Ο Ε. Βενιζέλος, η Φ. Γεννηματά

και η ανάγκη προοδευτικής παράταξης για την Ελλάδα

Παρακολουθώ εδώ και καιρό την απόπειρα της κυρίας Φώφης Γεννηματά να συγκροτήσει μια σοβαρή πολιτική παράταξη στον προοδευτικό πολιτικό χώρο. (Οι προσωπικές απόψεις μου επί του θέματος εκτέθηκαν εν λεπτομερεία στο blog μου και συγκεκριμένα στο link http://www.molyvi.com/414929145)

Αναγνωρίζω, όμως, ότι η τελευταία πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν δίστασε να προσφερθεί να αποσυρθεί και η ίδια από την ηγεσία του κινήματος, εάν αυτό θα διευκόλυνε την προσπάθεια ανασύνταξης του σοσιαλιστικού δημοκρατικού κινήματος στην Ελλάδα!

Των αναφορών της κυρίας Γεννηματά ακολούθησαν 2 παρεμβάσεις του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

- Στην πρώτη περίπτωση, ο κ. Βενιζέλος χαρακτήρισε ανοιχτά ως λανθασμένη την αναφορά της κυρίας Γεννηματά (με την ευκαιρία εκλογής του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας), σύμφωνα με την οποία το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το χωρίζει «άβυσσος» από την παράταξη εκπρόσωπο της εγχώριας συντήρησης, τη δεξιά.

- Στη δεύτερη περίπτωση, ο κ. Βενιζέλος, επιχειρώντας μάλιστα να εμφανίσει ως δεσμευτική για το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την άποψή του, μας εξήγησε με άρθρο του σε εφημερίδα (που αναρτήθηκε και στην προσωπική ιστοσελίδα του), ότι το μέλλον της προσπάθειας που επιχειρεί να αναλάβει η κυρία Γεννηματά, θα πρέπει κυρίως να αφορά στον κεντρώο χώρο, αφήνοντας δευτερεύοντα και τελείως συμπληρωματικό λόγο στη σοσιαλιστική/σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα της παράταξης.

(Για να στηρίζει την άποψή του ο κ. Βενιζέλος επικαλείται, μάλιστα, στο εν λόγω άρθρο του ευρωπαϊκές «αναγκαιότητες», αναφέροντας ότι «…Η απόφαση του συνεδρίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εφαρμόζει στην Ελλάδα αυτό που εδώ και χρόνια έχει κάνει το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΕΣΚ) που προσέθεσε στον τίτλο του και τους «Δημοκράτες». Στο δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκροτήθηκε η «Προοδευτική Συμμαχία των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών» ακριβώς για να περιληφθούν δυνάμεις που δεν αυτοτοποθετούνται στο χώρο του Σοσιαλισμού ή της Σοσιαλδημοκρατίας, αλλά σε έναν ευρύτερο προοδευτικό δημοκρατικό χώρο…»).

Και ακολούθως, ο κ. Βενιζέλος δεν διστάζει να κάνει ευθέως λόγο για τον «μεσαίο χώρο» (τον αγαπημένο, υπενθυμίζεται του πρώην πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή), ως κεντρικού στοιχείου πολιτικής αναφοράς της προσπάθειας που έχει αναλάβει (όχι αυτός!) η πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

(Όλο το άρθρο του κ. Βενιζέλου στο http://www.evenizelos.gr/409-mme/articles/2016/5242-vima-7-2.html)

Βεβαίως, ο κ. Βενιζέλος έχει κάθε δικαίωμα να διατυπώνει δημόσια τη γνώμη του!

Ταυτόχρονα, όμως, οφείλει να σέβεται ότι δεν είναι πλέον εκείνος στην ηγεσία του κινήματος!

Τα υπόλοιπα, παραδείγματος χάριν σχετικά με τον τρόπο εκφοράς των θέσεών του, δηλαδή από καθέδρας και εν είδει διαχειριστού-θεματοφύλακα της συλλογικής παραταξιακής μνήμης (γιατί αυτό μαρτυρεί η θέση του ότι οι δικές του απόψεις είναι συνεδριακά κατοχυρωμένες και άρα δεδομένες για το ΠΑ.ΣΟ.Κ.) δεν χρήζουν άλλου σχολιασμού, αναδυόμενες από την εν γένει στάση και αντίληψή του για το πώς ο ίδιος κατανοεί τον εαυτό του και τον ρόλο που επιφυλάσσει για την αφεντιά του στις δημόσιες υποθέσεις της χώρας.     

Το πολιτικό «ψαχνό», όμως, όλων  αυτών κρίνω πως είναι να σταματήσει και να ακυρωθεί εξ αφετηρίας κάθε προσπάθεια πειστικής αποστασιοποίησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τον θανατηφόρο για την παράταξη, όπως έχει αποδειχτεί, εναγκαλισμό με τη δεξιά! Σκοπός, να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο να σταθεί το κίνημα σοβαρά απέναντι στην ανάγκη να στηριχτεί η σημερινή κυβέρνηση (φυσικά χωρίς συμμετοχή σε υπουργικούς θώκους) και να αποφευχθεί πολιτική αποσταθεροποίηση που θα κλόνιζε τη χώρα. Γιατί, θα ρωτήσει κανένας!... Μα, φυσικά, γιατί παραμένει προτεραιότητα για τον κυβερνητικό εταίρο του κ. Αντώνη Σαμαρά, να δικαιωθεί η καταστρεπτική διακυβέρνηση Ιούνιος 2012-Δεκέμβριος 2014 και όχι να προχωρήσει η πατρίδα!

Είναι καιρός η κυρία Γεννηματά να πάψει να προσποιείται ότι δεν πήρε «χαμπάρι» αυτές τις συμπεριφορές!  Η ανοχή της, που αποδίδω σε  καλές προθέσεις και ενωτική προαίρεση, δεν ωφελεί πλέον! Χρειάζεται αποφασιστικότητα και σταθερή προσήλωση στην προσπάθεια να ανακτήσει  ο χώρος την αξιοπιστία του μπροστά στα  προοδευτικά πολιτικά κοινά της Ελλάδας, με πειστική αποστασιοποίηση από τη Νέα Δημοκρατία. Διαφορετικά, όλη αυτή η συζήτηση, για παρά πολλούς θα έπαυε να έχει οποιοδήποτε νόημα, στο πλαίσιο της απόπειρας να αποκτήσουν επί τέλους πολιτική εκπροσώπηση στον τόπο μας, άνθρωποι προοδευτικοί και καλυπτόμενοι από την ιδεολογία του δημοκρατικού σοσιαλισμού.          

Ο δημοσιογράφος, η τρομοκρατία και η λογοκρισία

Εδώ και μέρες, σχολίασα με αυστηρότητα τον τρόπο με τον οποίο δημοσιογράφοι χειρίστηκαν την υπόθεση θεατρικού έργου που παιζόταν στην πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.  

Και κατέληγα στη λυπηρή διαπίστωση: «…Μία από τις χειρότερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας!...»

Δυστυχώς, όμως έκανα λάθος! Τα χειρότερα για τον ρόλο των δημοσιογράφων ακολούθησαν. Ενώ η υπόθεση κατέληξε στο κατέβασμα του έργου και μάλιστα υπό τις απειλές -όπως καταγγέλθηκε- σε βάρος ανθρώπων του θεάτρου αλλά και θεατών!

Μέσα σ’ όλ’ αυτά ένας δημοσιογράφος πήρε συνέντευξη από έναν βουλευτή της συμπολίτευσης και του ζήτησε να σχολιάσει την υπόθεση. Κι αφού έλαβε κάποιες απαντήσεις, διέπραξε το ανοσιούργημα της ερώτησης προς τον συνομιλητή του, τί θα έπρεπε να γίνει εάν στο επίκεντρο της υπόθεσης δεν είχε έλθει ένας αριστερός τρομοκράτης αλλά ένας ακροδεξιός κατηγορούμενος για δολοφονία, και αν θα έπρεπε να επιτραπεί το ανέβασμα τέτοιου θεατρικού έργου.    

- Αν το έκανε ο δημοσιογράφος για να υπερασπιστεί την ελευθερία του καλλιτεχνικού έργου, ακόμη κι αν είναι το έργο ενός φασίστα, είναι βλακωδέστατη η παρέμβασή του, απλούστατα διότι έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα.  

- Αν το έκανε για να ταυτίσει την πολιτική τρομοκρατία με τον νεοναζισμό, είναι ηλίθιος διότι οι διαφορές είναι δυσθεώρατες και ορατές διά γυμνού οφθαλμού.

- Αν το έκανε για να καθαγιάσει δημόσιες απόψεις που το πρακτικό αποτέλεσμά τους είναι πούρα  λογοκρισία, είναι ή επικίνδυνος ή ο ίδιος συνειδητός ακροδεξιός.

- Κι αν, τέλος, το έκανε για να χρεώσει στην κυβέρνηση ταύτιση με απόψεις τρομοκρατών (στο πλαίσιο του παρεπιδημούντος μανιοκαταθλιπτικού αντι-συριζισμού), δεν είναι δημοσιογράφος, αλλά θλιβερός προπαγανδιστής.       

Οι παρεμβάσεις δημοσιογράφων που καταλήγουν σε συνέπειες με βαρύτατο δημοκρατικό κόστος πληθαίνουν πλέον επικίνδυνα! Οι απειλές κατά της δημοκρατίας που συγκροτούν αυτές οι άθλιες πρακτικές, οφείλουμε όλοι -και πριν απ’ όλους οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι- να τις απομονώσουμε και να τις σταματήσουμε. Το αυγό του φιδιού βρίσκεται πια πολύ κοντά στο  να σπάσει…  Και δυστυχέστατα όλο και μεγαλώνει ο ρόλος του κλάδου στο κακό.          

Κάτω τα χέρια από την Τέχνη. Η λογοκρισία δεν θα περάσει!

Ένας χρόνος διακυβέρνησης Τσίπρα (Μέρος Γ΄)

Η διαχείριση της ελπίδας που ξεθωριάζει

Σ’ ένα σχόλιό μου, πριν μερικές μέρες και αναφερόμενος στην αξιολόγηση Τσίπρα μετά από ένα έτος, είχα επαναλάβει την εκτίμησή μου ότι η μεγαλύτερη πολιτική αποτυχία της επέλευσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην κορυφή του πολιτικού συστήματος και την ανάληψη της ευθύνης διακυβέρνησης της Ελλάδας είναι η παταγώδης αδυναμία του να αποποινικοποιήσει το ενδεχόμενο μιας σοβαρής δημόσιας συζήτησης σχετικά με το μέλλον της χώρας στο ευρώ!

Η άποψή  μου αυτή, φυσικά, δεν αφορά  στους ανόητους και πολιτικάντικους όρους διεξαγωγής  της όποιας δημόσιας συζήτησης έλαβε χώρα επ’ ευκαιρία του δημοψηφίσματος.  (Και, άλλωστε, ένα σημείο αυστηρής κριτικής που  άσκησα από τότε ήδη στην τρόπο με τον οποίο διενεργήθηκε το δημοψήφισμα ήταν ότι το εσπευσμένον του πράγματος θα έπληττε το βάθος και την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου που όφειλε να γίνει, αποσταθεροποιώντας και την πολιτική νομιμοποίηση της ετυμηγορίας του. Όπως επίσης, σκληρή κριτική προσήκει στην κυβερνητική πολιτική σφραγίδα Τσίπρα, διότι -ενώ ακριβώς  είχε τη δυνατότητα και την ευκαιρία «να ανοίξει» τη συζήτηση- πιεζόμενος από την ασφυκτική παγίδα έλλειψης ρευστότητας, που συνειδητότατα έστησαν οι ευρωπαίοι δανειστές μας, υπαναχώρησε με ευκολία σε άλλη πολιτική ατζέντα από εκείνην που ο ίδιος είχε επιμείνει να τεθεί στην πολιτική μας ζωή, υπό το εξαιρετικά επιφανειακό δίλημμα «ναι ή όχι στο μνημόνιο». Ένα δίλημμα, του οποίου το περιεχόμενο -αν το κατανοήσει κανένας πλήρως- προϋποθέτει ότι η Ελλάδα είναι στην ευρωζώνη και δεν απομένει ει μη μόνον το πώς θα διασωθεί από τα κοινοτικά ταμεία προς συζήτηση: με μνημόνιο ή με κάτι άλλο (ευρω-ομόλογα κ.λπ.);

Και, ναι -ειρήσθω εν παρόδω-, ήταν σφάλμα σοβαρό, το κριτικάρισα αυστηρά από τότε, ότι αφέθηκαν να χαθούν χωρίς σοβαρή προσπάθεια για το αντίθετο τα εναπομένοντα 7 δισ. του 2ου μνημονίου και υπογράφτηκε η ενδιάμεση συμφωνία παράτασής του, χωρίς η ελληνική πλευρά να θέσει ως κεντρικό όρο της δικής μας πλευράς την εξασφάλιση αυτών των πιστώσεων, αφού ο,τιδήποτε άλλο εκτός από χρόνο δεν εξασφάλισε η Ελλάδα από εκείνην τη σύμβαση παράτασης του 2ου μνημονίου, ώστε στη συνέχεια να συμφωνηθεί το 3ο μνημόνιο. Αυτό το καίριο τακτικό σφάλμα, κατά τη γνώμη μου, ήταν η «μητέρα των προβλημάτων ρευστότητας» που έκτοτε επιδεινώθηκαν ραγδαία και ασφαλώς συνέβαλαν στη χειροτέρευση των όρων του 3ου μνημονίου, ενώ ακόμη και σήμερα συνιστούν το μεγαλύτερο εμπόδιο για την (όποια) ελληνική κυβέρνηση να διαπραγματευτεί με στοιχειωδώς ισορροπημένους όρους με τους ευρωπαίους δανειστές μας. Φυσικά, πρέπει επίσης να πω εδώ, τελώ πλήρως εν γνώσει και δεν υποτιμώ ότι η απελθούσα κυβέρνηση Σαμαρά δεν είχε αφήσει παρά ρευστότητα 1 μηνός περίπου για την κάλυψη των δημόσιων δαπανών στα συρτάρια, όπως άλλωστε έχει αναφέρει και ο κ. Σταϊκούρας, επιφανές στέλεχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης Σαμαρά και μέχρι τέλους αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας. Όμως, αυτό το εγνώριζε πλέον καλά η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στα τέλη Φεβρουαρίου 2015, όταν υπέγραψε την ενδιάμεση συμφωνία ιδιότυπης παράτασης του 2ου μνημονίου, με στόχο ένα νέο μνημόνιο, το 3ο

Βεβαίως, συνέβαλαν τότε ιδιαιτέρως στην εμπέδωση ως μαζικής ψευδαίσθηση των Ελλήνων ότι υπερασπίζονταν διαφορετικές πολιτικές απόψεις έναντι της Ε.Ε. και οι ακόμη πιο ανόητες παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών κέντρων λήψης των αποφάσεων.  Οι οποίες, επέμειναν και εν πολλοίς πέτυχαν να «πλασαριστεί» η δήθεν αποκάλυψη των «πραγματικών προθέσεων Τσίπρα» ως το διακύβευμα του δημοψηφίσματος.   Και ποιά, έλεγαν οι ευρωπαίοι,  δήθεν ήταν η κρυφή ατζέντα του Τσίπρα; Μα η «ύπουλη» και απολύτως απονομιμοποιημένη αυτόβουλη έξοδος της Ελλάδας από τη ζώνη του ενιαίου νομίσματος! Κάτι, δηλαδή, που δεν υπήρξε ποτέ σκοπός της μεγάλης μάζας στελεχών και υποστηρικτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και που για τους εμπειρότερους εξ ημών φαινόταν εξ αρχής καθαρά!  Οι εγχώριοι πολιτικοί εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κέντρων λήψης των αποφάσεων -όλοι θα το θυμόμαστε- εξ αρχής «ξύνονταν στη γκλίτσα του τσοπάνη», κραυγάζοντας ότι ο Τσίπρας θα μας βγάλει από το ΝΑΤΟ, θα μας αποσύρει από την Ε.Ε., θα μας οδηγήσει στην αγκαλιά της καθυστερημένης ανατολής και διάφορα άλλα γραφικά, που φυσικά ουδέποτε υπήρξαν τίποτα περισσότερο από αστεία διαπραγματευτικά χαρτιά  στα χέρια μιας ανέτοιμης (εγώ πιστεύω και απρόθυμης)  πολιτικής κάστας να επανατοποθετήσει την Ελλάδα στον ταρασσόμενο και αναδιατασσόμενο παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη.

(Ας μου επιτραπεί εδώ και μια προσωπική αναφορά, διότι με θυμηδία επιχειρούσα από τότε να προσπεράσω τις  αστείες καταστροφολογίες φίλων μου ευρωπαϊστών του αυτοσκοπού, οι οποίοι φωνασκούσαν για τα περίφημα «βράχια» στα οποία αναποφεύκτως θα προσέκρουε η Ελλάδα ελέω ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Ήταν, όμως τόσο πεισμένοι  από τις αφηγήσεις των ευρωπαίων οι φίλοι μου αυτοί, ώστε η δική μου αντίδραση να τους εξοργίσει, αντί να τους κατευνάσει. Κι έτσι, έχασα εκείνες τις μέρες έναν θαυμάσιο φίλο, που με διέγραψε από τη σχέση μας στα κοινωνικά δίκτυα. Η ικανοποίηση από το γεγονός ότι είναι η μόνη διαγραφή για μένα, δεν αρκεί για να διασκεδάσει τη στενοχώρια μου. Κώστα, σε περιμένω πάντα με αγάπη!).

Οι εμμονές πίστης στις τις αφηγήσεις των ευρωπαίων δανειστών μας, από μεριάς των ίδιων «ευρωπαϊστών του αυτοσκοπού» συνεχίζονται ακόμη και σήμερα. Αν και πια πολλά έχουν διασαφηνιστεί.  Οι σοβαρότεροι και σοφότεροι εξ αυτών, έχουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αποσυρθεί από την πρόβλεψη περί πρόσκρουσης στα «βράχια». Τινές εξ αυτών την υπερασπίζονται ακόμη, αν και με φρασεολογία και επιμονές που την καθιστούν θεμιτή υπαναχώρηση από μια λανθασμένη εκτίμηση.  Λίγοι, απλώς έχουν υποκαταστήσει τα «βράχια» με διάφορες άλλες επαγγελλόμενες καταστροφές, προσαρμοσμένες στις εξελίξεις: ολοσχερής εξαέρωση της ελληνικής οικονομίας, αποβολή από τη Σένγκεν (κατά μία ιδιότυπη μεταμφίεση των προηγούμενων «βράχων» σε αδιέξοδα απορρέοντα από  άλλες συνθήκες της Ε.Ε.) κ.λπ.. Η τελευταία αυτή κατηγορία, θαρρώ πως περισσότερο επί της ατομικής ψυχολογικής αποτίμησης των πραγμάτων ερμηνεύεται ως στάση και δημόσια άποψη και χωρίς βεβαίως να υπαινίσσομαι τίποτα περί παθολογικών περιπτώσεων. Απλώς, είναι άνθρωποι που δυσκολότερα από τους υπόλοιπους  απεγκλωβίζονται από τις λανθασμένες  σκέψεις και εκτιμήσεις τους, ιδίως εάν για τις σκέψεις και τις εκτιμήσεις τους αυτές έχουν αναλάβει και δεσμεύσεις βεβαιότητας σε δημόσια ακροατήρια. Θα περάσει χρόνος και θα κατανοήσουν και εκείνοι πόσες υπερβολές και σκοπιμότητες διακινήθηκαν προς αξιολόγηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και της ηγεσίας του.  Με θλίβει, όμως, πως το φαινόμενο απαντάται με σχεδόν ενδημικό τρόπο σε συναδέλφους μ ου δημοσιογράφους.   

Η ίδια η θεωρία της «κωλοτούμπας», άλλωστε, που πλέον όλοι γνωρίζουμε καλά, αποτελεί σε τελευταία ανάλυση πλήρη επιβεβαίωση του ότι οι προβλέψεις για τα «βράχια» διαψεύστηκαν και ο μόνος τρόπος να φανεί ότι είχαν δίκιο όσοι καταστροφολογούσαν τόσον καιρό  είναι να ισχυριστούν τώρα ότι το μοιραίο απεφεύχθη επειδή …άλλαξε γραμμή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α..        

Επί της οικονομίας, τώρα!

Α. Συζητώντας για την οικονομική πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι απαραίτητο από την αρχή να γίνει καθαρό το εξής: Δεν είναι ενιαία η οικονομική πολιτική εδώ και ένα έτος, για να ασκείται κριτική ως δήθεν επί προγράμματος, το οποίο εξελίσσεται ομαλώς εδώ πολλούς  μήνες, υπάρχοντος δηλαδή δείγματος γραφής σαφούς, για να έχει νόημα η καλόπιστη συζήτηση. Από τον Ιανουάριο ως τον Σεπτέμβριο του 2015, δεν ησκήθη καμιά οικονομική πολιτική. Η απόπειρα από μερίδα αναλυτών να εμφανιστεί τεχνηέντως ως ενιαία οικονομική πολιτική, η περίοδος Ιανουάριος 2015-Ιανουάριος 2016, είναι σκόπιμη και οδηγεί σε άγονες συζητήσεις. Είναι γνωστό σ’ όλους τί έχει συμβεί σ’ αυτούς τους 12 μήνες. Και είναι σαφέστατο ότι το μεγάλο μέρος της μέχρι διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καταναλώθηκε σε διαχείριση της δημοσιονομικής «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», στην οποία ετέθη η χώρα, με την πρώτη εκλογική νίκη Τσίπρα. Για να μη μένει, μάλιστα, καμιά εκκρεμότητα επ’ αυτού, να υπενθυμίσω ότι υπήρξε καθαρή δημοκρατική νομιμοποίηση της προοπτικής να τεθεί η Ελλάδα σ’ αυτήν την δημοσιονομική «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», ακριβώς για να υπηρετηθεί η λαϊκή εντολή επανεξέτασης  της επιβληθείσας πολιτικής, στο πλαίσιο της απόπειρας διάσωσης της ελληνικής οικονομίας σε συνεννόηση με τους ευρωπαίους πιστωτές μας. Και είναι και δημοκρατικά ελεγκτέο εάν αυτή η παραποίηση της αλήθειας, συγκρίνοντας δηλαδή την εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική Σαμαρά  με τη μη εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική Τσίπρα, προάγεται ο δημόσιος διάλογος και εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα, ή  πάλι περί του όνου σκιάς των εντυπώσεων η συζήτηση, προς προαγωγή μικροκομματικών και άλλων συμφερόντων, ουδεμία σχέση εχουσών με το δημόσιο συμφέρον και τη χώρα ιδίως σε κρίσιμη στιγμή.  Άρα, οικονομική πολιτική τεσσάρων μηνών θα κρίνουμε και οι ανοησίες συγκρίσεων με το «τί θα γινόταν είχε μείνει ο Σαμαράς», επί του πραγματικού εξαντλούνται στα όρια ενδιαφερόντων του κύκλου συνεργατών  του απελθόντος πρωθυπουργού και στο πλαίσιο σκοπιμοτήτων του σχεδίου-διακαούς επιθυμίας της λεγόμενης «αριστερής παρένθεσης», που έχει ήδη διαψευστεί.   Άλλωστε, όπως ανέφερα και στα μέρη Α΄ και Β΄ τούτης της ανάλυσης, η «ιδιότυπη συγκριτική» της όποιας οικονομικής πολιτικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., με τα «μέιλ Χαρδούβελη» και τις άλλες σοφιστείες, έχουν ήδη εγκαταλειφθεί  και από τους αντιπάλους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως προδήλως αδόκιμες και βλαπτικές για την αξιοπιστία όσων τις επικαλούνται.      

Β. Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία και ενδείξεις για την άποψη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επί της οικονομίας. Όχι με βλακώδεις εξαγωγές συμπερασμάτων παραδείγματος χάριν, από …το σχέδιο για το Ασφαλιστικό. Ούτε βεβαίως από την σκόπιμη και «στημένη» αντίληψη περί διεύρυνσης του δημόσιου τομέα, δήθεν για να έχει να κάνει προσλήψεις το κόμμα. (Μακάρι η κυβέρνηση να διέθετε επαρκές και επεξεργασμένο σχέδιο για την αξιοποίηση του δημόσιου τομέα στην προσπάθεια ανάταξης της ελληνικής οικονομίας –και δεν διαθέτει!). Αυτές οι συζητήσεις δεν προάγουν την αναζήτηση της αλήθειας.

Η γραμμή διαπιστώσεων από τις πραγματικά διαθέσιμες ενδείξεις, άγει, αντιθέτως, ότι συμπέρασμα ότι  ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ιδίως πολιτική που να μπορεί να αντιδιασταλεί πειστικά στο ό,τι επιχειρήθηκε μέχρι σήμερα!  Διότι πριν μπούμε στη συζήτηση σχετικά με το ποιος θα υλοποιήσει το σκοπό ανάταξης της οικονομίας μας, ο ιδιώτης ή το δημόσιο, οφείλουμε να έχουμε προσδιορίσει  τους προτιμητέους κλάδους  όπου θα δομηθεί η προσπάθεια. Υπάρχουν τέτοιοι; Όχι! Ούτε ένας! Έχει γίνει έστω κάποια συζήτηση σχετικά με τον εντοπισμό τους; ‘Όχι! Έχει, τουλάχιστον, εξαγγελθεί τέτοια συζήτηση; Όχι! Συζήτηση για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης δεν μπορεί επομένως να γίνει, απλούστατα διότι τέτοια δεν υφίσταται.

Επαναλαμβάνω σήμερα μια διαπίστωση που είχα κάνει, αμέσως μετά  την ανακοίνωση του οικονομικού προγράμματος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από τη Θεσσαλονίκη, όταν ακόμη το σήμερα κυβερνών κόμμα ήταν στην αντιπολίτευση: Η οικονομική πολιτική που είχε ανακοινωθεί τότε και που σήμερα επιβεβαιώνεται πως είναι η αντίληψη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τη διακυβέρνηση της οικονομίας μας, πόρρω απέχει του να συνιστά πρόταση πολιτικής προς υλοποίηση -και δη και από ένα κόμμα που αυτοτοποθετείται στη ριζοσπαστική αριστερά! Η πλήρης απουσία στρατηγικής θεώρησης των πραγμάτων, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη τακτικών στόχων και υπό το βάρος της δυσμενούς συγκυρίας εφαρμογής του 3ου μνημονίου, σε αντίστιξη με τις προεκλογικές εξαγγελίες Τσίπρα, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές!  

Τι αντίκειται σε όσα είπα έως εδώ; Μα, φυσικά, το επιχείρημα που διακινεί η κυβέρνηση, σύμφωνα με το οποίο η δική της οικονομική πολιτική (ό,τι, δηλαδή,  εκφεύγει της υποχρεωτικής τήρησης όσων  προβλέπονται στο 3ο μνημόνιο) αναδύεται από το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα». Το οποίο, όμως, ούτε εφαρμόζεται, ούτε δείχνει πολύ πιθανό να εφαρμοστεί, ανεξαρτήτως του ότι πράγματι οι δανειστές είναι που το αντιμάχονται. Άνευ τούτου, όμως, ό,τι και να έχει προκαλέσει την μη υλοποίησή του, συζήτηση για οικονομική πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν υπάρχει στοιχειώδες έρμα να διεξαχθεί.   

Γ. Υπάρχουν, επίσης, μικρές ενδείξεις της διάθεσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να επιχειρήσει κάποια ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των ασθενέστερων. Όμως, τούτο, δεν έχει καθαρά χαρακτηριστικά και οι δουλείες του μνημονίου το κάνουν αδιαφανέστερο., για να μπορεί έστω εδώ να γίνει κάποια συζήτηση.

Αν μπορεί, λοιπόν να λεχθεί κάτι από μεριάς της δικής μου οπτικής επ’ αυτού, τούτο είναι ότι πρόκειται για ένα κεφάλαιο οικονομικής πολιτικής που προέρχεται απ’ τον σκληρό πυρήνα των απόψεων της παραδοσιακής αριστεράς, σχετικά με τον ρόλο μιας αριστεράς στην κυβέρνηση. Κατά την αντίληψη αυτήν, αν αναδιανεμηθεί ο πλούτος προς όφελος των ασθενέστερων, αυτό θα αρκούσε για να ορίσει το πολιτικό πρόσημο μιας κρινόμενης κυβέρνησης στο χώρο της αριστερής παράταξης. Μόνον που όλ’ αυτά θα είχαν εφαρμογή σε συνθήκες διεύρυνσης του ΑΕΠ μιας χώρας, για να υφίσταται συνεπεία αυτής της διεύρυνσης πλεόνασμα, η κατανομή του οποίου θα κατευθυνόταν προς τους αδυνάμους. Κι όμως! Τη χρυσή δεκαετία του καπιταλισμού (1990-2000), οι συντηρητικές παρατάξεις πετύχαιναν να διευρύνουν το μέσο εισόδημα των ασθενέστερων, εξασφαλίζοντας πόρους από την ισχυρή ανάπτυξη.  Σε συνθήκες ελλειμμάτων, όπως σήμερα, ποιά θα ήταν μια προοδευτική αντίληψη για την κατανομή, όχι πλέον του οφέλους αλλά των βαρών μιας οικονομίας;  Θα ήταν να επιβαρυνθούν περισσότερο οι ισχυρότεροι  για να ελαφρυνθούν  οι αδύναμοι, ή να δοθεί η μάχη για την επιστροφή στην ανάπτυξη;  Κι εδώ το έλλειμμα πολιτικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και θα τολμούσα να πω και της παγκόσμιας σημερινής αριστεράς) είναι τεράστιο. Άλλωστε και η κλασσική σοσιαλδημοκρατική δέσμευση για κράτος ουδέτερο απέναντι σε ταξικά συμφέροντα, που λειτούργησε αποτελεσματικά προσφέροντας  στους σοσιαλδημοκράτες τις επιτυχίες της δεκαετίας του 1980, σήμερα αποδομείται ραγδαία, ακριβώς επειδή η ευρωπαϊκή  αδυνατεί να μιλήσει προγραμματικά για επανεκκίνηση της ανάπτυξης, κι έτσι η εξειδίκευσή της στην κατανομή του πλούτου (δηλαδή, σήμερα πλέον των βαρών) την κάνει μισητή στους πολίτες.

Δ.  Υπάρχουν τουλάχιστον, κάποιες ενδείξεις σχετικά με τη μεταχείριση της τύχης των μέσων παραγωγής, ως απόρροια  μιας αντίληψης της σημερινής κυβέρνησης για την οικονομική πολιτική της χώρας; Μοναδική ένδειξη οι αποκρατικοποιήσεις! Που συνηγορούν περί του ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, παρά μόνον η δυσκολία ολοκλήρωσής τους.  Κι αυτό δεν είναι αριστερή οικονομική πολιτική! 

Ε. Γενικά για την επίδραση της διακυβέρνησης Τσίπρα στην ελληνική οικονομία, έστω και ως αποτέλεσμα αποφάσεων γενικής πολιτικής και όχι επειδή πρόκειται για υλοποίηση προγραμματικών θέσεων οικονομικής πολιτικής, οφείλω να επαναλάβω με την ευκαιρία αυτής της συζήτησης, κάτι που έχω ξαναπεί: Θεωρώ θετική την απεμπλοκή της ελληνικής οικονομίας από το καταστρεπτικότατα γρανάζια του 2ου μνημονίου! Συνεκτιμωμένων -ιδίως-  δύο επί πλέον στοιχείων: α. ότι η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε να ρυθμίσει το ελληνικό χρέος, και ένεκα της κάκιστης διεκδίκησής του  και επειδή οι δανειστές μας αθέτησαν τις δεσμεύσεις τους, και β. ότι η απεμπλοκή από το 2ο μνημόνιο πέτυχε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  να γίνει χωρίς ενεργοποίηση σκληρότατων σε βάρος της χώρας μας ρητρών που προβλέπονταν στο 2ο μνημόνιο. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ άλλο επ’ αυτού, αφού τα έχω αναλύσει διά μακρόν εδώ και καιρό με άλλες αφορμές.  

Στ. Για την ολοκλήρωση του διαλόγου που κάνουμε σήμερα, δεν απομένει παρά μια αναφορά στη θετική προοπτική ρύθμισης του ελληνικού χρέους.  Η οποία, εφ’ όσον βεβαίως επιβεβαιωθεί, θα απελευθερώσει πόρους για την ανάπτυξη και θα συμβάλλει καταλυτικά στην προοπτική επιστροφής της χώρας στις αγορές με λογικά επιτόκια, ώστε να εξασφαλιστούν πόροι για επενδύσεις. Άλλη συζήτηση επ’ αυτού, πέραν της αυτονόητης ευχής όλων να υπάρξουν θετικές εξελίξεις, δεν μπορεί να γίνει!   

Εν είδει επιλόγου, σε μια μακρά και εξ ορισμού σύνθετη συζήτηση αξιολόγησης του ενός έτους Τσίπρα στην κυβέρνηση, επιβαρυμένη επιπροσθέτως από την σκοπιμότατη και μονομερέστατη θεώρηση των μέσων ενημέρωσης, εν μέσω της διαμάχης για τη εξασφάλιση των αδειών τους, θέλω να πω τούτο:  Πολλοί φίλοι μου μπορούν να διαβεβαιώσουν ότι σε κατ’ ίδιαν συζητήσεις μας εδώ και περισσότερα από δύο χρόνια υποστηρίζω την άποψη ότι η ελληνική οικονομία (όπως την ξέρουμε και την κατανοούμε τόσα χρόνια) δεν μπορεί να τύχει οιασδήποτε «διάσωσης». Πιστεύω ότι απαιτείται συνολική και εκ θεμελίων αναδιάρθρωση τόσο των δομών της εγχώριας  οικονομικής «μηχανής» όσο και των διαδικασιών που ορίζουν τις λειτουργίες της. Εξ ίσου, πιστεύω πως είναι άλλοι οι πρωτεύοντες σκοποί ενασχόλησης των ευρωπαίων δανειστών μας με την οικονομίας μας, από τους σκοπούς που έχουμε εμείς οι Έλληνες και που μέσες-άκρες συμφωνούμε οι περισσότεροι μ’ αυτούς, όσο κι αν διαφωνούμε με το πως θα τους υλοποιήσουμε.    

Τούτου δοθέντος, η επανεξέταση και αναθεώρηση του περιεχομένου διαβουλεύσεων, με τους πιστωτές μας, είναι πιστεύω αναγκαία! Ήδη, οι εξελίξεις, οδηγούν σε συμπερίληψη στις παραμέτρους που αντιλαμβάνονται οι πιστωτές μας ως ορίζουσες την «ελληνική περίπτωση» και νέων στοιχείων. Για παράδειγμα, σε συνάρτηση με το προσφυγικό και το μεταναστευτικό ζήτημα!

Και παλιότερα έχω διατυπώσει την άποψη ότι βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της προστιθέμενης αξίας που κομίζει η Ελλάδα στην Ε.Ε. (πέραν των συμβολικών αξιών της χώρας μας), είναι το γεωπολιτικό! Και όχι το οικονομικό! Αν αυτή η άποψη ευσταθεί οδηγούμεθα στην θέση ότι  ωφελεί την πατρίδα μας η μετακίνηση της σχέσης μας με την Ευρώπη από το πεδίο της οικονομίας σε θέματα γεωπολιτικής. Για να προκύψουν όμως τα δυνατά οφέλη από την εξέλιξη αυτήν, η (όποια) ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κατανοήσει την υπόθεση αυτήν, να την καταστήσει πεδίο πολιτικής της και να επεξεργαστεί σχέδιο υλοποίησης των στόχων της.       

Φοβάμαι πως τίποτα απ’ αυτά δεν διακρίνω στην πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα.

Ένας χρόνος διακυβέρνησης Τσίπρα (Μέρος Β΄)

Η σύγκριση της οικονομίας

επί κυβερνήσεων Τσίπρα-Σαμαρά

Η επιμονή των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας να αποδείξουν ότι η οικονομία θα πήγαινε καλύτερα αν ήταν εκείνοι στην εξουσία αντί για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κατ’ αρχάς κρίνω αναγκαίο να αναφέρω πως αποτελεί ευθεία συνέπεια της πολιτικής αντίληψής τους ότι η επέλευση Τσίπρα στο τιμόνι της χώρας είναι μια εξέλιξη, την οποία αντιμετωπίζουν περίπου ως ένα είδος εκτροπής. Διαφορετικά, θα ήταν αδιανόητο να διεξάγουν διά μακρόν έναν δημόσιο διάλογο υποκείμενο στην ιδιότυπη συγκριτική του «τί θα είχε γίνει εάν είμαστε κυβέρνηση εμείς»! Το αποτέλεσμα της κάλπης, αρεστό ή μη στον οποιονδήποτε, θεωρείται στην Πολιτική δεδομένο  (υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι υπήρξε προϊόν παραδεκτής δημοκρατικής διαδικασίας) και, επομένως, μετά απ’ αυτό το αποτέλεσμα συζήτηση με αντικείμενο «τί θα είχε συμβεί αν ήταν άλλο το εκλογικό αποτέλεσμα» δεν έχει νόημα, αφού ξεκινά ο δημόσιος διάλογος σχετικά με συμβαίνοντα, με τα γεγονότα. Αυτός ο βασικός κανόνας των πολιτικών πραγμάτων κάμπτεται μόνον όταν υπάρχει σκοπιμότητα εκείνου που συντηρεί τέτοια αδόκιμη ατζέντα, είτε για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κάλπης, είτε για να επιχειρήσει εκείνος εκτροπή, εμφανίζοντάς την ως δήθεν νόμιμη. Σε τέτοιες πρακτικές η ελληνική δεξιά έχει πλούσιο παρελθόν, το οποίο τιμά και σήμερα.

(Για παράδειγμα, «παράνομη» επιχειρήθηκε να καταστεί η ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση το 1958. Εκτροπή θεωρήθηκε από την ίδια παράταξη η εκλογική νίκη της Ένωσης Κέντρου στη δεκαετία του ’60 και για να προληφθεί η «εκτροπή» του επερχόμενου θριάμβου  της Ενώσεως Κέντρου στις προγραμματισμένες για τον Μάιο του 1967 εκλογές έγινε το πραξικόπημα της 21η Απριλίου και επιβλήθηκε στη χώρα η επταετής δικτατορία. Αναλογίες ενδεικτικές αυτής της λογικής μπορούν να αναζητηθούν, επίσης, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε η Νέα Δημοκρατία τον εκλογικό θρίαμβο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 1981. Ακόμη, με το δικαστικό πραξικόπημα του 1989 απειλήθηκε να μπει φυλακή ο Ανδρέας Παπανδρέου, ώστε να μπορέσει να κερδίσει εκλογές και να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η ίδια στάση της ελληνικής δεξιάς επαναλαμβάνεται με τη δεύτερη εκλογική νίκη Σημίτη στις εκλογές του 2.000. Με επιμονή του κ. Σαμαρά, υπενθυμίζω, δρομολογήθηκε η απομάκρυνση του Γιώργου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία το 2011. Παρόμοια προσέγγιση διακρίνεται μέχρι και σήμερα σε αναφορές  στελεχών της σημερινής δεξιάς, σύμφωνα με τις οποίες η καταψήφιση από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Σταύρου Δήμα (που, υπενθυμίζεται, είχε προταθεί από τον Αντώνη Σαμαρά για Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν από λίγο περισσότερο από ένα έτος), ήταν ένα είδος εκτροπής. Κι αμέσως μετά τη νίκη του κ. Τσίπρα τον Ιανουάριο του 2015 και παρά το προφανές του περιεχομένου της τότε λαϊκής εντολής, η Νέα Δημοκρατία με τον κ. Σαμαρά να αρνείται να πράξει το αυτονόητο, να παραιτηθεί, παραμένοντας στην προεδρία του κόμματος στο πλαίσιο της ελπίδας του να επιβεβαιωθεί το σενάριο της «αριστερής παρένθεσης», επανήλθε στην ανομολόγητη αντίληψη ότι κάτι το παράνομο, μια αφανής εκτροπή, περιγράφει την επικράτηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Σοβαρό τμήμα της θεώρησης των πραγμάτων από τη δεξιά, υπό την παραδοχή ότι ο κ. Τσίπρας είναι κάτι σαν ένας απονομιμοποιημένος πρωθυπουργός εξ αρχής που ανέλαβε αυτόν τον ρόλο, ήταν η επίμονη αναφορά στο ότι ο κ. Τσίπρας δεν δικαιούται να θέσει εν αμφιβόλω την εφαρμογή του 2ου μνημονίου, ενώ προφανώς είχε κάθε δικαίωμα προς τούτο. Το δημοψήφισμα του περασμένου καλοκαιριού, όπως άλλωστε και εκείνο που επιχείρησε να κάνει ο Γιώργος Παπανδρέου, αντιμετωπίστηκαν από την Νέα Δημοκρατία, περίπου ως απόπειρες πραξικοπημάτων.  Τέλος, και αμέσως μετά τη δεύτερη στη συνέχεια εκλογική νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν 4 μήνες (και με δεδομένο ότι φυσικά καμιά συζήτηση περί εκτροπής δεν θα χωρούσε πλέον ιδίως μετά την αποχώρηση Σαμαρά από την προεδρία του κόμματος), η προσπάθεια του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι -παρά το λίαν πρόσφατο των εκλογών- να «πέσει» ο Τσίπρας.

Συνοψίζοντας: Δεν υπάρχει ήττα της ελληνικής δεξιάς, μεταπολεμικά, η οποία να μη συνοδεύεται από αντίδραση της συντηρητικής παράταξης που επιχειρεί να εγείρει θέμα νομιμότητας σε βάρος εκείνων  που την ενίκησαν -αν και σ’ όλες τις περιπτώσεις εντός των όρων διεξαγωγής του δημοκρατικού συστήματος. Κι επειδή οι ήττες της ήταν πολλές και συχνές, ιδίως μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, η συμβολή της ελληνικής δεξιάς στην πολιτική αποσταθεροποίηση της χώρας είναι μεγάλη!                                                       

Ακούω μερικές φορές τον αντίλογο από δεξιούς φίλους: «Ναι! Αλλά και η προοδευτική παράταξη αμφισβητούσε πάντα τη νομιμότητα των επικρατήσεων της δεξιάς». Έχουν δίκιο! Μόνον που η ιστορία έχει πλέον γράψει με ανεξίτηλα γράμματα (δηλαδή δεν επιδέχεται αμφισβήτησης η ετυμηγορία της) τη βασιμότητα, ή μη, των αιτιάσεων της προοδευτικής παράταξης για τις εκλογικές νίκες της εγχώριας συντηρητικής παράταξης.

ΣΗΜ.: Μακρηγόρησα, θεωρώ -ωστόσο- ιδιαίτερα χρήσιμο συζητώντας για τη συμπλήρωση ενός έτους από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να τεθεί επί τάπητος και το πλαίσιο αντιλήψεων επί του οποίου γίνεται ο όποιος δημόσιος διάλογος αποτίμησης του γεγονότος)        

Σχετικά με την οικονομία τώρα!

- Σε ό,τι αφορά τα capital controls, η άποψη της Νέας Δημοκρατίας περίπου είναι ότι έπρεπε να είχαν αποφευχθεί πάση θυσία, ακόμη κι αν για να αποτρέψει αυτήν την εξέλιξη η κυβέρνηση Τσίπρα θα έπρεπε να δεχτεί να συναινέσει σε μνημόνιο των δυσμενέστατων όρων.

(Ειρήσθω εν παρόδω, δεν θα μπω στη συζήτηση εάν τα capital controls τα έφερε ο Τσίπρας ή η Ευρώπη, απλούστατα διότι η αλήθεια δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι και τα δύο μέρη έχουν συμμετοχή στην επέλευσή τους. Τα υπόλοιπα που διαλαμβάνονται  στη δημόσια συζήτηση σχετικά με το τί θα ήθελε η μία ή η άλλη πλευρά, δεν έχουν και μεγάλη σημασία, αφού οι σκοπιμότητες σ’ αυτήν τη συζήτηση κατισχύουν των πάντων και επίσης πολλά σημεία της πραγματικότητας  είναι νωρίς για να έλθουν στο φως.  Απ’ όλα αυτά, κρατώ μόνον τα αυταπόδεικτα: α. ότι η κυβέρνηση Τσίπρα θα ήθελε να τα είχε αποφύγει και επομένως δεν μπορεί να ήταν ο επισπεύδων παράγων  της εξέλιξης, και β. ότι η «υποχρεωτικότητα» εφαρμογής των ρυθμίσεων για τις τράπεζες  της ευρωζώνης είναι ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να παραβλέπεται, συνεκτιμωμένου επίσης ότι το μέτρο επιβλήθηκε λίγες μέρες πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και ως εξαιρετικά επείγοντος χαρακτήρα -εφ’ όσον απορρίφτηκε το ρητό αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης να παραταθεί για λίγες μέρες η χορήγηση ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες από την ΕΚΤ ώστε να γίνει το δημοψήφισμα με ανοιχτές τράπεζες-  και ασφαλέστατα επηρέασε την έκβασή του. Για την ιστορία του πράγματος να αναφέρω μόνον την  ανεπιβεβαίωτη προσωπική εκτίμησή μου ότι το κλείσιμο των τραπεζών λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα εξόργισε  πολύ σημαντική νομίζω μερίδα των Ελλήνων, που βίωσαν την εξέλιξη ως άρση της «αίσθησης ασφάλειας», που θεωρούσαν ως τότε εγγυημένη από μεριάς της Ε.Ε.).              

Τί απομένει, δηλαδή, σχετικά με τα capital controls, πέραν της εκτίμησης ότι το μέτρο έπληξε την ελληνική οικονομία, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή, κάτι το οποίο άπαντες συνομολογούν ; Ναι, τα capital control έβλαψαν την ελληνική οικονομία! Κατόπιν αυτού, άξιζε τον κόπο, ναι ή όχι, είναι το ερώτημα ουσίας! Και αυτό το ερώτημα δεν  μπορεί να απαντηθεί με τον ευθύγραμμο τρόπο, με τον οποίο επιχειρούν να το χειριστούν οι διάφοροι εκπρόσωποι της Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή, χωρίς το δημοψήφισμα θα είχε δρομολογηθεί τόσο ρητά η ρύθμιση του ελληνικού χρέους, ή όχι; Χωρίς το δημοψήφισμα (και τα συνεπακόλουθα  capital controls), θα είχε εξασφαλιστεί ελάφρυνση των δημοσιονομικών υποχρεώσεων της χώρας από το 2ο μνημόνιο για υψηλότατα πλεονάσματα έως το 2018, ή όχι; Χωρίς όλ’ αυτά, θα είχε σημειωθεί η συμφωνία της εμπροσθοβαρούς χρηματοδότησης της Ελλάδας από το πακέτο Γιουνγκέρ, ή όχι; (Γιατί ό,τι και να γράφεται και να λέγεται για το δημοψήφισμα με τις φρασεολογίες και το περιεχόμενο τύπου αναφορών περί «κωλοτούμπας» και τα τοιαύτα, το αναμφίβολο είναι  ότι στη μέχρι τότε συμβιβαστική πρόταση Γιουνγκέρ προς την Ελλάδα για ένα 3ο μνημόνιο, δεν υπήρχαν προβλέψεις ούτε για το χρέος ούτε για την εμπροσθοβαρή χρηματοδότηση και αυτά προσετέθησαν μετά το δημοψήφισμα).       

Η ίδια η εξέλιξη θα δείξει, λοιπόν, εάν η απεμπλοκή της Ελλάδας από το ολέθριο 2ο μνημόνιο Σαμαρά -χωρίς άλλες τυπικές σε βάρος της χώρας συνέπειες, μάλιστα, όπως εξήγησα στο Α’  μέρος- και η ίδια η εφαρμογή του 3ου μνημονίου θα κάνουν τον τελικό λογαριασμό! Όλα τα άλλα είναι αυθαίρετες εκτιμήσεις μικροκομματικών κινήτρων, που δεν αντέχουν σε σοβαρή συζήτηση. 

- Σε ό,τι αφορά την εκτίμηση της Νέας Δημοκρατίας ότι με εκείνην στην κυβέρνηση θα ήταν τα πράγματα καλύτερα (δηλαδή η ελληνική οικονομία θα βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση εμμένοντας στην εφαρμογή του 2ου μνημονίου), ήδη αναφέρθηκα διά μακρόν στα κίνητρα πολιτικής απονομιμοποίησης της κυβέρνησης Τσίπρα, που εκφράζουν την αντίληψη της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το «δικαίωμα» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να κυβερνά. Ωστόσο, πέραν της θεσμικής πτυχής, εδώ υπάρχουν και αναφορές επί της οικονομίας!

Α. Η αποδέσμευση από την υποχρέωση της Ελλάδας για υψηλά πλεονάσματα έως το 2018, εξοικονόμησε περί τα 20 δισ. ευρώ.

Β. Το χρηματοδοτικό κενό για την Ελλάδα έως το 2018, κατά εκτιμήσεις της ίδιας της Ε.Ε. επί κυβέρνησης Σαμαρά, υπολογιζόταν συγκεκριμένα σε 18 δισ..

Γ. Η τυχόν πρόσβαση της Ελλάδας  σε γραμμή προληπτικής πιστοληπτικής  στήριξης (ECCL) , όπως έχει εξηγηθεί κατά κόρον εδώ και πολύ καιρό και όχι μόνον από εμένα, θα είχε ως συνέπεια τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας με επιτόκια περίπου πενταπλάσιας επιτοκιακής  επιβάρυνσης, σε σύγκριση με τις πιστώσεις που λαμβάνει η Ελλάδα στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου. Για κάθε 10 δισ. ευρώ που θα λαμβάνει η Ελλάδα προκύπτει επιβάρυνση περίπου  500.000. Δηλαδή, για το σύνολο των 80 δισ., που «ακούγεται» για το σύνολο πιστώσεων του 3ου μνημονίου (αν ληφθεί όλο το ποσό) η επιβάρυνση ανέρχεται σε 4 δισ. ευρώ.

Δ. Για να παραχωρηθεί, όμως, προληπτική πιστοληπτική γραμμή ECCL, είναι υποχρεωτικό και προβλέπεται ρητά στις σχετικές ρυθμίσεις της Ε.Ε., θα έπρεπε να υπογραφεί νέο μνημόνιο. (Λυπούμαι που ο γνώστης των πραγμάτων από μεριάς της Νέας Δημοκρατίας, κ. Σταϊκούρας, σε συνέντευξή του επ’ αφορμή της περί ης ο λόγος επετείου, επιχείρησε να αποφύγει το υποχρεωτικόν δέσμευσης της Ελλάδας με μνημόνιο (MOU) για να παραχωρηθεί τέτοια προληπτική πιστοληπτική γραμμή, αοριστολογώντας ορισμένα πράγματα περί γενικών κανόνων που όλοι οφείλουν να τηρούν στην Ε.Ε., και συγκρίνοντας, μάλιστα, απολύτως αδοκίμως την Ελλάδα με την Ιταλία και τη Γαλλία. Ποιά θα ήταν η επιβάρυνση  από ένα νέο μνημόνιο φαίνεται ήδη σήμερα από την υλοποίηση του 3ου μνημονίου.  (Και ας μην επιμείνει άλλο η Νέα Δημοκρατία και οι εκπρόσωποί της σε συγκρίσεις πρόδηλης σκοπιμότητας και εξ ίσου προδήλως αδόκιμες, ότι οι συμφωνίες για τα «κόκκινα» δάνεια των ελληνικών τραπεζών και το «βαθύ» Ασφαλιστικό θα είχαν δήθεν αποφευχθεί, εάν παρέμενε η κυβέρνηση Σαμαρά  και εφήρμοζε το 2ο μνημόνιο. Αυτά θα έρχονταν, είτε έτσι-είτε αλλιώς, και η απόπειρα σύγκρισης με τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως αν είναι εκείνη μόνο αίτιο δρομολόγησής τους, προκαλεί μόνο θυμηδία).                

Ε. Λέει, όμως η Νέα Δημοκρατία (κι αυτό ίσως είναι το σοβαρότερο απ’ όσα διακινεί) ότι με εκείνην είχαμε ανάπτυξη, ενώ με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιστρέψαμε σε ύφεση. Και είναι αλήθεια. Η οικονομία επιβραδύνθηκε. Όμως, σκοπίμως προβάλλεται η μερική αλήθεια και αποκρύπτονται κρίσιμα στοιχεία της πραγματικότητας.

Για παράδειγμα: Η κυβέρνηση Σαμαρά παρέλαβε εντός του 2013 μαζεμένη χρηματοδότηση 42 δισ. ευρώ,  από τις προβλέψεις του 2ου μνημονίου. Η μόνη περίοδος ευχέρειας ρευστότητας για την Ελλάδα καθ’ όλην την περίοδο της κρίσης υπήρξε τότε και μόνον τότε, παράγοντας τη βάση της αναπτυξιακής αντίδρασης της ελληνικής οικονομίας. Και, βεβαίως, ενώ  (θα πρέπει να) αναγνωρίζεται στις επιτυχίες Σαμαρά ότι έφερε τέτοια ρευστότητα με τα προνομιακά επιτόκια των προγραμμάτων στήριξης, αποσιωπάται ότι είναι σοβαρότατη ένδειξη του βαθμού αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, ότι από τόση ρευστότητα δεν απέμεινε τίποτα  μονιμότερο στην χώρα. Διότι, είναι καλά γνωστό ότι η υφεσιακή τάση είχε επανεμφανιστεί επί της κυβέρνησης Σαμαρά και βεβαίως επιτάθηκε με την κυβέρνηση Τσίπρα.  Το επιχείρημα ότι ευθύνεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την παταγώδη αποτυχία Σαμαρά να ενεργοποιήσει την ελληνική οικονομία και να πετύχει την οφειλόμενη στην Ελλάδα ρύθμιση του χρέους  (που αθέτησαν οι εταίροι μας), επειδή δεν συμφώνησε με τις πρακτικές του αφόρητου κομματισμού στη διαχείριση του δημοσιονομικού από τη Νέα Δημοκρατία είναι επιχείρημα εξ ορισμού αστείο.  

(Δεν πλατιάζω περαιτέρω στο σημείο αυτό και σχετικά με το ότι η γενναία παραχώρηση ρευστότητας  στην κυβέρνηση Σαμαρά ηΗΗ  και η αρχική αναπτυξιακή αντίδραση της ελληνικής Οικονομίας ένεκα αυτής της ρευστότητας, αποτελεί και την καλύτερη απάντηση σε όσους -εξακολουθούν να-  επιμένουν στην Ευρώπη ότι οι περιοριστικές οικονομικές των εσωτερικών υποτιμήσεων,  είναι η καταλληλότερη μέθοδος χειρισμού της κρίσης του ενιαίου νομίσματος).             

ΣΤ. Τι υπήρξε επί ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και δεν θα υπήρχε (τουλάχιστον με τον ίδιον τρόπο), εάν παρέμενε στην κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία;  Δεν θα είχε γίνει η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών! Που κόστισε περί τα 5,5 δισ. ευρώ, αντί για 10-12 που υπολογίζονταν αρχικά και τα 20 δισ. που προβλέφθηκαν στο 3ο μνημόνιο, αφού τα capital controls σε μια οικονομία στην κατάσταση της ελληνικής έχουν πολύ μικρότερη επίπτωση, απ’ ό,τι σε μια πλήρως λειτουργούσα οικονομία.  (Ούτε αυτό το απλό στοιχείο δεν πέτυχαν να προβλέψουν ορθά τα σαΐνια του κ. Ντάισελμπλουμ). Άρα, οι συνολικές χρηματοδοτήσεις του 3ου μνημονίου, που αρχικά αναφέρθηκε ότι θα είναι 80 δισ., τελικά τώρα φαίνεται ότι περιορίζονται στα 65 δισ..

Αυτά για την εμμονή συγκριτικής κριτικής της Νέας Δημοκρατίας για την οικονομία, από τον Ιανουάριο του 2015 και εντεύθεν (κυβέρνηση Τσίπρα-ΣΥ.ΡΙΖ.Α.).

(Στο Γ΄ μέρος, κριτική στην οικονομική πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τη δική  μου ματιά)          

Ένας χρόνος διακυβέρνησης Τσίπρα (Μέρος Α΄)

Η προσπάθειά μου να αναφερθώ στην επέτειο ενός έτους από την επέλευση Τσίπρα στην εξουσία, θα εκτεθεί σε τρία μέρη:

- Στο Α’ μέρος θα σχολιάσω τον τρόπο με τον οποίο η αξιωματική αντιπολίτευση τοποθετείται απέναντι στο γεγονός.

- Στο Β’  μέρος θα επιχειρήσω να σχολιάσω απολογιστικά τις διαφορές προσεγγίσεων οικονομικής πολιτικής ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Ν.Δ..

- Στο Γ΄ μέρος, τέλος, θα κριτικάρω τη διακυβέρνηση Τσίπρα, με βάση τις δικές μου πολιτικές αναφορές.           

Α΄ μέρος: Η Νέα Δημοκρατία απέναντι στο γεγονός συμπλήρωσης ενός έτους διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.   

Η κριτική και οι σχολιασμοί για τον έναν χρόνο διακυβέρνησης Τσίπρα δεν αντέχουν σε πολλή συζήτηση! Η φτώχεια της επιχειρηματολογίας και οι λαϊκισμοί των «αντι-σανοφάγων» επιβεβαιώνουν την απόλυτη αδυναμία σοβαρού δημόσιου διαλόγου, αφού μέριμνα της στάσης του Κυριάκου, όπως από την αρχή διεφάνη με  την αντιπροεδρία του Άδωνη, δεν είναι κάτι άλλο παρά το «φύγε εσύ για να έρθω εγώ».

Έτσι, όμως τα τεράστια λάθη της διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καθίστανται υπόθεση αστεϊσμών και ρεβανσισμών χωρίς αντίκρισμα μπροστά στις ανάγκες των πολιτών. Ανάγκες,  που αναδύονται από μια επιδείνωση των μακρο-οικονομικών δεικτών (οι οποίοι κατ’ αρχήν μεν είναι ερμηνεύσιμοι, κατά δεύτερο λόγο δε η αδυναμία της κυβέρνησης  τούς χειριστεί ή τουλάχιστον να αμβλύνει τις συνέπειές τους για τα νοικοκυριά, αποκαλύπτει τη μεγάλη γύμνια του εναλλακτικού σχεδίου που διατεινόταν ότι διαθέτει ο κ. Τσίπρας).

Από την κριτική που άκουσα από την αντιπολίτευση, δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να ασχοληθεί κανένας με τα όσα λένε τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, με μία από τις οποίες θα ασχοληθούμε στη συνέχεια).  Κρατώ, όμως, 2-3 στοιχεία:

α. Η ηρωική επίκληση του μέιλ Χαρδούβελη, εν είδει απόπειρας σύγκρισης πολιτικών επί της Οικονομίας στην κυβέρνηση Σαμαρά και στην κυβέρνηση Τσίπρα, έχει σχεδόν αποσυρθεί! Δηλαδή, δεν την επικαλούνται πλέον στην αξιωματική αντιπολίτευση τη σύγκριση αυτήν με το 3ο μνημόνιο (μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, γιατί ασφαλώς ο Άδωνης δεν έχει πει την τελευταία του λέξη) , προφανώς διότι ούτε προς εσωτερική κατανάλωση στα φίλια παραταξιακά κοινά και τους συνοδοιπόρους της Νέας Δημοκρατίας, δεν εκπέμπει στοιχειώδη πειστικότητα. (Και αυτό είναι από μόνο του ενδεικτικό του πόσο έωλη υπήρξε εξ αρχής η προσπάθεια να παραλληλιστούν μια εισαγωγική «υποσχετική» για τον νέο γύρο μέτρων που αναμφίβολα θα ελάμβανε  η κυβέρνηση Σαμαρά εάν παρέμενε στην εξουσία, με τη συνολική οικονομική πολιτική που προκύπτει από τη «δραπέτευση» της Ελλάδας από τις δαγκάνες του 2ου μνημονίου, ευτυχώς χωρίς συνέπειες, σε ό,τι αφορά τις τυπικές προβλέψεις του στην περίπτωση μη επιτυχούς εξυπηρέτησής του από μεριάς της χώρας μας). 

β. Οι θεματικές ενότητες που έχουν αντικαταστήσει το γελοίο, όπως είπαμε, επιχείρημα  «συγκριτικής» του μέιλ Χαρδούβελη με την οικονομική πολιτική ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εξ όσων αντιλαμβάνομαι, είναι δύο σημεία: Τα capital controls και η εν γένει αναφορά  στα μακρο-οικονομικά στοιχεία  της διακυβέρνησης Σαμαρά με τα ανάλογα στοιχεία της διακυβέρνησης Τσίπρα. 

γ. Κεντρικό, ωστόσο, σημείο της κριτικής της αξιωματικής αντιπολίτευσης καθίσταται -όσο περνάει ο καιρός- όχι τόσο αυτά τα δύο σημεία (επί των οποίων κάποια συζήτηση θα είχε νόημα), αλλά το …πραξικόπημα  Βαρουφάκη! (Μ’ άλλα λόγια, η συζήτηση επί του -όπως το ονομάζω- «τί θα γινόταν, αν είχε συμβεί αυτό που δεν συνέβη». Δηλαδή, η εμμονή στο στυλ της αντιπολίτευσης-αυτοσκοπού, που εκπροσωπεί τη νευρική αδημονία να καταληφθεί η εξουσία από δυνάμεις της παράταξης. (Στην περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας να «ανακαταληφθεί», για να είμαστε ακριβέστεροι). Δηλαδή, τα ίδια ακριβώς που καταλογίζονται στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε ό,τι αφορά τον άγονο και εκδικητικό αντιπολιτευτικό του λόγο, αυτά, ίδια και απαράλλαχτα, κάνει τώρα και ο Κυριάκος!  (Να δούμε πότε θα καταλάβουν οι μείζονες πόλοι του σημερινού πολιτικού άξονα, ότι η ποινικοποίηση των πολιτικών αποφάσεων, μόνο διχασμό και εκτροπές παράγει στην εξέλιξη των δημοκρατικών διαδικασιών! Από την εποχή ακόμη του Ειδικού Δικαστηρίου σε βάρος του Ανδρέα Παπανδρέου, ούτε σήμερα δεν έχουν βάλει μυαλό η δεξιά και η παραδοσιακή αριστερά, διδασκόμενοι από τις συνέπειες των τυχοδιωκτισμών του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη).                         

Για να είμαι ακριβοδίκαιος, η μανία να ποινικοποιηθεί ό,τι έπραξε  ο πρώην υπουργός Οικονομίας, δεν μπορεί προσώρας να αποδοθεί ευθέως στον Κυριάκο! Σ’ ένα non-paper, μάλιστα, που διένειμε η αξιωματική αντιπολίτευση, δεν γίνεται λόγος σ’ αυτό, αλλά επιχειρείται μια τεκμηρίωση απόψεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης με όρους διαλόγου επί οικονομικών δεδομένων. Έτσι, κρατώ ανοιχτό το ενδεχόμενο να προσπαθήσει τουλάχιστον να αποφύγει τέτοιες ολέθριες για τον τόπο ανοησίες ο Κυριάκος! …Αλλά, η συζήτηση σημείο προς σημείο στο non-paper της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου, στο Β΄ μέρος της ανάλυσής μου…     

Το τέλος του καραμανλισμού;

Προ διμήνου περίπου, σε ανάλυσή μου και αναφερόμενος σε άλλο θέμα από τις εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία, είχα σχολιάσει πως «η σιωπή Καραμανλή έχει πλέον μεγαλύτερο παραταξιακό κόστος από το προσωπικό όφελος  που προσφέρει στον πρώην πρωθυπουργό».

Ωστόσο, η αυτο-παγίδευση Καραμανλή στην ίδια τη σιωπή του δεν επιτρέπει προσώρας δραστικότερες παρεμβάσεις προς αποκατάσταση του καραμανλικού χαρακτήρα της παράταξης. Συζητήσιμο, μάλιστα, είναι εάν θα μπορούσε γενικώς να υπάρξει τέτοια αποκατάσταση ή εάν το έργο «καραμανλισμός» ετελείωσε τόσο άδοξα!

Το κόμμα του 50-50, είναι μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση να διατηρήσει τη συνοχή του, ιδίως αφού «ο κόσμος το ‘χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι» ότι η εκλογή του Κυριάκου δεν προέρχεται από τα «πούρα» παραταξιακά κοινά, αλλά από τον τυχοδιωκτικό εισοδισμό των καθημαγμένων από τις αλλεπάλληλες ήττες σαμαρο-βενιζελο-σημιτο-φιλελεύθερων δυνάμεων.

Η συνέχεια θα είναι αποκαλυπτική των πραγματικών προθέσεων όλων των πλευρών:

- Ο Κυριάκος πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί όντως να εγγυηθεί την ενότητα του κόμματος. (Π.χ., θα ανεχθεί βουλευτές του τυχόν να ψηφίσουν το ασφαλιστικό, ή θα τους διαγράψει;)

- Ο Καραμανλής θα συνεχίσει να ανέχεται τις αλλεπάλληλες απαξιωτικές αναφορές των ‘σώγαμπρων εκσυγχρονιστών υποστηρικτών του Κυριάκου, ή θα επιχειρήσει αντεπίθεση, για παράδειγμα εξωθώντας βουλευτές του τυχόν να υπερψηφίσουν το ασφαλιστικό;

- Ο Σαμαράς, θα συναινέσει στον οριστικό ενταφιασμό κάθε ελπίδας του περί επιβεβαίωσης του σεναρίου της «αριστερής παρένθεσης», ώστε να πετύχει ένα come back έστω εμμέσως, ή θα επιχειρήσει να συνδέσει την επαγγελλόμενη πρωθυπουργία Κυριάκου με το άγος της διακυβέρνησής του, δυσκολεύοντας τον νέο πρόεδρο;

- Οι ακροδεξιοί, που επί Σαμαρά ήταν χρήσιμοι ως «ήπιοι χρυσαυγήτες», θα δεχτούν να αποστασιοποιηθούν πειστικά από τον ελληνικό νεο-ναζιστικό εσμό, ή θα καταστούν βαρίδι για τον Κυριάκο;

Όλ΄ αυτά τα προβλήματα κατ’ αρχήν «διασκεδάζονται» από τον συνεκτικό ιστό της προσδοκίας για εξουσία, που ενοποιεί ακόμη και τις μεγαλύτερες αντιθέσεις, πιστοποιώντας την τυχοδιωκτική βάση της πολιτικής περιόδου «Κυριάκου (και -βεβαίως- ανεξαρτήτως του τί πρεσβεύει ο ίδιος).

Τέλος, τα μίντια έπαιξαν (και θα συνεχίσουν να παίζουν) με τον Κυριάκο τα «ρέστα» τους, στην προσπάθεια να αποτρέψουν τις πιέσεις που υφίστανται για την αναγκαία νομιμοποίηση των επί μακρόν παράνομων εκπομπών τους. Στο εσωκομματικό ακροατήριο και τον εκσυγχρονιστικό θύλακα που στρατεύτηκε εκτός του κόμματος υπέρ του νέου προέδρου, η δουλειά τους ήταν εύκολη. Στην αντιπαράθεση, όμως, με τον κ. Προκόπη Παυλόπουλο και τον Κώστα Καραμανλή τα πράγματα θα είναι δυσκολότερα. 

Ίδωμεν! 

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας