστη πλευρά, σε αυτά που οι Έλληνες οφείλουν να κάνουν, αλλά σε ευχάριστες προοπτικές. Οπότε οι Έλληνες ψήφισαν ΟΧΙ. Εντύπωση μου έκανε το 40% που ψήφισε ΝΑΙ. Μόνο ένας σοφός λαός θα έλεγε ΝΑΙ σε ένα πρόγραμμα που είναι πολύ πιο επώδυνο από αυτό που του είχε αρχικά παρουσιαστεί.

Pierre Moscovici: (Αναφερόμενος στους δανειστές) Ναι, αλλά οι άλλοι δεν τον εμπιστεύονται. Λένε, λοιπόν δεν μπορούμε να έχουμε μια συμφωνία με αυτούς τους όρους. Το δημοψήφισμα έγινε και μετά χρειάστηκε να υπάρξει μια συμφωνία.

Wolfgang Schaeuble: Για την Ελλάδα η καλύτερη λύση θα ήταν η έξοδος από το ευρώ για ένα διάστημα και η είσοδός της εκ νέου, αφού έχει πρώτα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της. Αναφορικά με αυτήν την άποψη, που ήταν και η δική μου, υπήρχαν 15 ΥΠΟΙΚ που συμφωνούσαν και μόνο 3 που είχαν άλλη γνώμη. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για γερμανική υπαγόρευση όταν 15 χώρες του Eurogroup συμφωνούν μεταξύ τους.

Jean Claude Juncker: Αν είχε αποδεχθεί (Ο Αλέξης Τσίπρας) τη συμφωνία που του είχε παρουσιαστεί και την οποία κάλεσε να απορρίψουν οι 'Έλληνες, το τίμημα θα ήταν χαμηλότερο.

Pierre Moscovici: Είναι αλήθεια ότι ο κ. Τσίπρας και ο κ. Βαρουφάκης έπαιξαν σκληρό παιχνίδι με τη Γερμανία, η οποία έλεγε την ίδια στιγμή ότι δεν εμπιστεύεται αυτούς τους ανθρώπους γιατί δεν είναι σοβαροί και ως εκ τούτου θα ζητούσε ένα πρόγραμμα που θα είναι εξαιρετικά ελεγχόμενο, με αυστηρούς όρους και δύσκολες μεταρρυθμίσεις. Αυτή ήταν η θέση του Schaeuble από την αρχή.

Jean Claude Juncker: Δεν πρόκειται για γερμανική υπαγόρευση, διότι άλλες Κυβερνήσεις είχαν πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις από την Ελλάδα. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι η Γερμανία ήθελε να ταπεινώσει την Ελλάδα, αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση καθώς άλλες Κυβερνήσεις ήθελαν να το πάνε παραπέρα.

Jean Pierre Moscovici: Νομίζω ότι ο Wolfgang Schaeuble δεν ήθελε ούτε αυτός, σε αντίθεση με όσα πιστεύουν πολλοί, την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Δεν πιστεύω ότι το ήθελε. Πιστεύω ότι υπολόγιζε το κόστος της αποχώρησης και τόνιζε ότι αν η Ελλάδα επιθυμούσε να παραμείνει στην ευρωζώνη, θα έπρεπε να το κάνει με τις ίδιες προϋποθέσεις που το κάνουν και οι άλλες χώρες και έπρεπε, επομένως, να αποδεχθεί στην ουσία την δημοσιονομική πειθαρχία όπως ακριβώς το κάνουν όλοι. Θεωρώ ότι οι απειλές που σχετίζονταν με το Grexit έγιναν με στόχο να υποχωρήσει ο Τσίπρας. Το Grexit δεν ήταν παρά ένα εργαλείο τακτικής. Γνωρίζουμε ότι το χρέος είναι δύσκολο να αποπληρωθεί. Αλλά πρόκειται για ένα χρέος που μεταφράζεται σε χρέος για τους πολίτες των κρατών και που στην περίπτωση της Γαλλίας μιλάμε για 1000 ευρώ ανά Γάλλο. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένα μέλος (της ευρωζώνης) που να επιθυμεί τη διαγραφή του χρέους. Ούτε ένα. Αντιθέτως, μπορούμε να μιλήσουμε για μέτρα επιμήκυνσης του χρέους, κι αυτό, όμως με μία προϋπόθεση: τις μεταρρυθμίσεις.

Jean Claude Juncker: Η Ιρλανδία, παράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης στην ΕΕ, έπρεπε κι αυτή να προβεί σε μεταρρυθμίσεις καθόλου προσφιλείς στο λαό της, οι οποίες στοίχησαν πολύ στο καθαρό εισόδημα των Ιρλανδών. Αυτό ακριβώς ζητήσαμε κι από την Ελλάδα η οποία πρέπει να παραδειγματίζεται από τους εταίρους της.

Wolfgang Schaeuble: Πιστεύω ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί λίγο χρόνο. Αλλά θα πρέπει να παραδεχτεί ότι στον 21ο αιώνα, οι απαιτήσεις είναι τέτοιες, που αν θέλει να επωφεληθεί ενός επιπέδου ζωής αλλά και κοινωνικής ασφάλειας, αλλά και των αμέτρητων ευκαιριών που μας δίνονται σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, πρέπει να πληροί περισσότερες προϋποθέσεις από όσες πληρούσε τις τελευταίες δεκαετίες. Διαφορετικά, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο δεν θα τα καταφέρουμε. Αυτή ακριβώς η θέληση έκανε τις χώρες τις Ανατολικής Ευρώπης να προσχωρήσουν στην ΕΕ, η επιθυμία όχι μόνο για οικονομική ευμάρεια, αλλά και για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Γιάννης Κατρούγκαλος: Είναι πολύ δύσκολο να πούμε πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να φέρουμε την ελληνική Δημόσια Διοίκηση στα επίπεδα των άλλων κρατών μελών. Αποτελεί μεγάλο πρόβλημα η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στη ΔΔ. Όμως, σε σχέση με την προηγούμενη Κυβέρνηση έχουμε ένα πλεονέκτημα: στήριξη και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από την πλευρά του εκλογικού σώματος. Αν εκμεταλλευτούμε αυτό το πλεονέκτημα για να αλλάξουμε την νοοτροπία, θα έχουμε πολύ άμεσα αποτελέσματα.

Pierre Moscovici: Το πρόγραμμα είναι πολύ απαιτητικό τόσο για τους Έλληνες - οι μεταρρυθμίσεις θα είναι σκληρές - όσο και για τους δανειστές. Το αληθινό ερώτημα είναι αν το πρόγραμμα διάσωσης θα επιτρέψει στην Ελλάδα να επιτύχει ανάκαμψη και οικονομική ανάπτυξη. Θέση μου είναι ότι μπορεί να υπάρξει οικονομική βελτίωση, μιλώντας και με απόλυτα νούμερα, αλλά με προϋπόθεση να εγκαθιδρυθεί εκ νέου η εμπιστοσύνη (μεταξύ Ελλάδας και δανειστών).

Η μεγάλη κρίση της ελληνικής δεξιάς

Δεν ξέρω ποιοί θα είναι υποψήφιοι για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Πολλώ μάλλον συζήτηση δεν μπορεί να γίνει για τον νέο αρχηγό (ή τον παλιό, που θα ξαναγίνει «νέος», εφ’ όσον επανεκλεγεί). Τέλος, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αξιολογηθεί η πολιτική του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τούδε και στο εξής, αφού η ελπίδα για κάτι καλύτερο πεθαίνει τελευταία. (Κι έχω πολλές φορές αναφέρει ότι είναι κρίσιμης σημασίας για την πολιτική ισορροπία της σημερινής Ελλάδας, να υπάρξει επί τέλους σοβαρή και υπεύθυνη συντηρητική παράταξη στη χώρα).

Με ό, τι διαθέτουμε προσώρας, λοιπόν, μερικές σκέψεις για τη σημερινή Νέα Δημοκρατία.

1. Διακρίνω δύο βασικές προσεγγίσεις από τους νεοδημοκράτες, σχετικά την εξήγηση που παρέχουν, όποτε τους ζητείται η ερμηνεία της πρόσφατης εκλογικής ήττας του κόμματος (υπενθυμίζεται, η 5η κατά σειρά ήττα, μαζί με τις τοπικές εκλογές, τις ευρωεκλογές και το δημοψήφισμα):
- Κατά την πρώτη εξήγηση, δεν έφταιξε η πολιτική Σαμαρά, αλλά η υποτίμηση των προβλημάτων της καθημερινότητας από την τελευταία κυβέρνηση του κόμματος. Έτσι -αφήνεται να εννοηθεί, εκόντων-ακόντων των διακινητών τούτης της σκέψης- ότι και η προεκλογική τακτική του κόμματος επί Μεϊμαράκη ήταν μάλλον λανθασμένη (αν, βεβαίως, θα μπορούσε να υποστηριχτεί σοβαρά από κανέναν ότι ο σημερινός αρχηγός του κόμματος άσκησε οιαδήποτε κριτική στον κ. Σαμαρά και επιχείρησε κατά τι να την αλλάξει προγραμματικά).
- Κατά τη δεύτερη εξήγηση, χρειάζεται ανανέωση του κόμματος και στροφή σε νέα και άφθαρτα πρόσωπα, για να αντιπαρατεθούν με τον κ. Τσίπρα και να έχουν ελπίδες να τον νικήσουν.

2. Όμως:
- Αν και ήταν άφθαρτος (και επικοινωνιακά εισπραττόμενος ως «νέος») ο κ. Σαμαράς, στις εκλογές του Μαΐου 2012 έλαβε 19%, παρ’ ότι με λαμπρή αντι-μνημονιακή προσωπική ατζέντα! (Η επόμενη επίδοση του 29% τον Ιούνιο του 2012, προφανέστατα υπήρξε προϊόν της ασφυκτικής ψυχολογικής πίεσης που άσκησε το πληττόμενο από το αίτημα πολιτικής αλλαγής «σύστημα», στην προσπάθειά του να αποτρέψει ήδη από τότε την επέλευση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην κυβέρνηση). Άλλωστε, παρ’ ότι ο κ. Σαμαράς ανέλαβε τη διακυβέρνηση με συνοδό στοιχείο την πλήρη πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της ευρωπαϊκής δεξιάς, απέτυχε παταγωδώς, παρά την εντυπωσιακή στήριξη που αφειδώς τού παρείχε η ευρωπαϊκή ηγεσία (προεξαρχούσης της κυρίας Μέρκελ) καθώς και οι εγχώριοι κύκλοι νομής της εξουσίας.
- Αν και ο κ. Κώστας Καραμανλής, όταν κέρδισε τα εκλογές του 2004, είχε περίπου την ίδια με τη σημερινή ηλικία του κ. Αλέξη Τσίπρα και ήταν τελείως άφθαρτος και ενώ η περίοδος διακυβέρνησης από τον ίδιον (2005-2009) -με εξαίρεση το τέλος- ήταν στρωμένη με ευθύγραμμες εξελίξεις, η άδοξη εθελούσια αποχώρησή του ίδιου του Κώστα Καραμανλή, η προφανέστατη παραταξιακή ανεπάρκεια να χειριστεί την κρίση στην αρχή της και ενδεχομένως να αποτρέψει να προσλάβει την έκταση που στη συνέχεια είχε, αλλά και η έκτοτε ηχηρά σιωπή του για τις εξελίξεις, δείχνουν ότι αλλού βρίσκονται τα αίτια απαξίωσης της μεγάλης συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα.

3. Και οι δύο ερμηνευτικές εξηγήσεις που παρέχουν οι νεοδημοκράτες σχετικά με την κρίση του κόμματός τους, όπως προεκτέθηκαν, όμως, πάσχουν ως προς την αφετηρία σκέψης, που υποτίθεται πως ενστερνίζονται και επικαλούνται: Παρουσιάζουν τις ήττες ως σύμπτωμα ανεπάρκειας προσώπων ή κακής εφαρμογής πολιτικών (κατά τα άλλα ορθών), παραμερίζοντας απολύτως την πρόδηλη απαξίωση όλου του πολιτικού, οικονομικού, επιχειρηματικού και εκδοτικού κατεστημένου (ούτω καλουμένου από εμένα «συστήματος»), του οποίου επίλεκτο τμήμα είναι η Νέα Δημοκρατία. Ενός συστήματος, που καταρρέει ηχηρά, συμπαρασύροντας μαζί του παρατάξεις, πολιτικές και πρόσωπα, δικαίως ή αδίκως. Καμιά διάθεση (ή δυνατότητα;) από μέρους των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας με δημόσιο λόγο, να εντοπιστούν κοινωνικές ομάδες, προς τις οποίες απευθύνεται η παράταξη, εάν αυτές οι ομάδες εξακολουθούν να έχουν την ίδια βαρύτητα με παλιότερα στον σχηματισμό του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων της χώρας ή η σύνθεση και η δύναμή τους έχουν επηρεαστεί από την κρίση. Καμιά σκέψη σχετικά με την επάρκεια των συστατικών παραταξιακών ιδεολογικών αρχών (του «καραμανλισμού» εν προκειμένω) να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις που εν τω μεταξύ έχουν λάβει χώρα στην Ευρώπη και τον κόσμο, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας σύγχρονης συντηρητικής πολιτικής παράταξης σε μια χώρα του ευρωπαϊκού πυρήνα. Καμιά υποψία επί του εάν οι διαθέσιμες θέσεις του κόμματος, έστω επ’ ελάχιστον, μπορούν να συγκροτούν σήμερα βιώσιμη πρόταση πολιτικής διεξόδου από την παγίδα της κρίσης ή συνιστούν φληναφήματα, σκελετούς σκοπιμοτήτων και ορμαθούς συμφερόντων, και όχι δέσμες ιδεών προαγωγής του δημόσιου συμφέροντος.

4. Έχω ξαναπεί ότι “…(οι πολίτες) χρειάζεται να δείξουν υπομονή απέναντι στην προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να αλλάξει ό,τι την οδήγησε στην απαξίωση, εγκαταλείποντας την τόσο προφανή και πολιτικώς άγονη ταύτισή της με επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα και προσωποποιημένους μικρομματισμούς ακροδεξιάς έμπνευσης…». Τόση επιμονή, όμως, σε επιλογές αυτής της κοπής (διότι οι διακινούμενες υποψηφιότητες, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της τυχόν «έκπληξης» Αβραμόπουλου, αποπνέουν πρωτίστως έναν ανταγωνισμό υποσχετικής των δελφίνων για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών του «συστήματος» που τρίζει, αντί για νέες θεάσεις πολιτικής προς την Ιστορία, που ξανά κοιλοπονάει)! Δεν πρόκειται, επομένως, για αδυναμίες. Είναι ΠΑΡΑΚΜΗ!

5. Πριν κλείσω τούτον τον γύρο σκέψεων κρίνω αναγκαίο να σχολιάσω απολύτως επιτιμητικά, την ικανοποίηση που εκφράζουν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, για το ποσοστό του 28% που έλαβε το κόμμα στις τελευταίες εκλογές. Το αντιμετωπίζουν ως ανοχή των πολιτών απέναντί τους, να συνεχίσουν τον ίδιον δρόμο, με αναπόφευκτη συνέπεια την περαιτέρω παραταξιακή απαξίωση. Φαίνεται να αρκούνται σε λαϊκές κάλπες εκλογής του αρχηγού, σ’ ένα κρεσέντο λαϊκισμού της επιφανειακότερης και προσχηματικότερης κάλπης που θα μπορούσε να εμπνευστεί ένας πολιτικάντης: Νομιμοποίηση ηγεσίας προσώπων …άνευ θέσεων! Αντί να εμμείνουν μέχρι τελικής πτώσεως στην επιλογή για ένα συνέδριο θέσεων, προτιμούν συνέδριο …άνευ θέσεων!

Έξι μήνες κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Πολλοί το ονοματίζουν «ενηλικίωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»! Άλλοι το λένε «στροφή Τσίπρα στον ρεαλισμό»! (Εσχάτως, οι εισηγητές της θεωρίας της «κωλοτούμπας», έχουν αποσυρθεί από το προσκήνιο, μάλλον από ανακλαστικά αυτοπροστασίας από την εθελούσια γελοιοποίηση το πράττουν…). Ό,τι χαρακτηρισμό, όμως, και να προσδώσει κανένας, η ουσία βρίσκεται  στην αναπροσαρμογή των θέσεων του μείζονος κυβερνώντος κόμματος σε διαφορετικές θέσεις από εκείνες που συνιστούν τον «πυρήνα πολιτικής», που (φαίνεται να) έδωσαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. την εκλογική νίκη και τον έφεραν στην εξουσία.    

 Τα καίρια σημεία αλλαγών του εν λόγω «πυρήνα πολιτικής», είναι:

- Η ανακήρυξη της ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας σε μονόδρομο (τουλάχιστον ως τακτικός στόχος εννοείται εδώ), σε αντίστιξη με την -εμφανιζόμενη ως- υπαρκτή εναλλακτική πορεία εξόδου από το ευρώ, που βρισκόταν στο πρόγραμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.,

-  Η κάμψη κεντρικών σημείων του λεγόμενου «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», συμπεριλαμβανομένων και πεδίων πολιτικής που αγγίζουν το επίκεντρο των αιτίων που ωδήγησαν σε πολιτική κατάρρευση τις κυβερνήσεις που απήλθαν (π.χ. βασικός μισθός -όχι ως πολιτική αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλ’ ως βασικό εργαλείο ενίσχυσης της ζήτησης, στο πλαίσιο του «κεϋνσιανισμού κοπής ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»-, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις κ.λπ.),

- Η αποστασιοποίηση από επιλογές εξωτερικής πολιτικής, όπως -για παράδειγμα- η στροφή προς τον ρωσικό παράγοντα, και

- Η απόσυρση του αιτήματος περί «κουρέματος», σε ό,τι αφορά την προαγωγή της ανάγκης για ρύθμιση του ελληνικού εξωτερικού χρέους.  

Αντιπαρέρχομαι, προσώρας, τα πεδία τρέχοντος πολιτικού και κομματικού ενδιαφέροντος (εξεταστικές επιτροπές και τα τοιαύτα), που εξ αρχής επίστευα ότι συνιστούν χώρους «μικρών πολιτικών κινήσεων». (Αυτά θα συζητηθούν άλλη στιγμή).

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  ολοκληρώνει τους πρώτους έξι μήνες δικής του  εξουσίας, καταλήγω στην εκτίμηση ότι η τύχη του εν λόγω κόμματος, εξαρτάται περισσότερο από την ικανότητα διακυβέρνησης που θα επιδείξει παρά από την επιβεβαίωση της «αλλαγής πολιτικής», την οποία υποσχέθηκε. Κι όταν λέω «ικανότητα διακυβέρνησης» εννοώ την καθημερινότητα διαχείρισης της κρατικής εξουσίας, έτσι ώστε αφ’ ενός μεν να προάγεται το δημόσιο συμφέρον, αφ’ ετέρου δε να επιβεβαιώνεται η «αποτελεσματικότητα» και «χρησιμότητα» των αποφάσεων και των δράσεων της παρούσας κυβέρνησης.

Ακόμη κι αν αναγνωρίσει κανένας -και οι καλοπίστως κρίνοντες το κάνουν- ότι συντρέχουν «ειδικές συνθήκες» με την κυβέρνηση Τσίπρα, τούτο μόνον εν μέρει αρκεί για να εξηγήσει τη σωρεία αστοχιών και σφαλμάτων που σκιαγραφούν την «ιστορία του περασμένου εξαμήνου».  Δεν είναι ζήτημα «τεχνικών διακυβέρνησης», που δεν κατέχουν (και ευτυχώς που δεν τις κατέχουν) οι υπουργοί του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Είναι ασάφεια πολιτικής γραμμής πλεύσης -κεντρικής γραμμής και επί μέρους στοιχείων της! Απλούστατα, διότι άλλο είναι ο πολιτικός ακτιβισμός για την προαγωγή σκοπών συνάγωγων με την ιδεολογία των κυβερνώντων (και μέχρι πρότινος μιας πολιτικής ομάδας με πρόδηλα χαρακτηριστικά κοινωνικού κινήματος) και άλλο η κίνηση της κρατικής μηχανής σε επιλεγμένες προτεραιότητες υπηρέτησης μιας υπαρκτής και σχεδιασμένης πολιτικής στρατηγικής. Και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν διαθέτει πολιτική στρατηγική! Και γι’ αυτό η άσκηση κριτικής με αντικείμενο το πόσο αριστερή είναι η διακυβέρνηση του, στερείται αντικειμένου.

Μπορεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να αποκτήσει πολιτική στρατηγική καθ’ ον χρόνο διάγει στην εξουσία; Ακόμη κι αν ήταν ρεαλιστικό να συγκροτείται από μια πολιτική παράταξη στρατηγική προωθημένων στόχων ενώ κυβερνάει (πράγμα ασύνηθες –κατά κάποιον τρόπο το πέτυχε αυτό το ΠΑ.ΣΟ.Κ. της δεκαετίας ’80, δεσπόζοντας, όμως, στην καρδιά των κοινωνικών κινημάτων της εποχής, εργατικών, συνεταιριστικών, πολιτιστικών κ.λπ., κάτι δηλαδή που δεν συμβαίνει στην περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως παράταξης των κοινωνικών κινημάτων της «δεύτερης ταχύτητας»), η επιτυχία θα ήταν μικρή! Πιθανότερο είναι να κυριαρχήσουν οι τακτικισμοί εδραίωσης της ηγετικής ομάδας Τσίπρα, της διαμόρφωσης νέων εσωκομματικών συσχετισμών δύναμης συνεκτιμωμένου του κυβερνητικού χαρακτήρα του κόμματος, της στενότερης εποπτείας της αποσταθεροποιημένης κοινοβουλευτικής ομάδας του και του φλερταρίσματος με νέες εκλογές για την υφαρπαγή πολιτικής νομιμοποίησης σε επιλογές ασύμβατες με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του περασμένου Ιανουαρίου.

Μ' αυτά, όμως, η ένδεια πολιτικής στρατηγικής μεταμφιέζεται σε επαίσχυντο πολιτικό τακτικισμό, αυτό που αποκαλούμε οππορτουνισμό ή «πολιτική ευκαιρίας».

Έτσι, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν θα βγει πουθενά! Ακόμη κι αν κερδίσει μερικούς πολιτικούς γύρους ακόμη, προσφορά των φθαρμένων μέχρι θανάτου πολιτικών αντιπάλων του θα είναι και όχι απόρροια πρωτογενούς πειθούς της πολιτικής του επί των πολιτών. Δηλαδή, από «πολιτική αλλαγών», που προφανώς έχει ανάγκη περισσότερο παρά ποτέ η χώρα, θα καταστεί ένα παίγνιο τεχνικών  εξουσίας. Και τί θλιβερό θα ‘ταν αυτό απέναντι σε κοινά που έθρεψαν ελπίδες απέναντι στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.!

Όμως, ακόμη χειρότερο θα ήταν αυτός ο αυτοκτονικός πολιτικός τακτικισμός να απέμενε ως το καθοριστικό ιστορικό ίχνος μιας πραγματικά συγκλονιστικής διαπραγμάτευσης που έγινε τους πρώτους έξι μήνες του 2015! Αντί, δηλαδή, να απογειωθεί η διακυβέρνηση Τσίπρα στην «επόμενη ατζέντα» της ελληνικής διάσωσης, να μείνει κολλημένη στην ξεπερασμένη ημερήσια διάταξη της χρεοκοπίας, συγκρατώντας και πάλι πίσω απ’ τις ανάγκες της την ίδια τη χώρα και τους ανθρώπους της.

Δυστυχώς, «ο Τσίπρας και τ’ άλλα παιδιά», το κάνουν ήδη! Μένουν ακίνητοι, ενώ τα γεγονότα αιτούνται ταχεία κίνηση προς τα εμπρός! Αν παρατείνουν αυτό το λάθος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν θα έχει μέλλον! Και τότε, το ποιός θα τον αντικαταστήσει, θα έχει μικρή σημασία! Μ’ άλλα λόγια θα έχει χαθεί η ευκαιρία πολιτικά σημαίνουσας εξέλιξης των πραγμάτων, δηλαδή προοδευτικής στροφής για την Ελλάδα -που για μιαν ακόμη φορά φαίνεται να είναι η ασφαλέστερη κίνηση-, και θα απομείνει η κίνηση αυτή καθ’ αυτή χωρίς ιδεολογικοπολιτικά σημαίνουσες αναφορές, να «μοστράρεται» ως «λύση». Πραγματική τραγωδία!

Υπάρχει αντισυνταγματικότητα

στους χειρισμούς για το δημοψήφισμα;

Με μεγάλη προσοχή άκουσα την άποψη του άσπονδου φίλου μου Ευάγγελου Βενιζέλου (εισηγητή της πρότασης να κριθεί ως αντισυνταγματική η πρόταση της κυβέρνησης προς τη Βουλή για το δημοψήφισμα, με αίτημα να μην τεθεί σε ψηφοφορία το θέμα, πρόταση που απορρίφτηκε προδιαδικαστικά από την πλειοψηφία της Βουλής)! Ένα προκαταβολικό σχόλιο: Με θλίβει τόσο αδύναμη επιχειρηματολογία από μέρους του Ευάγγελου Βενιζέλου (ΕΒ), ένδειξη σοβαρή, φρονώ, πως έχει πλέον οριστικά μεταπηδήσει εκουσίως από τον ρόλο εκφραστή του «ορθού λόγου» (οπωσδήποτε νοουμένου και ανεξαρτήτως του «ανέμου συντηρητισμού»  που εμπεριέχεται σε κάθε ορθολογισμό), σε διάδικο μέλος μιας δημόσιας αντιπαράθεσης, επιπέδου «κατινισμών» του Αδώνιδος. Αδικεί για μιαν ακόμη φορά τον εαυτό του. Κάτι, πάντως, αναμενόμενο!

Επί της ουσίας: Ο Ευάγγελος Βενιζέλος (ΕΒ) στη θέση του περί αντισυνταγματικότητας στις διαδικασίες διενέργειας του δημοψηφίσματος, επικαλέστηκε 3 στοιχεία:

α. ότι πρόκειται περί ζητήματος δημοσιονομικού περιεχομένου και επομένως δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις που επιτρέπουν την έγκριση του δημοψηφίσματος από τη Βουλή με την απλή πλειοψηφία των 150 βουλευτών και πρέπει να εφαρμοστεί η άλλη διάταξη που απαιτεί πλειοψηφία 3/5 του σώματος  (180 βουλευτές) για να εγκριθεί η διενέργεια δημοψηφίσματος,

β. ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να επιλέξει να θέσει υπό την κρίση των πολιτών τη δική της πρόταση και όχι την πρόταση των δανειστών (υιοθετώντας κατ’ αρχήν την εκδοχή πως η διαπραγμάτευση συνεχιζόταν ακόμη και επομένως δεν είναι σαφές τί ακριβώς θα κληθεί να εγκρίνει ή να απορρίψει με την ψήφο του ο λαός, και εν πολλοίς συμμεριζόμενος το επιχείρημα περί δήθεν «απόσυρσης της πρότασης των ευρωπαίων δανειστών από το τραπέζι», με συνέπεια να μην υφίσταται καν το περιεχόμενο του ερωτήματος που θέτει το δημοψήφισμα προς τους πολίτες, και

γ. ότι δεν υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για την ορθή και πλήρη ενημέρωση των πολιτών σχετικά με το ερώτημα του δημοψηφίσματος, με συνέπεια να δημιουργούνται συνθήκες πραξικοπηματικής υφαρπαγής της πολιτικής τοποθέτησης του λαϊκού παράγοντα.

Σχετικά με το α: Δεν χρειάζεται να επεκταθώ για να τεκμηριωθεί η πεντακάθαρη πολιτική βάση του κρινομένου στο δημοψήφισμα! (Γι’ αυτό και με θλίβει τόσο έωλη βάση του ενός εκ των τριών επιχειρημάτων του ΕΒ. Ένας Βενιζέλος της «καλής περιόδου» του, ουδέ καν θα είχε διανοηθεί να επιστρατεύσει τεκμηριώσεις τόσον αδύναμες και τόσο προφανών μικροπροσωπικών σκοπιμοτήτων, σε μια δημόσια συζήτηση με περιεχόμενο ζητήματα θεσμικής ευταξίας). Βεβαίως, ο ΕΒ, έχει την εμπειρία και μπορούσε εξ αρχής να διακρίνει ότι δεν θα συγκεντρωνόταν ο αριθμός των 180 βουλευτών και έριξε το βάρος του στο σημείο αυτό. (Τελικά το δημοψήφισμα εγκρίθηκε από τη Βουλή με 178 "ναι", 120 "όχι" και δύο απόντες).

Σχετικά με το β: Ο ΕΒ σκοπίμως αποκρύπτει ότι η πρόταση που τίθεται υπο κρίση, αφορά παράλληλα, (αν όχι πρωτευόντως) στο ζήτημα της ρύθμισης του χρέους. Δεν αφορά στο αν ο ΦΠΑ θα είναι στον τουρισμό στο 23% ή χαμηλότερα, και ούτε σε κανένα άλλο επί μέρους μέτρο, αλλά σε μια συνολική πολιτική χειρισμού της κρίσης στην Ελλάδα, με την πρόταση των ευρωπαίων δανειστών επί του χρέους να αποτελεί τόσο στο τεχνικό περιεχόμενό της όσο και στο επίπεδο της έκφρασης πολιτικών βουλήσεων των ευρωπαίων δανειστών μνημείο υπεκφυγής, στο πλαίσιο μιας διαπραγματευτικής τακτικής τους(;) μιας αμοραλιστικής τους θεώρησης του ενοποιητικού ευρωπαϊκού σκοπού(;) δεν γνωρίζω τί ακριβώς και δεν έχει και σημασία σ’ αυτήν τη συζήτηση. Πρόταση της Ελλάδας, επομένως, σε ό,τι αφορά το χρέος, δεν θα μπορούσε να τεθεί υπό κρίση σε δημοψήφισμα, και διότι σχετικά με το χρέος είναι οι εταίροι καλούνται να προτείνουν λύση προς την ελληνικη πλευρά (δέσμευση που έχουν ήδη παραβεί), και διότι δεν είναι η ελληνική πλευρά που θα ενομιμοποιείτο να θέσει υπό έγκριση τέτοιο θέμα στο δημοψήφισμα, δηλαδή ένα πεδίο ευθύνης άλλων -των ευρωπαίων δανειστών μας εν προκειμένω- και όχι της Ελλάδας και των πολιτών της. Τα γνωρίζει καλά αυτά ο ΕΒ και τα αποσιωπά.

Ως προς τα άλλα:

- Η δήθεν «απόσυρση» της πρότασης των ευρωπαίων δανειστών που θα καθιστούσε το δημοψήφισμα άνευ αντικειμένου, κατά μίαν άποψη, -σημειωτέον δεν υπάρχει καμιά επίσημη ανακοίνωση των ευρωπαίων δανειστών περί τούτου-, πρόκειται για «κολπάκια», εγχώριων ου μη μόνον πολιτικών, οικονομικών και επιχειρηματικών κύκλων, να ασκηθούν πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση να υπαναχωρήσει από το δημοψήφισμα! Είναι χαρακτηριστική η δήλωση Ντάιζελμπλουμ μετά το κρίσιμο eurogroup, “Το «ναι» στο δημοψήφισμα, θα σημαίνει την άμεση εφαρμογή των όσων έχουν συμφωνηθεί”, που κάθε άλλο παρά «απόσυρση» σημαίνει. Θα αρκούσε κανένας να παρακολουθήσει την ειδησεογραφία, όπως την παρουσίαζε ο κύκλος των λεγόμενων «συστημικών» media, για να διαπιστώσει διά «γυμνού ώτος και οφθαλμού» τη μεροληπτική μεταφορά του κλίματος από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων των ευρωπαίων δανειστών μας. Χαρακτηριστικό είναι πως και σήμερα τα ίδια media συνεχίζουν να κάνουν λόγο για «δημοψήφισμα άνευ αντικειμένου», ενώ στην τρέχουσα ειδησεογραφία τους μεταδίδουν -μεταξύ πολλών άλλων αναλόγου περιεχομένου- τη δήλωση Ντάιζελμπλουμ στο κρίσιμο eurogroup: “Το «ναι» στο δημοψήφισμα, θα σημαίνει την άμεση εφαρμογή των όσων έχουν συμφωνηθεί”.                    

- Η αναφορά σε «πραξικόπημα» από την κυβέρνηση, με την κατηγορία της απόπειρας υφαρπαγής της λαϊκής ψήφου στο δημοψήφισμα (προσέξετε, όχι -κυρίως- επειδή είναι ο χρόνος λίγος, που είναι και το μοναδικό σημείο της επιχειρηματολογίας του ΕΒ που έχει έρμα), αλλά επειδή η κυβέρνηση παραπλανά  την κοινή γνώμη αλλοιώνοντας το πραγματικό ερώτημα του δημοψηφίσματος, που -όπως είπε ο ΕΒ- δεν είναι, ναι ή όχι στην πρόταση των δανειστών, αλλά ναι ή όχι στο ευρώ (μερικοί το πάνε και πιο κάτω, ναι ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση!). Είναι απόπειρα πραξικοπήματος, λοιπόν, κατά τον ΕΒ, το κατ’ εκείνον «ψευδές ερώτημα» ναι ή όχι στην πρόταση των ευρωπαίων δανειστών, ενώ …δεν είναι απόπειρα πραξικοπήματος η διακίνηση από μέρους του της ψευδούς θέσης πως «η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κάνει όσα κάνει για να βγάλει την Ελλάδα από την Ευρώπη» και στο δημοψήφισμα καλούνται οι Έλληνες πολίτες να πουν ναι ή όχι στο ευρώ! Δεν ξέρω τί βλέπει έκαστος εξ ημών σχετικά με τις προθέσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την παραμονή της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, εγώ -όμως- βλέπω προσήλωση της κυβερνητικής πολιτικής στον ευρωπαϊκό ελληνικό δρόμο. Αντίθετα, την αντίληψη περί δήθεν επέλευσης των απογόνων του «κομμουνιστοσυμμοριτισμού» με απώτερους σκοπούς τη ρεβάνς του εμφυλίου, την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., βλέπω να διακινούν ακροδεξιές δυνάμεις, οι «σαμαρικοί» του Άδωνη και του Μάκη καθώς και οι μανιοκαταθλιπτικοί «εκσυγχρονιστές», οι «σώφρονες» και οι νεο-φιλελεύθεροι, σε μια φτηνή πολιτική μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, που είναι ντροπή να προσυπογράφει ο ΕΒ! Στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., πράγματι υπάρχουν δυνάμεις με στρατηγική διαφωνία την ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό «σύστημα». Και μέρος τούτων εκφράζονται με τις ανάλογες εκ του αντιθέτου λαϊκίστικες απόψεις μ’ εκείνες του Αδώνιδος και των συν αυτώ, που χαρακτηρίζουν χύδην «γερμανοτσολιάδες», όσους θεώρησαν εξ αρχής σωστό να επιχειρηθεί η διάσωση της ελληνικής οικονομίας σε συνεννόηση με τους δανειστές μας.

- Η υιοθέτηση της πολιτικώς «βλαχομπαρόκ» επιχειρηματολογίας Βορίδη, ότι δήθεν συμπίπτει η πολιτική ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με την πολιτική του «λόμπι της δραχμής» (εν είδει επέκτασης-επεξήγησης των αναφορών που εκτέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο), με την τεκμηρίωση πως επειδή και ο κ. Σόιμπλε είχε με κάποια δήλωσή του συμφωνήσει με το ενδεχόμενο ενός δημοψηφίσματος στην Ελλάδα, συμπίπτουν αντικειμενικά οι στρατηγικές ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Σόιμπλε! Δεν ελήφθη υπόψη, φερ’ ειπείν (και το θέτω έτσι, διότι μερικές φορές σ’ ένα κραυγαλέο σόφισμα αξίζει να απαντάς  μ’ ένα εξ ίσου κραυγαλέο σόφισμα), ότι Βενιζέλος και Σόιμπλε συμπίπτουν στην επιχειρηματολογία πως το πραγματικό ερωτημα του δημοψηφίσματος δεν είναι το «ναι ή όχι στην πρόταση των ευρωπαίων δανειστών», αλλά το «ναι ή όχι στο ευρώ», που θα οδηγούσε κατ’ αναλογίαν στο συμπέρασμα πως συμπίπτουν οι στρατηγικές Βενιζέλου-Σόιμπλε.

- Τέλος, και πολιτικά δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση το εάν υπάρχει ή όχι το υπό κρίση πρόκριμα του δημοψηφίσματος, από τη στιγμή που ο πολιτικός επικεφαλής  της Ε.Ε., κ. Ντόναλντ Τουσκ, ξεστόμισε εκείνο το επικεικώς απαράδεκτο “the game is over”, που συνιστά απόλυτη επιβεβαίωση του τελεσιγραφικού χαρακτήρα της πρότασης των ευρωπαίων δανειστών προς την Ελλάδα. Αυτό είναι το πολιτικό πρόκριμα του δημοψηφίσματος: Η ανατροπή του τελεσιγράφου! (Για να μην κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε ποιό είναι το πολιτικώς ζητούμενο των εξελίξεων). Οι τωρινές επανορθωτικές και κατόπιν εορτής δηλώσεις Τουσκ, που εδήλωσε ότι η Ελλάδα είναι και θα πρέπει να παραμείνει μέλος της ευρωζώνης και ότι είναι σε επαφή με ηγέτες "…ώστε να διασφαλίσω την ακεραιότητα της ευρωζώνης των 19 χωρών", εν μέσω φημών για τη πιθανότητα νέας έκτακτης συνοδού κορυφής με θέμα την Ελλάδα ή περί σύγκλησης μιας νέας συνεδρίασης Eurogroup, δεν αίρουν το ασφέστατο ερώτημα που τίθεται ενώπιον των Ελλήνων πολιτών. (Για την ιστορία να διασαφηνίσω πως πολλοί έσπευσαν να υπενθυμίσουν την απαράδεκτη ατάκα Τουσκ, με μιαν ανάλογη ατάκα του κ. Γουνγκέρ -ως επικεφαλής τότε του eurogroup, το 2009, στην αρχή της ελληνικής κρίσης. Ωστόσο, επειδή μερικές φορές οι λεπτομέρειες έχουν μεγάλη συμβολική και πρακτική σημασία, να αναφέρω ότι η ακριβής ατάκα Γιουνγκέρ ήταν “the party is over”, που τότε έφερε τεκμήρια δικαίας παρατήρησης για τις δημοσιονομικές πρακτικές της Ελλάδα που συνέβαλαν στην εκδήλωση της κρίσης χρέους στις εθνικές διάστασεις της. Άλλο όμως το “the party is over” τότε και άλλο το “the game is over”, μετά από έξι χρόνια προσαρμογών, μείωση του ΑΕΠ της Ελλάδα κατά 25%, ανεργία 26% κ.λπ. κ.λπ.. Γι’ αυτό είναι πολιτικώς επιδεκτική ανατροπής η αναφορά Τουσκ!). 

Σχετικά με το γ: Όπως ήδη είπα, είναι το μόνο σημείο που διαπιστώνεται σοβαρό «έρμα επιχειρημάτων» στην ένσταση περί αντισυνταγματικότητας του ΕΒ, που απέρριψε η Βουλή. Ο χρόνος είναι ανεπίτρεπτα μικρός προς εκπλήρωση της θεμελιώδους δημοκρατικής προϋπόθεσης περί ουσιώδους ενημέρωσης των πολιτών, ώστε ενσυνειδήτως να απαντήσουν στο εξ ορισμού σύνθετο και περίπλοκων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνεταγμένων ερώτημα που θέτει το δημοψήφισμα. Πρόκειται για βαρύτατο δημοκρατικό ολίσθημα του κ. Τσίπρα, που δεν μπορεί να παραβλέπεται. Καταλογίζεται και μετράει, ως ένα ακόμη πλήγμα του πολιτικού-κομματικού συστήματος, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, κατά της ποιότητας των δημοκρατικών μας θεσμών! Με το πρόσθετο συμβολικό κόστος πως πρόκειται για βαρύτατο δημοκρατικό ολίσθημα που διαπράττει κυβέρνηση που αυτοαποκαλείται «κυβέρνηση της αριστεράς»! (Διότι, θα αναμενόταν μεγαλύτερη ευαισθησία από τον εν λόγω πολιτικό χώρο επ’ αυτών).

Και προβληματίζει, επιπροσθέτως, ότι ο χρόνος θα μπορούσε να παραταθεί μέχρι τις 12 ή τις 19 Ιουλίου, με ανάλογα περίπου προβλήματα και ρίσκα (επέκταση του ELA άνευ προγράμματος, μη αποπληρωμή οφειλών προς το ΔΝΤ κ.λπ.). Γιατί δεν έγινε; Οφείλεται μια απάντηση!    

Ο κ. Τσίπρας το διέπραξε!  Αυτό που τώρα εμένα με απασχολεί είναι εάν υπάρχουν «θεραπείες» που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην επούλωση των νέων δημοκρατικών πληγών στο σώμα της Ελλάδας!

Διακρίνω 3: α. ότι ο χρόνος ενημέρωσης των πολιτών σε ό,τι αφορά τις βασικές συντεταγμένες του ερωτήματος που θέτει το δημοψήφισμα, δεν περιορίζεται τοις πράγμασι στη μία εβδομάδα δημόσιου διαλόγου, αλλ’ έρχεται από παλιώτερα με διάρκεια μερικών μηνών. (Δεν επαρκεί προφανώς τούτο για μια ουσιαστική «θεραπεία» του δημοκρατικού προβλήματος που έχει αναφυεί, αλλά αξίζει -φρονώ- να αναφέρεται), β. ότι η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα και οφείλει να μεριμνήσει για την έκδοση και εκτεταμένη διακίνηση ενημερωτικού φυλλαδίου των κειμένων που τίθενται υπό την κρίση των πολιτών. (ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν νοούνται εδώ διαφημιστικές εκδόσεις υπέρ του «όχι», που θα ήταν ένα ακόμη βαρύτατο ολίσθημα σε βάρος της δημοκρατίας), και γ. ότι το τεχνικό κομμάτι της διοργάνωσης του δημοψηφίσματος είναι σχετικά απλή υπόθεση, διότι, αφ’ ενός μεν, οι γενικές εκλογές είναι πρόσφατες και δεν αλλάζουν οι εκλογικοί κατάλογοι και τα τοιαύτα, αφ’ ετέρου δε διότι το ίδιο το πρόκριμα της κάλπης είναι πολύ πιο αδρού περιεχομένου από το σύνθετο πρόκριμα των γενικών  εκλογών.

Σε κάθε περίπτωση, εάν ήμουν κυβέρνηση θα προσκαλούσα αξιόπιστους διεθνείς παρατηρητές, προς πιστοποίηση της εγκυρότητας της έκβασης του δημοψηφίσματος.           

Εν κατακλείδι 3 παρατηρήσεις:

- Αντιπαρήλθα, πλήρως, θα το είδατε πιθανώς, κάθε ενασχόληση με την άποψη ορισμένων -πολύ λίγων είναι η αλήθεια- πως «δεν μπορεί τόσο περίπλοκα θέματα να τίθενται υπό την κρίση της κυρά-Μαρίας», όπως το πακετάρουν φραστικά οι οπαδοί της εγχώριας πολιτικής «αριστοκρατίας», και έτσι γι’ αυτά τις αποφάσεις της πατρίδας θα έπρεπε να λαμβάνουν τεχνοκράτες. Η άποψη είναι τόσο οπισθοδρομική και αντιδημοκρατική, που γυρίζει πίσω στο μεσαίωνα τον σημερινό πολιτικό δημόσιο διάλογο. Πως θα μπορούσε λοιπόν να σταθεί τέτοια επιχειρηματολογία, ως επικουρική έστω τεκμηρίωση της αντισυνταγματικότητας του δημοψηφίσματος;      

- Αντιπαρέρχομαι, ωσαύτως, την έμμεση προτροπή ευρωπαίων αξιωματούχων προς τους Έλληνες πολίτες να αλλάξουν τον κ. Τσίπρα. Συνιστούν χλεύη για τις ευρωπαϊκές δημοκρατικές παραδόσεις! Στο χέρι των ευρωπαϊκών θεσμών να λάβουν τα μέτρα τους.

- Ο ΕΒ συμπαρέσυρε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπό τη νέα ηγεσία του, σε πολιτικές επιλογές που κατά τη γνώμη μου δεν υπήρξαν οι  ορθές. Το αναφέρω για να υπογραμμίσω πως παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του ΕΒ παραμένει ο έχων τον κύριο λόγο στο κίνημα και θα επηρεάζει καθοριστικά την «γραμμή» του, υπό την ιδιότητα του επικεφαλής της κοινοβουλευτικής του ομάδας, όποτε ο ίδιος το κρίνει αναγκαίο. (Πολιτική κριτική ασκώ, ως γνωστόν έχω αποστασιοποιηθεί από το κίνημα με τη σημερινή του πολιτική εικόνα, τις ιδεολογικές θέσεις και την τρέχουσα πολιτική «γραμμή» του). Η υποστήριξη της άποψης περί της αντισυνταγματικότητας σχετικά με το δημοψήφισμα, δεν είναι το κακό!  Η υιοθέτηση της επιχειρηματολογίας περί της αντισυνταγματικότητας δημιουργεί το πρόβλημα!  Για όλους τους λόγους που ανέφερα έως εδώ. Η για μιαν ακόμη φορά ρυμούλκηση από μεριάς του ΕΒ του ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε ταυτίσεις με τη «σαμαρική» Ν.Δ., ενώ κανένα άλλο κόμμα δεν δέχτηκε να υπερψηφίσει την ένσταση αντισυνταγματικότητας, που τελικά υποστήριξαν μόνοι οι δύο πρώην κυβερνητικοί εταίροι, δεν ήταν η καλύτερη πρεμιέρα «επί μεγάλου θέματος» για την κυρία Γεννηματά (για την οποία μερικοί μου είπαν πως μίλησε καλά, εγώ δεν την άκουσα), με την προτεραιότητα κατά τη γνώμη μου της πειστικής αποστασιοποίησης του κινήματος από την καταστροφική διετία 2012-’14 να αναβάλλεται και πάλι για άλλη φορά.          

Ένα πολιτικό σχόλιο καρδιάς…

Σήμερα, 9/6/2015, μια μέρα πριν την απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με τη ρευστότητα προς τις ελληνικές τράπεζες και παρ’ όλην την εκτειθέμενη σύγχυση, που κι από τα δύο μέρη (Ελλάδα και ευρωπαϊκές πιστώτριες χώρες) αφήνεται να εννοηθεί πως επικρατεί, παρά ταύτα, τα πράγματα έχουν σε αρκετά σημαντικό βαθμό ξεκαθαρίσει!

Τί εννοώ; Ας δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα πού βρισκόμαστε:  

- Οι ευρωπαίοι δανειστές έχουν απορρίψει (όλες) τις ελληνικές προτάσεις! Ανεξαρτήτως του τί στην πραγματικότητα (ή τί επικαλούνται πως) ευθύνεται για την απορριπτική στάση τους, υποχώρηση άλλη από μέρους τους δεν αναμένεται, πέραν των 2 παραχωρήσεων που έχουν ήδη κάνει: α. την μείωση του στόχου για το πλεόνασμα των επόμενων ετών (έως το 2018, συγκεκριμένα -και ίσως αυτό το έτος αποδειχτεί με ιδιαίτερη σημασία, αφού η διαχεόμενη εικόνα των σκέψεων που κυριαρχεί στις αντιλήψεις των ευρωπαίων δανειστών είναι πως το επόμενο πρόγραμμα για την Ελλάδα -εφ’ όσον υπάρξει τέτοιο- θα ολοκληρωθεί στα τέλη του 2018), και β. την παράταση της δανειακής σύμβασης, αποδεχόμενοι στην απόφαση του Φεβρουαρίου του eurogroup ότι τούτο μπορούσε να συμβεί χωρίς άλλη συμβατική υποχρέωση της Ελλάδας έναντι των δανειστών της (έστω υπό την παραδοχή περί «δημιουργικής ασάφειας» και ανεξαρτήτως του ότι εκ των υστέρων ουσιαστικά έχουν υπαναχωρήσει ζητώντας πλήρη συμμόρφωση στο πρόγραμμα-μνημόνιο που έληξε στις 28/2/2015). Μόνο ενδεχόμενο να αλλάξει κάτι υπέρ της Ελλάδας από το σχέδιο που παρουσίασε ο κ. Γιουνγκέρ στον Έλληνα πρωθυπουργό, να πάρουν οι ευρωπαίοι δανειστές πίσω τον υψηλό συντελεστή  ΦΠΑ στο ρεύμα και τα κοινωνικά τιμολόγια και το πολύ-πολύ να μην επιμείνουν σε ορισμένες «μεταρρυθμίσεις», που ούτως ή άλλως δεν εζητήθηκαν όλον αυτόν τον καιρό των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και εσχάτως επανεπιστρατεύτηκαν για να υπάρχει κάτι σ’ αυτήν την τεθνεώσα μεταρρυθμιστική ατζέντα που θα πρέπει να παρουσιαστεί πως δεν κάνουν οι δύστροποι Έλληνες ελέω της κομματικής πελατείας του (η αγαπημένη ατζέντα των εχώριων συμφερόντων και προς ίδιον όφελος, που οι ευρωπαίοι δανειστές δεν χρειάζονται πλέον παρά μόνο για λόγους εντυπώσεων). 

- Η Ελληνική κυβέρνηση έχει προ πολλού καταθέσει το πλαίσιο των ανεκτών και πολιτικώς βιώσιμων πολιτικών επί της οικονομίας που θα επιχειρήσει να εφαρμόσει, και -ανεξαρτήτως της άποψης εκάστου επί του εάν επαρκούν αυτά ή όχι- δεν μπορεί πλέον να κάνει άλλο πίσω (εκτός συγκλονιστικού απροόπτου και εφ’ όσον θα αποδεχόταν να φλερτάρει ο κ. Τσίπρας με την πολιτική αυτοκτονία του ίδιου και της παράταξης του) είτε στα ζητήματα του πλαισίου μέτρων προς εξασφάλιση δημοσιονομικών εσόδων, είτε -και πολύ περισσότερο- στη θέση πως συμφωνία ή και οποιαδήποτε παράτασή της χωρίς απτές εξασφαλίσεις σχετικά με την τύχη του ελληνικού χρέους δεν είναι νοητή. Άλλωστε, και πίσω να κάνει ο κ. Τσίπρας, το πολιτικώς βιώσιμον της υποχώρησής του θα ετίθετο εξ αρχής σε σοβαρή αμφιβολία και πολιτικό κλονισμό.

- Το αδιέξοδο δεν είναι διπλωματικό αλλά πραγματικό και πολύ επικίνδυνο! Ήδη, έγκυροι αναλυτές κάνουν λόγο για αρρωστημένη συμφιλίωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και των πολιτικών ηγεσιών με τα εγκαίνια της διαδικασίας αποδόμησης  της ζώνης του ενιαίου νομίσματος, που -αν τυχόν αυτό επαληθευτεί και ανεξαρτήτως της τύχης της Ελλάδας- τίποτα στο ευρώ δεν θα είναι όπως ήταν μέχρι σήμερα.

Επίσης, ελάχιστη σημασία έχει εάν θα γίνουν εκλογές ή όχι, αφού με τυχόν επιβεβαίωση του αδιεξόδου αντιστροφή των εξελίξεων θα είναι πλέον πολύ δυσκολότερη από πριν και πολύ πιο δαπανηρή.  

Σε κάθε περίπτωση, και ξανά ανεξαρτήτως  του τί πιστεύει ο καθένας για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τους ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδας και οποιονδήποτε άλλον ήρωα τούτης της περιπέτειας, η κυριαρχία του μοντέλου Σόιμπλε στην οικονομία της ευρωζώνης αποτελεί προανάκρουσμα δύσκολης συνέχειας για τους πληθυσμούς της Ε.Ε., με τη συνοχή της Ένωσης σε κρίσιμο σημείο και την εγγύς γεωπολιτική αστάθεια να καραδοκεί για να επηρεάσει τα πράγματα επί τα χείρω.

- Γνωρίζετε, όσοι παρακολουθείτε κείμενά μου, πως εξ αρχής ήμουν απαισιόδοξος για την τύχη της ελληνικής υπόθεσης. Γνωρίζετε, επίσης, πως έχω επισημάνει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση περιλαμβάνει διαμεσολαβήσεις τελευταίας ευκαιρίας, ακόμη και για τα πιο περίπλοκα θέματα -συνήθως τελεσφόρες. Δεν πιστεύω πως σε τούτη τη φάση τέτοια διαμεσολάβηση θα προσέφερε πολλά! Όπως, επίσης, πιστεύω πως παράταση των διαπραγματεύσεων στο μοντέλο της ασαφούς και εκ των πραγμάτων προς όφελος των ισχυροτέρων απόφασης του Φεβρουαρίου 2015 του eurogroup θα επιδείνωνε περαιτέρω την ελληνική θέση κατά τον επόμενο γύρο διαπραγμάτευσης. Άλλωστε, σταθερή παράλληλη πεποίθησή μου είναι πως η ελληνική οικονομία δεν θα είχε νόημα να παρατείνει ούτε και για μερικές μέρες μόλις την καθοδική πορεία προς την οριστική εκπνοή της, που ξεκίνησε το 2012 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η Ελλάδα δεν θα ξαναβρεί ούτε την αυτοπεποίθηση, ούτε την υπομονή και το κουράγιο, ούτε τις πολιτικές συνθήκες να αμφισβητήσει πειστικότερα τις εμμονές που την κρατούν πεισματικά στη δίνη του τέλους της. Αν δεν ρισκάρει σήμερα, πιστεύω πως, δεν θα το κάνει ποτέ. Κι αν είναι κάτι να κερδίσει από την απώλεια του 25% του ΑΕΠ της τα τελευταία χρόνια, αυτό πρέπει να εκταμιευτεί σήμερα και όχι με υποσχετικές αναξιόπιστων δεσμεύσεων (το χρέος εκκρεμεί εδώ και δυόμισι χρόνια, επιβαρύνοντας ολοένα και περισσότερο τον Έλληνα πολίτη). Άλλωστε, με τόσην απώλεια στο ελληνικό ΑΕΠ περίπου βρισκόμαστε στα επίπεδα πριν την είσοδό μας στην ευρωζώνη. Ό,τι ήταν να επιστρέψουμε από τη σπατάλη της αφροσύνης μας τα έχουμε επιστρέψει. Δεν πρέπει να επιστρέψουμε κι άλλα!

- Τέλος, επειδή η διαφαινόμενη πρώτη συνέπεια των «ποινών» σε βάρος μας για την «κουτουράδα μας» να μη συναινέσουμε στην περαιτέρω καταστροφή μας, φαίνεται να είναι οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων (πλαφόν στις ημερήσιες αναλήψεις από τις τράπεζες, συζητείται σε δημοσιογραφικούς κύκλους το όριο των 300 ευρώ και ενδεχομένως από τις προσεχείς ημέρες κιόλας), ας μην ξεχνάμε ότι τόσα λεφτά υπεραρκούν για να ζήσουμε σε ημερήσια βάση -μακάρι να υπήρχαν περισσότερα στις καταθέσεις των νοικοκυριών. Και πάντα με την ελπίδα ότι θα υπάρξει η στοιχειώδης σωφροσύνη να εξαιρεθούν οι εμπορικοί τραπεζικοί λογαριασμοί από τετοιους περιορισμούς, επίσης να θυμόμαστε -εάν όλ’ αυτά, ό μη γένοιτο, επαληθευτούν- ότι θα έχουν τεθεί τέτοιοι περιορισμοί, ενώ η Ελλάδα έχει αδιάθετο απόθεμα 10,9 δισ. ευρώ περίπου από το πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών της, χρεωμενα στο δημόσιο χρέος της, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σ’ όλες τις άλλες χώρες-μέλη της ευρωζώνης, και τις πιστώσεις αυτές εις χείρας των ευρωπαίων δανειστών μας. 

Ταύτα! Ψυχραιμία, υπομονή και πίστη στη δημοκρατία μας, θα μας βγάλουν από τη δύσκολη στιγμή. Καλή τύχη σ’ όλους!            

(Αντί άλλου σχολίου αναρτώ μια χορευτική παράσταση, αφιερωμένη στις μεγάλες νίκες της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων. Εκεί κερδίζονται και χάνονται οι μεγάλες μάχες της ζωής, συμπατριώτες μου!… https://youtu.be/8J21miKCLqQ)

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας