(Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927)

(Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927)

Ο κύκλος της ασυναίσθητης βεβαιότητας

Χρήστος ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Mια -όπως και να το κάνεις- λίγο άβολη συνάντηση. Παρ’ όλο που είχε περάσει αρκετός καιρός από τον χωρισμό τους, κι ο ίδιος δεν αισθανόταν καλά με τον εαυτό του και τον τρόπο που την είχε εγκαταλείψει. Βέβαια, είχε αποφύγει εκείνην τη δύσκολη περίοδο προσαρμογής στην πραγματικότητα μιας καρκινοπαθούς συντρόφου κι όλα είχαν κυλήσει πολύ πιο εύκολα για όλους.

«Που να ασχολιόταν και με τον χωρισμό μας, ενώ θα έπρεπε να τρέχει για τις θεραπείες…», υπερασπιζόταν τη θέση του στο φαντασιακό δικαστήριο αυτο-αξιολόγησης του βίου του. Και παρ’ ότι είχε σοβαρά επιχειρήματα, κατά έναν περίεργο τρόπο, συνήθως καταδικαζόταν και τού επιβαλλόταν η ποινή της ημίωρης στενοχώριας. Μετά, προχωρούσε παρά κάτω! Στο επόμενο αναμενόμενο περιστατικό της ημέρας…

 […Κάθε πρωί ο Εδουάρδος ξεκίναγε την  ημέρα του με την άνεση της εκ των προτέρων γνώσης όσων θα συνέβαιναν.

Να, για παράδειγμα, πριν μερικές εβδομάδες, εγνώριζε από νωρίτερα ότι θα συναντούσε την Ανθή στο δρόμο].

 Εκείνο το πρωί, όταν συναντήθηκαν, ήταν λες βγαλμένη από ένα παστέλ πίνακα. Το δέρμα της φωτιζόταν «από τα μέσα» και της χάριζε μιαν απαλή ανταύγεια crepuscule, με αποτέλεσμα τα μάτια της να μην είναι πια το δυνατό της σημείο.  Εκείνα τα κατάμαυρα μάτια, που -θυμόταν- τον είχαν κάνει να καταλάβει πολύ καθαρά όταν την πρωτοείδε, γιατί προτιμούσε τις μελαχρινές: «Γεννήθηκα σε μια χώρα με ηλιοφάνεια μακρά και εκτυφλωτική. Ακόμη κι οι δυνατές βροχές μας ποτέ δεν ξεγέλασαν απολύτως τη λιακάδα. Έτσι, στα γονίδιά μου χτίστηκε ένα αισθητικό πρότυπο τελειότητας για το έτερον ήμισυ, που αναπόφευκτα θα ‘χε μαύρα μαλλιά», …θυμόταν mot-a-mot την τεκμηρίωση.

 [Βλέπετε, ο Εδουάρδος είχε γεννηθεί με το χάρισμα της γνώσης του μέλλοντός του. Του «μικρού» μέλλοντος. Δεν το ήξερε από την αρχή. Κι άλλωστε, ποιός να τον ενημερώσει  περί τούτου! Τα ανακάλυψε όλα μόνος του! Σιγά-σιγά].

 Η Ανθή του είχε χαμογελάσει και με άνεση του πρότεινε το χέρι της. «Καλή μέρα, Έντουα»! (Έτσι τον φώναζε. Mόνον εκείνη! Κι ήταν αυτή η περίεργη λέξη που είχε διαλέξει για να τον ονομάσει, ένα μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις: «Είναι δικός μου», κραύγαζε το μήνυμα. Και, φυσικά, οι υπόλοιποι άντρες της παρέας δεν καταλάβαιναν τίποτα. Εκείνος ήταν το μόνο αρσενικό που το ελάμβανε. Μπορεί, μάλιστα, να ‘ταν και εξ αρχής ένας από τους αποδέκτες. Ή και ο μοναδικός! Ποτέ δεν ήταν σίγουρος…

Δεν πέρασε πολύς καιρός και κατάλαβε ότι όλες οι γυναίκες έστελναν αντίστοιχα μηνύματα για τους άνδρες τους. Και πάντα αποδέκτες ήταν όλες οι άλλες γυναίκες και μόνον ο άντρας που η προειδοποίηση αφορούσε σ’ εκείνον. Ή ίσως μόνον εκείνος…

 [Ήταν κάπου στα τέσσερα, όταν συνειδητοποίησε ότι πριν ακόμη κερδίσει το χαμόγελο του μικρού κοριτσιού στον κήπο, εκείνης που τού άρεσε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες, είχε κάπου ήδη  δει αυτόν τον πολυαναμενόμενο χαριεντισμό. Της χάιδεψε το χεράκι, με αυτοπεποίθηση. Θα ανταποκρινόταν, ήταν γνωστό σ’ εκείνον.

Ίσως, μάλιστα (αναλογιζόταν συχνά), η μεγαλύτερη σημασία της προκαταβολικής βεβαιότητας που απολάμβανε για τα συμβαίνοντα, να ήταν η έκπληξη που οι άλλοι έδειχναν για τις κινήσεις του. Γιατί, βέβαια, εκείνοι δεν ήξεραν…

Φυσικά, είχε απόλυτη συναίσθηση ότι σ’ αυτό ήταν τελείως μόνος! Κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να διαθέτει το ίδιο προνόμιο της ματιάς στα επερχόμενα].         

 «Γεια σου, Ανθή!», αποκρίθηκε αποφεύγοντας τη ματιά της. «Είσαι στις ομορφιές σου», προσέθεσε με χαμηλότερη φωνή. Η αρρώστια της έκανε αυτήν τη δήλωσή του να μοιάζει λίγο άκομψη.

«Ναι! Η βαθμιαία εξαΰλωση της σάρκας μου αλλάζει μέρα τη μέρα την εικόνα μου προς το καλύτερο», του είπε βαθαίνοντας το χαμόγελό της.

Εκείνος είχε έρθει σε δύσκολη θέση! (Θα έπρεπε να είχε αποφύγει οποιαδήποτε κολακεία. Όχι μόνο γιατί της Ανθής ποτέ δεν της  άρεσαν κάτι τέτοια, αλλά και γιατί ήταν η θέση της, η ασθένειά της, που έκανε την αναφορά του αγενή. Κι όμως! Δεν είχε μιλήσει για να την κολακεύσει. Ήταν πράγματι, ομορφότερη παρά ποτέ…).

 [Πέρασαν μερικά χρόνια και είχε πια μάθει καλά πώς να χτίζει πάνω στο χάρισμά του τα οφέλη που πήγαζαν απ’ αυτό. Πριν απ’ όλα είχε εντοπίσει με ασφάλεια τις πραγματικές διαστάσεις του. Θα εγνώριζε τί θα συμβεί  μόνο κατά τις επόμενες 24 ώρες. Ούτε λεπτό περισσότερο!

Προετοιμαζόταν αναλόγως. Οι ώρες του ύπνου δομούσαν μέσα του τακτικές και ενέργειες, που θα ανέτρεπαν εις όφελός του, ακόμη και τις μεγαλύτερες  αντιξοότητες. Σ’ ένα ταξίδι του, μάλιστα, είχε με αίσθηση σιγουριάς καθυστερήσει να φτάσει στον προορισμό του δύο περίπου ώρες, αφού τελούσε εν γνώσει του ότι η υπόλοιπη παρέα θα εγκλωβιζόταν σε μιαν ανεπιθύμητη αργοπορία. Έφτασαν σχεδόν ταυτοχρόνως, αλλά εκείνος είχε κερδίσει ένα δίωρο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ασχολία: το σταυρόλεξο].        

 Δεν είχε ρωτήσει για την υγεία της. Εκείνη ήταν που κάποια στιγμή, περνώντας μπροστά από έναν ανθισμένο πυράκανθο, ψιθύρισε: «Ξεμπέρδεψα και με τον καρκίνο»… Κι αμέσως έφυγε για άλλη θεματική, χωρίς κατόπιν να πούνε ούτε μια λέξη για το επίμαχο θέμα.

«Είδες καθόλου τον Νέστορα;»…

 [Όσο μεγάλωνε τελειοποιούσε την τεχνική του.

Στεκόταν όσο το δυνατόν περισσότερο στις απολαύσεις και τα καλά σημεία του εικοσιτετραώρου. Αντίθετα, βιαζόταν να φύγει απ’ τα δύσκολα]. 

 Όσην  ώρα ήταν μαζί, ένοιωθε σαν πιασμένος στο δόκανο της ατυχίας του. «Μα, ήταν ανάγκη να την συναντήσω;…», σκεπτόταν. Παραπονιόταν, ενώ γνώριζε ότι οι προαναγγελίες της επόμενης μέρας συμπεριελάμβαναν και την συνάντηση. Θα ήταν αναπόφευκτη, ό,τι κι αν αυτός μεθόδευε για να εκτρέψει την επιβεβαίωσή της! Έτσι, λειτουργούσε το «σύστημα». Και παρά την ανακούφιση που αισθάνθηκε όταν αποχαιρετίστηκαν, αμέσως διακτινίστηκε στην περιοχή των ανεκπλήρωτων ερωτημάτων.

«Τί να έχει άραγε συμβεί με την ασθένειά της; Μόλις έφυγα απ’ τη ζωή της εκείνη θεραπεύτηκε; Εγώ ήμουν τελικά ο νοσογόνος οργανισμός μέσα της;», αναζητούσε τις απαντήσεις αγωνιωδώς και οι απαντήσεις γίνονταν όλο και πιο δυσεύρετες.        

    [Βέβαια, δεν μπορούσε να προδικάσει πλήρως τις αντιδράσεις των άλλων. Μόνο στο «ποιούς» και «τί» θα συναντούσε εξαντλείτο η ικανότητά του. Άλλωστε -το ‘χε σκεφτεί και αναλύσει πολύ καλά αυτό το σημείο-, αν μπορούσε να γνωρίζει και τις πράξεις και τα λόγια των άλλων, όλα θα ήταν προεξοφλημένα, πριν ακόμη συμβούν. Και δεν το ‘θελε αυτό.

Ήταν το μοναδικό σημείο του χαρίσματός του, που φάνταζε απειλητικό μέσα στη μακαριότητα της βεβαιότητάς του για τα μελλούμενα].

 Πριν αποχωριστούν ο ένας τον άλλον, εκείνη αναφέρθηκε δήθεν τυχαία σε μια κοινή γνωστή τους, που ήξερε πως του άρεσε.

«Η Έλενα…», ψιθύρισε και άφησε την πρόταση χωρίς επίλογο…

Έκανε πως δεν το άκουσε. Όχι γιατί είχε κάτι να κρύψει. Η Έλενα πραγματικά του άρεσε πολύ. Όμως, δεν έκανε για την ασφαλή δική του ζωή. Εκείνος ήξερε τόσο πολλά για τη συνέχεια. Εκείνη φοβόταν το χθες. Κάθε χθες δικό της, λες και ποτέ δεν της είχε δώσει έναν λόγο να είναι ικανοποιημένη για ό,τι είχε συμβεί.

Ο Εδουάρδος, επομένως, δεν είχε κάτι να κρύψει. Αλλά η γνωσιολογία του τρέχοντος εικοσιτετραώρου τον είχε ενημερώσει πως αυτή η συζήτηση δεν θα ‘βγαινε σε καλό. Κι έτσι την απέφυγε.       

 [Απ’ την άλλη, ο περιορισμός της γνώσης του για τις προσεχείς εικοσιτέσσερις ώρες, κάποιες φορές του φαινόταν άδικο, κατέχοντας μαντικές ιδιότητες τέτοιας σημασίας. Πόσες και πόσες φορές δεν είχε επιζητήσει να μάθει κάτι από το μακρινότερο μέλλον!

Να, στο πανεπιστήμιο, για παράδειγμα, όπου θα προτιμούσε να ήξερε τους βαθμούς του από την αρχή, αποφεύγοντας την αγωνιώδη αναμονή αρκετών ημερών].

 Κρατιόνταν χέρι-χέρι, καθώς προχωρούσαν δίπλα στην πολυσύχναστη  λεωφόρο. Τo κατάλαβε ξαφνικά, όταν παραπάτησε στις παρυφές του κράσπεδου και κινδύνευσε να πέσει στις ράγες του εποχούμενου χρόνου.

Τον συγκράτησε πάνω στη σιγουριά του πεζοδρομίου. Μόλις ανέκτησε την ισορροπία του αισθάνθηκε την αφή του χεριού της. Τράβηξε πίσω το δικό του σαν να ηλεκτρίστηκε. Μετά ψέλλισε: «Ευχαριστώ…». (Με κάποιαν απορία σημείωσε ότι η προειδοποίηση του κρατήματος από το χέρι μαζί της, δεν συγκαταλεγόταν στην «ενημέρωση της ημέρας». Γιατί, άραγε; …ήταν όμως η παρουσία της που δεν του επέτρεψε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην επεξήγηση της παράξενης αυτής άγνοιάς του).     

Συνέχισαν την πεζοπορία τους προς τους προορισμούς τους, που συνέπιπταν σε κατεύθυνση και πορεία. Ενωμένοι ξανά, μετά από τα δυσάρεστα, που είχαν κιόλας γίνει χρόνος και ύλη του παρελθόντος.  Και -κατά κάποιον τρόπο- συνέχιζαν να τον ενδιαφέρουν ακόμη…     

 [Αν και έχει συμφιλιωθεί, εδώ και πολύ καιρό με το πεπερασμένο του προβλέψιμου χρόνου, δεν μπορούσε να τελειοποιήσει την τεχνική του χειρισμού της επομένης. Καταλάβαινε, μάλιστα, πως πολλές φορές -και ιδίως στα σημαντικά- η παρέμβαση επί των επερχομένων, προκαλούσε αναταραχή στο μυαλό του και κάποτε κατέληγε σε βάρος του.   

Δεν διαμαρτυρόταν, όμως, με την αίσθηση ότι ήδη κατείχε πολλά, ώστε να μην προκαλεί τη μοίρα του απαιτώντας ακόμη περισσότερα].

  «Εδώ πρέπει να σ’ αφήσω», του ανήγγειλε με σταθερή φωνή. «Γεια σου, Έντουα»! Τον φίλησε χωρίς καμιά αμηχανία. Τού ένευσε με το χεράκι της και απομακρύνθηκε.

Αυτήν, όμως, τη σκηνή του αποχαιρετισμού την κατείχε! …αν και είχε μιαν απροσδιόριστη αμφιβολία για τον χρόνο… Άλλωστε, κι εκείνος ήξερε ότι εδώ θα χώριζαν οι δρόμοι τους.  Η πορεία η δική της έφευγε και κατευθυνόταν αριστερά. Τόσες και τόσες φορές την είχε συνοδεύσει τα πρωινά, όταν ήταν μαζί. Άρα, εγνώριζε καλά τη σκηνή του αποχαιρετισμού. Μήπως ήταν μια εικόνα από το παρελθόν και όχι από το μέλλον του;…            

 [Οι αναμίξεις των χρόνων για ορισμένα περιστατικά, ήταν ένα πρόβλημα, ζώντας με το φορτίο γνώσεων που μετέφερε. Για παράδειγμα, ό,τι στη ζωή του ήταν «ρουτίνα», χανόταν μέσα στον «πριν» και το «μετά». Κι αν και ήταν «ρουτίνα», δηλαδή το άχαρο μέρος του βίου, μερικές φορές αποκτούσε μεγάλο ενδιαφέρον στην προσπάθεια να ξεδιαλύνει το κουβάριασμα της παρελθοντικής και της μελλοντικής μνήμης του.      

Άλλοτε, πάλι, θυμόταν πως όποτε το πλοίο της γραμμής έμπαινε στο λιμάνι του μικρού νησιού του για τις ετήσιες θερινές διακοπές, εκείνος για λίγο χανόταν στη χρονολόγηση. «Φέτος είναι, ή πέρσι;», αγωνιούσε δι’ ολίγον. Γρήγορα, όμως, οι φωνασκίες της υποδοχής των επισκεπτών τον επανέφεραν στο οικείο σήμερα.  Όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι περνούσε χωρίς να τον ενοχλήσουν και πάλι τέτοιες σκέψεις].

 Η Ανθή απομακρυνόταν με ήρεμα βήματα. Δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν τον άφηνε οριστικά ή θα του έδινε μιαν ακόμη ευκαιρία…

Δεν βιαζόταν, όμως!... Είχε όλον τον χρόνο με το μέρος της.

Η ικανότητά της να προβλέπει το μέλλον τής επέτρεπε άλλωστε «να φέρνει τα πράγματα», όπως εκείνη επιθυμούσε.

Ήταν αυτή η μαγική ιδιότητα της πρόβλεψης, που, μάλιστα, την είχε προειδοποιήσει για την αρρώστια της, που θα ‘ρχόταν και θα έφευγε όσο απροειδοποίητα είχε εμφανιστεί.

Εγνώριζε, επίσης, ότι ο καημένος ο Έντουα διέθετε ένα μικρό μόνο μέρος της δικής της ιδιότητας να ξέρει το μέλλον. Μόνο για εικοσιτέσσερις ώρες! Τόσο λίγο!

Πάντα διασκέδαζε με την άτσαλη βεβαιότητά του, να πιστεύει ότι την καθοδηγούσε στις επιθυμίες του, που -τελικά- ήταν δικές της επιθυμίες ή ανοχές.

Ο Έντουα ήταν καλό παιδί. Αύριο θα ξανασκεφτόταν πιο θετικά το ενδεχόμενο να τον ξανασυναντήσει…     

(Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα "Η επόμενη μέρα" του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα - Τεύχος 40 - Χειμώνας 2014)

Τα κομμάτια της μικρής μνήμης

Ο κύριος Κώστας

Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Τα χρόνια των σπουδών μου στο πανεπιστήμιο, τον πρωινό καφέ μου (έναν ελληνικό σκέτο) τον προμηθευόμουν από ένα στενό και ανήλιαγο ισόγειο καφενεδάκι απέναντι απ’ τη σχολή.
Δυο-τρεις καρεκλίτσες, ένας πάγκος εργασίας αλλά και συναλλαγής με τους πελάτες και μερικές ξεθωριασμένες κορνιζαρισμένες φωτογραφίες -αφίσες κάποιων ασήμαντων ελληνικών τοπίων (βουκολικά, τα περισσότερα)- διακοσμούσαν τον χώρο, αποτυγχάνοντας παταγωδώς να επιτελέσουν τον σκοπό τους.
Εμάς, όμως δεν μας ενοχλούσαν αυτά! Μαγνήτης των φοιτητών ήταν ο κύριος Κώστας, με την καρό στενή ποδιά, που στεκόταν πίσω απ’ τον πάγκο. Μάλλον ευτραφής, αλλ’ όχι περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούσε η περασμένη ηλικία του, διέθετε βλέμμα καθάριο όσο ένα κρύσταλλο Βοημίας, σε χρώμα ανοιχτού μπεζ. Τόσο καθάριο, ώστε να προσελκύει μεγάλες ομάδες συμφοιτητών μου, επειδή σ’ εκείνην την «καλημέρα» που ανταλλάσσαμε μαζί του ξημέρωνε δίπλα της κι ένας κόσμος αληθινός.
- «Έναν σκέτο»! Παράγγελνα, με φωνή και στάση ρουτίνας, ακουμπώντας τον δεξί αγκώνα της επίπλαστης ξεκούρασης στον ίδιον πάγκο.
- «Έναν σκέτοοο»! Επαναλάμβανε εκείνος, στεντορεία τη φωνή, κυριαρχώντας στα λίγα τετραγωνικά.
- «Έφτασε»! Ακουγόταν «από πίσω», μια γυναικεία απάντηση, συνοδός ρόλος και ήχος διά βίου.
Η κυρία Φωτεινή, εμφανιζόταν, ύστερα από μερικά λεπτά και προσεκόμιζε το αντικείμενο του πρωινού πόθου: Ένα καφεδάκι, πάντα σε φλυτζάνι χοντρό.
- «Καλημέρα, παλληκάρι μου (ή κορίτσι μου -ανάλογα με την περίσταση)», έλεγε δίνοντας τον καφέ.

Τον πίναμε με λίγες ρουφηξιές, πληρώναμε το συμβολικό τίμημα, αποχαιρετούσαμε (με την ανομολόγητη, όπως κατάλαβα αργότερα, βεβαιότητα ότι όλα αύριο θα ήταν ξανά εκεί στη θέση τους απαράλλαχτα και αναλλοίωτα από τον μικρό χρόνο της κάθε μέρας), και αναχωρούσαμε αλαλάζοντας για τον προαύλιο χώρο. Εκεί, όπου βιβλία, έρωτες, απόψεις και σχέσεις, εναγκαλίζονταν με τον χρόνο και τους ανθρώπους, στο άβολο παίγνιο της ζωής, που οι νέοι -ευτυχώς- αντιλαμβάνονται ως δοκίμιο του «εγώ» τους.
Στο γ΄ έτος ήμουν, θαρρώ, κι ένα πρωί το καφενεδάκι δεν άνοιξε. Οι φοιτητές συγκεντρώνονταν απ ’ έξω, σε μια δίκαια διαδήλωση διεκδίκησης του πρωινού δικαιωματικού καφέ της ημέρας.
- «Πού είναι; Τι συμβαίνει;».
Ο διπλανός μαγαζάτορας, ένα βιβλιοπωλείο πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, μας πληροφόρησε ότι η κυρία Φωτεινή «είχε φύγει»!...
Αποχωρήσαμε χωρίς να έχουμε πιει το καφεδάκι μας. Στην ημερήσια συνέλευση του προαύλιου χώρου, κανένας δεν το έθεσε στα «θέματα της ημερήσιας διάταξης"…

Καμιά ‘βδομάδα αργότερα, φτάνοντας στη σχολή, ένας-ένας, βλέπαμε ότι το καφενεδάκι μας είχε και πάλι ανοίξει…
Κάποιοι -λίγοι- απέφυγαν να μπουν! Οι περισσότεροι το διακινδύνευσαν. Ανάμεσά τους κι εγώ.
-«Καλημέρα, κύριε Κώστα», είπα διστακτικά και με χαμηλότερη φωνή απ’ όσο έβγαινε συνήθως, σε μια προσπάθεια να αποφύγω την κακοτοπιά του δυσάρεστου.
- «Καλημέρα, Χρήστο (μετά από τόσον καιρό μάς ήξερε όλους με το μικρό μας όνομα)», απάντησε με σταθερή φωνή. Κι επειδή ήξερε και τί καφέ έπινε καθένας μας, φώναξε με δυνατή φωνή! «Έναν σκέτο»!

Σχεδόν τρόμαξα! Μα ήταν ξανά εκεί εκείνη;… Μας είχε μήπως πει ψέματα ο διπλανός βιβλιοπώλης;;; Τι συνέβαινε;…
Η προσδοκία της απάντησης «από πίσω» από τον πάγκο, με τράβηξε σε μιαν αμφίβολης επιτυχίας απόπειρα αντιστροφής του ανέκλητου.
…κι ενώ περίμενα με αγωνία, είδα με την άκρη του ματιού μου τον κύριο Κώστα να πηγαίνει κούτσα-κούτσα (ήταν ανάπηρος του ελληνο-ιταλικού πολέμου) εκείνος «πίσω απ’ τον πάγκο» και να βάζει το μπρίκι πάνω στη φλόγα του πετρογκάζ.

 (Αδημοσίευτο - Αναρτήθηκε στο facebook την 1η Νοεμβρίου 2014 - https://www.facebook.com/christos.economou.14/posts/10205245447477120:0)

Επέτειοι

28η Οκτωβρίου 1940

Ο πατέρας μου (Σπύρος Οικονόμου), ήταν 18 χρονών όταν ξέσπασε ο πόλεμος του ’40. Έχοντας μόλις τελειώσει το σχολείο, μαζί με πολλούς φίλους και συμμαθητές του, στρατεύτηκε ενθουσιωδώς ως εθελοντής, κατά το πνεύμα που συνήγειρε τη νεολαία της εποχής.
Τους πήγαν στην Άρτα. Ο Σπύρος, μετά από μια σύντομη εκπαίδευση ως τραυματιοφορέας, τοποθετήθηκε στο νοσοκομείο της πόλης, το οποίο προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες νοσηλείας των τραυματισμένων που έφταναν μαζικά από την πρώτη γραμμή, στεγαζόταν σε σχολικά κτίρια. (Η φωτογραφία του Σπύρου από την ταράτσα του σχολείου-νοσοκομείου, σ’ ένα από τα ελάχιστα διαλείμματα από την εργασία τους. Κοντό μανικάκι, ενώ γύρω τα βουνά ήταν χιονισμένα -αλλά στα νιάτα ποιός τα λογαριάζει αυτά…)
Οι διηγήσεις του από εκείνην την περίοδο της ζωής του με έχουν έκτοτε συγκλονίσει, παρ’ ότι το γονεϊκό φίλτρο απάλυνε τις επιγραφές και έκανε τις αναφορές στο θάνατο σπάνιες.
Για την ημέρα και την επέτειο θα πρέπει, μεταφέροντας εδώ το πνεύμα των διηγήσεών του, να κάνω αναφορά στο όνομα του καθηγητή χειρουργικής Κούρια, για τον οποίο ο πατέρας μου πάντα μιλάει με τον σεβασμό σ’ έναν ήρωα. Ο Σπύρος, μου έχει μεταφέρει την αγωνία, την πάλη και την σκληρή προσπάθεια, μερικές φορές ολόκληρα εικοσιτετράωρα χωρίς διακοπή, για να σωθούν ζωές και ανθρώπινα μέλη από τον ακρωτηριασμό. Και τους άλλους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό, να μαζεύονται γύρω του και να αγωνίζονται μαζί του για τον ίδιον σκοπό.
Άνθρωποι στη δίνη του πολέμου και της αγωνίας να υπερασπιστούν την πατρίδα τους και τα ιδανικά τους. Τους οφείλουμε τον σεβασμό της σιωπηράς μνήμης για τις πράξεις τους.
Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο!

(Αναρτήθηκε στο facebook στις 28/10/2014)

Πολυτεχνείο 2014

Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

(...λίγες ώρες πριν την παραμονή...)

Ο μύθος μου, γενιά μου, δεν έγινε η μεγάλη μου ντροπή!…

Διαβάζω τόσα και τόσα, για τον ξεσηκωμό της δικής μου νιότης! Της δικής μου εξέγερσης, γενιά μου! (Κι αλίμονο στον νέο που δεν ξεσηκώθηκε, όταν έβραζε το αίμα του. Μένει με την ανεκπλήρωτη γεύση στα χείλη της ζωής. Αγίνωτο κεράσι, που ποτέ δεν πρόλαβε να μεστώσει, κι έπεσε, το άμοιρο στο χώμα για να χωνευτεί στα επόμενα).
Σήμερα, στις γραφές περί του Γεγονότος, βλέπω να ανασαίνουν όλα τα άνθη!
- Της αδιέξοδης αλλά ρομαντικής -και γι’ αυτό ίσως πιο «επιθυμητής» απ’ όλες- αριστεράς.
- Των «στατικών προοδευτικών»: Δηλαδή, εκείνων που ό,τι έβλεπαν τότε βλέπουν και σήμερα... (Κι είναι, λένε αυτοί για τον εαυτό τους, οπαδοί της διαλεκτικής του χρόνου και των κοινωνικών «ροών»)! Θου Κύριε!...
- Της γόνιμης εγκόλπωσης στα σημερινά πράγματα αποθεμάτων χρήσιμου ριζοσπαστισμού! Δημοκρατικών, πολιτισμικών, κοινωνικών και πολιτικών.
- Της ασύγγνωστης δεξιάς (που εξακολουθεί και στενάζει κάτω από τα υπολείμματα της ελέω Θεού βασιλείας της και προς τούτο αντιλαβανόμενης κάθε άλλη διακυβέρνηση, ως τύποις και ουσία «παράνομης»). Των εραστών, δηλαδή, μιας δημοκρατίας άνισων μερισμάτων.
- Των βαμπίρ θαυμαστών του ανομολόγητου φασισμού της εποχής μας (…κι από κοντά κι οι ήρωές τους, που δεν κρύβουν τις παρά φύσιν σχέσεις τους με τον κόσμο των ανθρώπων-πολιτών)!

Όλοι κάτι έχουν να πουν!
Μερικοί κάνουν αυτοκριτική για όσα δεν επέτυχαν τότε και μένουν στην πικρή οσμή του «ζυγίσματος» του βίου τους. (Κι η ζωή η ζυγισμένη, ξέρετε, φέρνει μεγάλη μοναξιά)! Άλλοι, καμώνονται πως φέρουν στο ζωνάρι τους δεμένους τους «τίτλους ιδιοκτησίας» της εξέγερσης. (Πάντα η συζήτηση του «σε ποιόν ανήκει» με κούραζε, παιδιά). Έτεροι, (επαν)-εξιστορούν τα γεγονότα, για να …διορθώσουν ό,τι συνέβη! (Λες και συνέβησαν όχι ένα, αλλά δύο διαφορετικά περιστατικά –να, αυτά βλέπει η Ιστορία και γελάει με τους ανθρώπους…). Τέλος, ένιοι ομιλούν …εξ αγνοίας! (Και δεν είναι και σπάνιο αυτό στην εποχή μας).
Όλοι, λοιπόν, δίνουν «τη μάχη του τότε»! Καθένας με τον δικό του τρόπο και τα δικά του κίνητρα.

Το Γεγονός, όμως, από μέρους του σιωπά επιδεικτικά. Δεκτικό και ανεκτικό στις ανόητες αναφορές, που επιχειρούν να το κάνουν «σήμερα»! Κάτι, δηλαδή, που ποτέ δεν θα είναι. Απορροφά το Γεγονός τις κραδασμικές συνέπειες της σύγχρονης ταλαιπωρίας μας, με τη σοφία της βεβαιότητας πως ό,τι ήταν εκείνο να κάνει το έχει ήδη κάνει. Και ό,τι απομένει να γίνει σήμερα, ό,τι έμεινε ανεκπλήρωτο, θα πρέπει να το κάνουμε οι τωρινοί. Ακόμη κι όσοι ήμαστε και τότε εκεί!
Ευτυχώς, το Γεγονός υπερίπταται των μικροτήτων ερμηνευτικής πρόσληψής του με άλλα κίνητρα, απ’ όσα εκείνο πρέσβευε. Αν, για παράδειγμα λέγαμε εμείς σήμερα, ότι ο αντιμερικανισμός δεν υπήρχε στα προτάγματα του Γεγονότος, θα άλλαζε τίποτα; (Τί ανοησία κι αυτή!).
Εγώ, απ’ αυτό το σημείο και μόνον, αντλώ τη γνώση ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα απ’ την οποία οι Η.Π.Α. έχουν ζητήσει επισήμως συγγνώμη.
[Και μην ακούσω τίποτα σημερινές ανοησίες ότι πρόσφατα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Κέρι, ζήτησε συγγνώμη από τον Τούρκο πρωθυπουργό. (Η ηλιθιότητα της συγκριτικής του εθνικιστικού παροξυσμού). Γιατί, παιδιά, εκείνη η συγγνώμη, η δική μας, από τα χείλη του Μπιλ Κλίντον ήταν αληθινή και συνειδητή. Κι εκστομίστηκε με διαδηλώσεις έξω από το Προεδρικό Μέγαρο και με τον Κώστα Σημίτη αιτούντα στους διαδηλωτές να μην το κάνουν για λόγους «φιλοξενίας». (Πάντα έτσι ήταν ο Σημίτης! Πίσω από τον χρόνο του ρεαλισμού, που -υποτίθεται- πως υπηρέτησε…). Η άλλη συγγνώμη, προς χάριν της τουρκικής ματαιοδοξίας και προς ενδοτουρκική κατανάλωση, ήταν τόσο προσχηματικά σκόπιμη για να επιτρέψει η Άγκυρα τη διέλευση των Κούρδων προς Κομπάνι, που καταλήγει σε διακωμώδηση και εξευτελισμό. Αν ζήταγε ο Κλίντον από εμάς τους «ιθαγενείς του περί ου ο λόγος Γεγονότος» τέτοια συγγνώμη, δεν θα κάναμε διαδηλώσεις, όταν μας επισκέφτηκε. Θα τον αγνοούσαμε!]…

Ξεμακραίνεις Γεγονός μέσα στο χρόνο. Κάθε χρονιά που περνάει προσθέτει μιαν ακόμη ρυτίδα γοητείας στη δικαιωμένη επιτέλεση των σκοπών σου. Μένεις όρθιο, Γεγονός, και τα γλιστρίματα που σου επιφυλάσσουν οι ζηλωτές σου, εκπίπτουν. Αναποτελεσματικά, συμπλεγματικά και ενοχικά! Ατελέσφορα!
Αντί επιλόγου (μίλησα πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε), θα αρκεστώ να σας μεταφέρω μιαν αποστροφή της τελευταίας συνομιλίας μας με τον φίλο μου, τον Δ.. Με αντικείμενο τις επιδράσεις του Γεγονότος στον συλλογικό Πολιτισμό.
«Ξέρεις πόσοι είδαν τότε», αναρωτηθήκαμε, «τις συναυλίες του Μίκη; Εκατόν είκοσι χιλιάδες κόσμος! Άκουσαν Ρίτσο, Βάρναλη, Ελύτη...».
"Έβλεπα κατάφωτα τα βαγόνια του ηλεκτρικού", αναπόλησε ο Δ., "να περνούν από την Ομόνοια γεμάτα ασφυκτικά με ανθρώπους που τραγουδούσαν. Έχει συμβεί κάπου αλλού στον κόσμο αυτό", ρώτησε! Τού θύμησα τη Χιλή και τον Πάμπλο Νερούντα. Τον Βίκτορ Χάρα…
«Μα, αυτόν τον κόσμο εννοώ», μού απάντησε!
Ο μύθος μου, γενιά μου, δεν έγινε η μεγάλη μου ντροπή!…

(Ευχαριστώ τον φίλο μου Θόδωρο Ζαρέτο, που με μια ανάρτησή του σχετικά μ’ ένα παλιό άρθρο, μού έδειξε -άθελά του- μια δίοδο οπτικής στο σημερινό θέμα).

Τα δικά μου

Τον έθρεψε το βρώμικο νερό…

Του Χρήστου Οικονόμου

Σηκώθηκε, στηρίζοντας με τη γνωστή στάση των αποκαμωμένων τη μέση του, και αναζήτησε με την άκρη των ματιών του την παλιά αποσκευή, που σερνόταν στο λερωμένο δάπεδο.

Με μιαν ακόμη κουρασμένη κίνηση, τήν ανέβασε στα χέρια του και πήγε προς την έξοδο. Οι λιωμένες σόλες του έγλυψαν τη λέρα, οδηγώντας τα βήματά του σ’ ένα σκοτάδι πηχτό, εκεί έξω.

Μετά έσπρωξε τον υαλοπίνακα, που υποχώρησε τρίζοντας από την αντίσταση του φθαρμένου ελατηρίου της επαναφοράς, και αντιμετώπισε τη μαυρίλα.

Μια μουτζούρα  κυριαρχούσε γύρω. Μια λάσπη, λες και σηκωνόταν από το έδαφος και γινόταν αέρας. Την ανέπνεες τη λάσπη εκείνην. Τρύπωνε στα σωθικά σου και μύριζε υγρασία και Νοτιά. Γινόσουνα κι εσύ σάρκα απ’ τη σάρκα της και τό ‘νοιωθες.

Αυτό το παράξενο σκηνικό που σε ρούφαγε, κατά έναν μάλλον απροσδιόριστο τρόπο, άνοιγε μέσα σου ένα πεδίο ενοχής. Έφταιγες για κάτι που δεν εγνώριζες και τόσο καλά. Μιαν εντύπωση ότι ήσουν εκεί για να ξεπληρώσεις κάποιαν ανομολόγητη αμαρτία. Ένα χρέος αξεπλήρωτο, που ήρθε η ώρα να επιστρέψεις. Δεν μπορούσες άλλο να ξεφύγεις από την οφειλή…

Τραβώντας τα πόδια του βγήκε απ’ το στέγαστρο και κατάλαβε ότι έχει αρχίσει να ψιχαλίζει. Γκρίνιαξε και υπαναχώρησε. Θά ‘μενε στην αίθουσα, μέχρι την τελευταία στιγμή. Η σκάλα θα ανέβαινε τρίζοντας, αλλά θα την προλάβαινε…

Γύρισε κι έριξε μια ματιά ακόμη στο σκοτάδι. Το οπτικό ερέθισμα του γυαλιστερού δυτικού ντόκου, που αντανακλούσε τα χαμηλά κίτρινα φώτα από τις κολόνες του δημοτικού φωτισμού, τόν συμβούλεψε πως έπρεπε να μη μείνει άλλο έξω. Ακολούθησε τη συμβουλή, χωρίς πολλά-πολλά.

Με κινήσεις πιο αργές κι απ’ το παρελθόν του επέστρεψε στον πάγκο. Σωριάστηκε στα σκληρό κάθισμα, μ’ έναν βουβό αναστεναγμό. Ουφ!

- Καλύτερα εδώ…, δήλωσε στον εαυτό του. Αλλά εκείνος, έμεινε σιωπηλός!  

Ήταν εκείνην ακριβώς τη στιγμή, που άρχισε να ακούει ό,τι συνέβαινε γύρω του. Μέχρι τότε ήταν τελείως μόνος.

Δεν σήκωσε αμέσως το κεφάλι του. Έμεινε κοιτάζοντας κάτω, σε μιαν αστεία παράσταση του μωσαϊκού. Είδε τη φθορά να αναβλύζει από τα λερωμένα χαλίκια του. Τα λευκά, που κανονικά θα έπρεπε να κάνουν τη χρωματική αντίθεση, με τον καιρό είχαν γίνει κι εκείνα μέρος της μουντής επιφάνειας. Γκρίζα υπολείμματα μιας άλλης αποστολής, απολύτως αποτυχημένης.

Στράφηκε στα σιδερένια πόδια του πάγκου, που ήταν μπηγμένα κάτω. Μεταλλικά χοντρά ελάσματα ανεξακρίβωτου χρώματος –κάτι ανάμεσα σε σκούρο πράσινο και μαύρο. Λίγδα άφθονη. Και σκόνη, στο χρώμα του πιπεριού, συζούσαν αδελφωμένες σ’ αυτό το κάγκελο. Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ δεν δίστασε να ακουμπήσει το μανίκι του στο πλαϊνό στήριγμα, λιγδιασμένο κι εκείνο. Άλλωστε το φθαρμένο σακάκι του δεν θα υπέφερε και πολύ από την επαφή με το ταλαιπωρημένο μέταλλο, που απ’ τα αλλεπάλληλα στρώματα βιαστικής βαφής έμοιαζε σιγά-σιγά να χάνει τις ιδιότητες του υλικού. Κι ήταν καιρός τώρα που και τον ίδιον δεν τον μέτραγαν από το πώς ήταν ντυμένος.

Θυμόταν την τελευταία καλή φορεσιά του! Ένα φτηνό τσαλακωμένο λινό, που ‘χε αγοράσει όσο-όσο σ’ ένα στενό μαγαζί στους παράδρομους του λιμανιού στο Μαντράς… Γραβάτα φούξια και παπούτσια μαύρα με κορδόνια.

Ήταν το τέταρτο μπάρκο του. Πολύ βροχή και ζέστη. Συνήθως δεν έβγαινε από τον κλιματισμό του καραβιού. Να βγεις και να πας πού; Εξαγορασμένες ανθρώπινες σχέσεις…

Όμως, εκείνη τη νυχτιά τον παρέσυρε ο φωνακλάς ο αναφιώτης.

- Πάμε ρε! Δε σκούριασες ‘δω μέσα;

Όταν είδε τα μαύρα εβένινα μαλλιά της Βιετναμέζας πόρνης, χάθηκε ο κόσμος γύρω του. Κι εκείνη, με μιαν απροσάρμοστη σεμνότητα για τον χώρο, τράβηξε δειλά το χέρι, όταν σε μια δήθεν τυχαία επαφή για να πιάσει το ποτήρι με το τζιν, την είχε αγγίξει. Ένα βλέμμα απορίας και ανάγκης συμπλήρωνε το λεπτό της πρόσωπο. Τον είχε, ακόμη, ταράξει η καθαρή απουσία ελπίδας σε ό,τι έκανε. Ταλαντεύτηκε για λίγο, ανάμεσα στις προσταγές της επιθυμίας και της ντροπής του. Μετά, τόλμησε να τήν κοιτάξει κατάματα.

Παντρευτήκανε τέσσερις μέρες αργότερα, σ’ ένα καλύβι χωμένο μέσα στην αγορά της πολύβουης πόλης. Ούτε πολλά χαρτιά, ούτε άλλες διατυπώσεις. Εκείνη μοσκοβολούσε κανέλλα, μέσα στο κόκκινο φόρεμά της. Τα έγγραφα της τελετής, αν υπήρξαν ποτέ, ξεχάστηκαν κάπου στο συρτάρι του ξενοδοχείου. Εκείνη, ούτε μια στιγμή δεν έδειξε να αλλάζει και να τού δείχνει ότι έβρισκε κάτι ελπιδοφόρο σ’ όλ’ αυτά. Μια βδομάδα αργότερα, καθώς έλυναν κάβους, κατάλαβε γιατί… Του έγνεψε από μακριά και ...χάθηκε. Για πάντα!

Οι κραυγές μιας ομάδας φοιτητών που εισέβαλε στην αίθουσα, τον έφερε πάλι πίσω. Τούς απασχολούσε εάν η νεο-ιδρυθείσα σχολή τους στο νησί θα έκλεινε, ή όχι. Κάποιοι απείλησαν με δυναμικές κινητοποιήσεις. Μερικά κορίτσια παρακολουθούσαν καθισμένες στους πάγκους τα όρθια ξαναμμένα αγόρια να αγορεύουν.

Δεν παρακολούθησε την έκβαση εκείνης της ανοιχτής συζήτησης. Ούτε μπορούσε, ούτε τον ενδιέφερε. Κι όμως! Αυτές οι ηλεκτρικές φωνές τον έκαναν να σηκώσει το κεφάλι.

Βουή ανθρώπων εν αναμονή, πλανιόταν στην αίθουσα. Στον τοίχο το ρολόι ανήγγειλε: Έντεκα και σαράντα!

Θα περίμενε παγιδευμένος εκεί καμιάν ώρα ακόμη.

Σάρωσε τον χώρο…

Τα γνωστά: Μουρμουρητά και διάλογοι αναίτιοι. Παιδιά μισοκοιμισμένα, ακουμπώντας σε φανταστικά μαξιλάρια. Κύπελλα μίας χρήσεως γεμάτα με καφέδες και χυμούς. Τόσα χρόνια στα ποστάλια, ποτέ δεν μπόρεσε να πιει τον καφέ του καραβιού και των λιμανιών. Πώς μπορούσαν οι άμαθοι περιστασιακοί ταξιδιώτες της γραμμής να ρουφούν εκείνο το σκούρο ζουμί; Ποτέ του δεν τό κατάλαβε.

Ένας ευτραφής φαντάρος ματσούλαγε ένα κουλούρι με υπολείμματα σουσαμιού. Χρατς-χρουτς. Τον κοίταξε και του έγνεψε: «Για πού;»… Έκανε μια ασαφή παλινδρομική κίνηση με την παλάμη: «Ταξιδεύω με το πλοίο…».

Ο νεαρός είδε την απροθυμία στην κίνηση και επέστρεψε στο κουλούρι του.

Στο βάθος του χώρου ένα περίπτερο με φωτισμό από Νέον συγκέντρωνε κόσμο μπροστά του. «Εκδοτήριο εισιτηρίων»!

Υπήρχε κίνηση, που φαινόταν, όμως, να κάνει τον χρόνο να παγώνει. Τήν ήξερε αυτήν την αίσθηση εκμηδενισμού της «κύλησης» των πραγμάτων. Κάθε φορά που πήγαινε στο νησί του, τήν αισθανόταν να βρίσκεται πάντα εδώ, στο ίδιο σημείο, στην ίδια παγερή αχρηστία του χρόνου αναμονής.

Κατόπιν, πρόσεξε την άσπρη ζακέτα να πηγαινοέρχεται.

- Θέλετε ένα αμυγδαλωτό από την Τήνο; Μόνον 1 ευρώ… 

Οι περισσότεροι δεν έδιναν καμιάν απάντηση. Όσο είδε, μόνο μια μεσόκοπη καλοντυμένη κυρία, άνοιξε το πορτοφόλι της και τού έτεινε το κέρμα.

- Σας ευχαριστώ κυρία!, της είπε. Και ξαμολύθηκε για τη μακρά αναζήτηση του επόμενου αγοραστή.

Κάτι τού θύμισε. Δεν το πάλεψε περισσότερο, όμως. Οι μνήμες του νερού ξανάρθαν. Τώρα μόλις πρόσεξε ότι δεν θυμόταν καθόλου τη φωνή της. Από το τελευταίο γνέψιμο του χεριού της, κάθε ηχητική θύμησή της είχε εξαφανιστεί. Από τις τέσσερις μέρες που έζησαν μαζί… Ίσως, δεν είχε μιλήσει καθόλου; Μόνον εικόνα μιας ανείπωτης ομορφιάς, απέμενε.

Ο διπλανός του άνοιξε μια μουσική φορητή. Για να περάσει η ώρα. Τόσο κακόηχη εξέλιξη δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Ο σκοπός του ακούσματος ήταν να «για να περάσει η ώρα». Αλλά μάλλον ο χρόνος άρχισε να κυλάει ακόμη πιο αργά…

Δώδεκα παρά πέντε!...

Ο διπλανός του, ήταν ανυπόμονος: «Ακούς εκεί, πάλι καθυστέρηση. Θα διαμαρτυρηθώ στην εταιρεία. Δεν πληρώσαμε κύριε; Γιατί μας ταλαιπωρείτε…».

Στεριανός! Έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει κρυφά. Πού να καταλάβουν οι ακίνητοι τον χρόνο των καραβιών! Τα ταξίδια τα ατελείωτα, με προσχηματικούς προορισμούς, μόνο για να έχεις κάτι να περιμένεις. Όχι επειδή είχε και καμιά σημασία όταν έφτανες εκεί. …αλλά επειδή το πάρε-δώσε σε κράταγε από την από ‘δω όχθη της ζωής. Αλλιώς; Όλα τα ταξίδια θα τα έκανες περισσότερο πεθαμένος, παρά ζωντανός. Πού να καταλάβει ο καημένος ότι τα παράπονα στη θάλασσα  δεν είχαν θέση.  Αταξίδευτα. Πιο πολύ, αν ήταν παράπονα για τους «χαμένους χρόνους»… Που να καταλάβει;…

- Θα πάρετε ένα αμυγδαλωτό; Τηνιακό είναι…

Πάλι μια απροσδιόριστη μνήμη τον τύλιξε. Αισθάνθηκε να τον πλησιάζει γρήγορα η θύμηση. Την απόδιωξε ψύχραιμα. Η άσπρη μπλούζα του δεκαπεντάχρονου εμπόρου φάνηκε σα να λάμπει στο μυαλό του. Την απόδιωξε και πάλι…

Μια αδέξια γιαγιά άρχισε να καθαρίζει ένα μήλο. Μαχαιράκι στομωμένο. Πέταγε τη μισή σάρκα μαζί με τις φλούδες. Με τα σταφιδιασμένα ακροδάχτυλα πρόσφερε στη νέα γυναίκα που τήν συνόδευε. Κόρη της θά ‘ταν. Της έμοιαζε κιόλας. Εκείνη αρνήθηκε με μιαν αδιάφορη κίνηση. Πότε φεύγουμε επιτέλους;

 Η γιαγιά συνέχισε αμετανόητη καθαρίζοντας ένα μήλο ακόμη.

Αριστερά διαγωνίως από τον πάγκο του, φαινόταν η τζαμαρία. Απαξίωσε να γυρίσει.

Τί να δει; Η τυφλότητα μιας άσκοπης ματιάς…

Είπε να φύγει απ’ όλ’ αυτά και να πάει ψηλά. Το τσίγκινο στέγαστρο απέκρουσε τις φιλοδοξίες του. Προσγειώθηκε από την πτήση που ποτέ δεν έγινε, πιστός στη μοίρα της αναπότρεπτης αναχώρησης, που θα ‘ρχόταν στην ώρα της. Όταν έπρεπε. Ακριβώς! Ποτέ νωρίτερα. Ποτέ πιο αργά. Ό,τι ώρα τελικά θα ξεκίναγε το ταξίδι, θά ‘ταν η σωστή.

Στο εκδοτήριο εισιτηρίων τα φώτα έσβησαν απότομα. Μια νέα γυναίκα πέρασε λίγο πιο μακριά του, κουβαλώντας με κάποια προσπάθεια τον μικρό χαρτοφύλακα με το μετρητό. Φαινόταν να βιάζεται, παρ όλ’ αυτά. Ένας κοντός μελαχρινός άντρας, που τότε πρόσεξε ότι στεκόταν δίπλα στην πόρτα, σκόνταψε να τήν βοηθήσει με το βάρος. Εκείνη άγγιξε με προσοχή το χέρι του. Λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ήταν ένα «ευχαριστώ». Έδινε και μιαν υπόσχεση εκείνο το στιγμιαίο κράτημα. Βγήκαν μαζί, πετώντας και οι δύο πάνω απ’ τους ώμους τους ένα πλαστικό αδιάβροχο. Την έπιασε από τη μέση. Σε κάποιο κρεβάτι θα γραφόταν ο επίλογος. Βογγητά και οσμές σωμάτων, ανακατεμένα σε μια παράσταση χωρίς θεατές. Πρόβα ένωσης, παρατεταμένης με ψήγματα αμφιβολίας για όσα θα επακολουθούσαν.

Λίγοι είχαν τα κότσια να το παραδεχτούν από την αρχή. Κι όμως! Ακόμη κι εκείνοι που έμεναν παντοτινά στη σύμβαση, θα ‘λεγαν περισσότερες αλήθειες από ‘κείνον. …που τήν άφησε πίσω να τον αποχαιρετά αδιαμαρτύρητα. Από τότε απέφευγε κάθε ταξίδι προς τις Ινδίες. Μπας και τήν απαντούσε ξανά… Τί θα τής έλεγε τότε;… Μόνο ψέματα θα χώραγαν. Δεν ήθελε να ζήσει τον εξευτελισμό να κάνει πως δεν τήν εγνώριζε…

- Τηνιακά γλυκά!… Αμυγδαλωτά, παστέλια!...

Απευθυνόταν σ’ εκείνον.

Η χαμηλή φωνή του νεαρού, ξέσκισε την σιωπή που ήταν ο κόσμος ο δικός του.

- Θα πάρετε ένα;…

Σήκωσε για πρώτη φορά το βλέμμα του για να δει καταγράφοντας την πραγματικότητα. Ως τότε το ερέθισμα του ματιού, ήταν μάλλον λειτουργία μιας εγκεφαλικής μηχανής, παρά μιας νοήμονος διεργασίας…

Οι ματιές τους συναντήθηκαν ανάμεσα στους ξένους θορύβους και τα άσκοπα φώτα.

- Μανωλάκη… Εσύ είσαι…, ρώτησε χωρίς να ακουστεί η φωνή του.

Οι σκηνές στο μυαλό του κάλπασαν με ταχύτητες συμπαντικές. Γύρισε πίσω, σ’ εκείνο το στενό με τα λευκά σπιτάκια και τις μικρές ορτανσίες, που λες κι ανασταίνονταν κάθε άνοιξη. Από ψηλά καθώς ήταν, έβλεπες κάτω τους μώλους… 

Η μάνα του κι ο πατέρας ζούσαν ακόμη. Χρειάστηκε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου, αλλά ήταν αρκετό, για να οσμιστεί ξανά μια μυρωδιά του καμένου λαδιού, της μαρίδας και του φρεσκοκομμένου λεμονιού. Να ξανακούσει στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις, που ποτέ δεν έλεγαν κάτι για να ενδιαφέρει και πολύ…     

Από τη διπλανή παράγκα ακουγόταν και πάλι το επίμονο κλάμα του τρίχρονου. Δεν ενοχλούσε κανέναν στη γειτονιά. Τόσα παιδιά μεγάλωσαν σ’ εκείνα τα στενά της πόλης! Όλα ήταν παιδιά ολονών.

Η κυρά Βάσω, η μητέρα του, τον πρόσεχε πολύ τον Μανωλάκη. Το σούρουπο, ακουγόταν το μουρμουριστό νανούρισμά της, μέχρι να ησυχάσει ο τόπος και να κερδίσει τον χώρο η ησυχία. Ξύπναγαν από νωρίς όλοι, για να πάνε στη δουλειά. Κι έτσι, τούς έπαιρνε ο ύπνος χωρίς να προχωρήσει πολύ η νύχτα.

Ο άντρας της, ο Λάμπης, ναυτικός κι εκείνος. Χάθηκε μια κρύα νύχτα στα παγωμένα νερά, με το σώμα του καραβιού να πνίγεται μαζί του αγκομαχώντας. Τον πήρε μαζί του το σιδερένιο κορμί. Άκουγε τις ιστορίες των μεγάλων για τον χαμό του, με τους παλιότερους να περιγράφουν το φανταστικό σκηνικό της καταιγίδας που τον έπνιξε. Μερικοί μίλαγαν για το μεγάλο κύμα που παρέσυρε το πλοίο. Κι εκείνος, 16-17 χρονών παλληκάρι τότε, δεν είχε θέση σ’ αυτές τις συζητήσεις. Μόνον ακροατής.

Το απομεσήμερο που ήρθε το μαντάτο «…σκοτώθηκε η κυρά Βάσω. Την πήρε αποκάτω το λεωφορείο αριθμός 129…», ταράχτηκε όλος ο κόσμος. Τί θα απογινόταν ο μικρός;…

Τον πήραν εκείνοι κοντά τους για μερικές μέρες. Η μάνα του, τόν κοίμιζε σα δικό της παιδί. Το ίδιο νανούρισμα και η ίδια σχεδόν μουρμούρα, που ακούγαμε από δίπλα. Κι ο ίδιος τον είχε πάρει μια νυχτιά αγκαλιά τον μικρό για να ζεσταθεί. Αποκοιμήθηκαν και ξύπνησαν μαζί. Εκείνες τις μέρες, το ραδιόφωνο δεν άνοιξε…

Κατόπιν στάθηκε μπροστά στο σπίτι του το γκρι φορτηγάκι του δημοτικού ορφανοτροφείου κι ένας κουστουμαρισμένος υπάλληλος χτύπησε δυνατά την πόρτα. Τον έβλεπε, μ’ ένα συναίσθημα φόβου και θυμού –το θυμόταν πολύ καλά! Κάποιες διατυπώσεις, η μάνα μου υπέγραψε κάτι χαρτιά. Ο κουστουμαρισμένος τής  έδωσε και μιαν ευχαριστήρια επιστολή του δημάρχου για τη βοήθειά της. Την έσκισε μόλις όλα τελείωσαν.

Όταν μείναμε οι δυο μας στο σπίτι -ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά, μάλλον τό ‘χε προετοιμάσει-, η μάνα μου μίλησε, περισσότερο στον εαυτό της.

- Δεν μπορούμε να τον θρέψουμε…

Ακούστηκε σαν ψίθυρος, αλλά πολύ καθαρά. Γύρισε την πλάτη της στην πόρτα που μόλις είχε κλείσει… Ένα μαντηλάκι από την τσέπη της ποδιάς της εμφανίστηκε σαν από θαύμα στα λευκά της χέρια…

…Από τότε δεν ξανάκουσαν για τον Μανωλάκη. Χάθηκε κάθε ίχνος του πίσω από τις μέρες που ήρθαν η μια μετά την άλλη…

Τώρα στεκόταν εδώ μπροστά του γνέφοντας με τη χαμένη ελπίδα μιας νέας πώλησης.

Ψάρεψε ένα νόμισμα από την τσέπη του παντελονιού του. Το ‘δωσε και με το άλλο χέρι πήρε ένα μπαγιάτικο αμυγδαλωτό από το καλάθι που ο έφηβος είχε στερεωμένο στο λαιμό του με μια λευκή κορδέλα.

Είχε αντιληφθεί γιατί το λεκιασμένο λευκό σακάκι του πωλητή, όσην ώρα βρισκόταν στην αίθουσα αναμονής, εκείνος το έβλεπε να εκπέμπει ένα παράξενο φως. Κι αυτός τόσην ώρα καμωνόταν πώς δεν τό ‘βλεπε εκείνο το φως, βυθισμένος στη θαλπωρή των δικών του αναμνήσεων.

- Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε!...

Δεν απάντησε τίποτα. Χαμήλωσε τα μάτια.

Το παιδί το ‘χε μεγαλώσει η μήτρα του λιμανιού. Εκεί θα ήταν ασφαλές. Θα έβλεπε τους ανθρώπους να περνάνε, στάση ανάγκης προς τον προορισμό τους. Κι εκεί θα τούς έστηνε το καρτέρι των αμυγδαλωτών. Θα τα κατάφερνε. Ο έφηβος ανήκε πια οριστικά στην αγκαλιά της φαρδιάς προβλήτας που φιλοξενούσε το τσίγκινο κτίριο με την αίθουσα αναμονής.

Προχωρούσε πια προς την «Αγία Θέκλα» - το καράβι που θα τον έφερνε στο νησί. Ανέβηκε τη σκάλα τελευταίος.

Λίγο αργότερα, ακουμπώντας στην κουπαστή, στόχευε με το βλέμμα του το πηχτό από τη βρωμιά λιμανίσιο νερό.

Εκείνο, το ίδιο, που ‘χε σώσει και θρέψει τον ανήλικο έμπορο.

Αναρωτιόταν, πώς από τόσο λερές άκρες ανάβλυζε τόση ελπίδα και τόσο πείσμα για ζωή. Ποια ήταν εκείνα τα κύτταρα της ιστορίας, που βούταγαν στο έπος της καθημερινότητας των κάθε λογής καταφρονεμένων και γινόντουσαν δύναμη μεγάλη; Από πού ερχόταν αυτή η πανίσχυρη θέληση;    

Με τις ίδιες σκέψεις έμεινε στην ίδια θέση, μέχρι που καράβι βγήκε απ’ το λιμάνι κι άρχισε να παλεύει με τον κυματισμό της ανοιχτής θάλασσας…

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, πήρε τηλέφωνο τον πράκτορα κι έβγαλε αεροπορικό εισιτήριο για Ινδίες… 

(Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 37ο, άνοιξη 2014)                    

Η ιστορία μιας πέτρας

(Του Χρήστου Οικονόμου)                                                         

Πήρε μια βαθιά ανάσα και έβγαλε απ’ τα σωθικά του την κάψα του καλοκαιριού που τον έκαιγε αλύπητα! Έκανε πολλή ζέστη, από το πρωί! Τα ολιγάριθμα νησιώτικα τζιτζίκια δεν είχαν βάλει μέσα γλώσσα, αν και σε ήπιους τόνους, από το πρώτο κιόλας ξέσπασμα του ήλιου. Πού να βρουν κι αυτά τόπο να κραυγάσουν περισσότερο, πάνω στις ξερολιθιές και τα λιγοστά μυρωδικά της ρεματιάς; Για τα γενναία άσματά τους θα χρειαζόταν ένας πευκώνας.

Λες και σαν μια ενοχλητική, αλλά αναγκαία, ανάμνηση από διήγηση, η Γυάρος, απέναντι, χανόταν στον αχνό της αλμύρας. Το μελτέμι που στο μεταξύ δυνάμωνε την έκανε να μοιάζει ολοένα και περισσότερο να χάνεται στον χρόνο του Αιγαίου. Ένας αχνός του ανέμου και της πρωινής θολούρας κύκλωνε το νησί, τη Γυάρο, κρύβοντας από το φως το παρελθόν του. Έστρεψε το βλέμμα του στην απότομη κατάβαση που τον περίμενε. Σαν δρόμος στο παρελθόν, άρχισε να πατάει προς τα κάτω, σκαλί-σκαλί, με τους μηρούς του να φλέγονται με τη σειρά τους από την προσπάθεια αποτροπής των συνεπειών της κλίσης.

Στην πλάτη του -σαν ορμαθός από ξερόκλαδα- κρέμονταν τα βατραχοπέδιλα και τ’ άλλα συμπράγκαλα από το υποβρύχιο ψάρεμα που ‘χε σχεδιάσει από την προηγούμενη. Κάτω! Μέχρι το Κάτεργο! Έτσι έλεγε το φύλλο πορείας που ‘χε εκδώσει στον εαυτό του. Μια μύτη γης εισέδυε μέσα στα άυλα νερά του κολπίσκου, αντρικό σύμβολο, εντυπωσιακό αλλά τόσο αδύναμο τελικά μπροστά στην πανίσχυρη γυναικεία παρουσία της θάλασσας. Και η προσμονή από το νερό που θα ξαναζωντάνευε το κορμί του ερχόταν δυνατά…

Μια μικρή σαύρα πέρασε δίπλα του σαν σφαίρα και κρύφτηκε κάτω από μια πλάκα. Το θρόισμα του ‘στειλε το μήνυμα:- Εδώ είσαι επισκέπτης, φίλε!Πήρε μια γουλιά απ’ το παγούρι του. Αυτή η αντίφαση από την κάψα στην άπλετη δροσιά του Αιγαίου, σε λίγη ώρα, τον αναστάτωνε. Απ’ την άπνοια του καύσωνα στον πνιγμό της «υποβρύχιας σχέσης με τη ζωή», που του ‘λεγε συχνά-πυκνά ο Κλεάνθης. Ο ανταγωνισμός του μεγαλύτερου σαργού υποκινούσε τόσα χρόνια αυτήν την αντρική συνύπαρξη. Στην Άνδρο, τη Σέριφο, τη Σίφνο, τη Νάξο …κι αλλού!

Στο δεξί χέρι του, κατάχαμα, μια μικρή ρίγανη ανέπνεε. Τα κλαράκια της σκόπευαν με θράσος το φως. Φύτρωνε στο βράχο, πάνω στο μισό χιλιοστό τετραγωνικό της σπιθαμής που συγκρατούσε λίγη σάρκα γης. Κι άλλο μήνυμα ζωής επίμονης. Τη χάιδεψε με την παλάμη του και συνέχισε την κατάβαση.Κάπου εδώ άρχιζαν κάποια στενά πλατώματα. Σαν πεζούλες φαρδιές σε τόσο στενό χώρο, ώστε φάνταζαν πελώριοι αφύσικοι χώροι μιας επίπεδης έκτασης. Εδώ, λιγοστό πράσινο από κάποια ανοιξιάτικα χόρτα, ήδη προσπερασμένα.Κάνα-δυο νεαρά κριάρια στέκονταν ακίνητα μπροστά του, επιχειρώντας απεγνωσμένα να αποδιώξουν τα έντομα, χιλιάδες, που κεντούσαν το τρίχωμά τους. Ήχος από καμπάνισμα εν στάσει, συνόδευε την εικόνα. Αν δεν ήταν παρούσα η αλμύρα, θα επρόκειτο για το τέλειο βουκολικό τοπίο.Διόρθωσε την αποσκευή στην πλάτη του. Μια τρίαινα έγδερνε την αριστερή ωμοπλάτη του… Έι ωπ!!!

Κάπου εκεί έχασε ξανά την επαφή με τη λογική ροή του χρόνου. Ένα πελώριο κοσμικό ρολόι, απολύτως προσωπικό, τον συμβούλευσε να μην ανησυχήσει. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς λόγους που βουτούσε συχνά-πυκνά στα νερά για ένα προσχηματικό κυνήγι των ψαριών, ήταν ακριβώς ότι ο καιρός στο υγρό περιβάλλον κυλούσε διαφορετικά. Τον παράσερνε σε δίνες καιρών άλλων. Από το παρελθόν, αλλά κι από τα μελλούμενα. Άλλοτε έβλεπε ζωντανά όνειρα ολόκληρων διαλόγων με συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη. Κάποτε είχε απαντήσει σημείο προς σημείο -θυμόταν όλον τον διάλογο πολύ καθαρά- σε μια ρήση του συρμού, που είχε όμως καταστεί «κλισέ» κουραστικό της καθημερινότητας. Την τεκμηριωμένη απάντηση που είχε χτίσει την κρατούσε, από τότε μόνο για τον εαυτό του. Εξ άλλου, δεν υπήρχε πρόθυμο ακροατήριο για κάτι περισσότερο. Την ενέταξε, δηλαδή, σε μια προβληματική προσωπική για τον κόσμο, που δεν χρειαζόταν την έξωθεν επιβεβαίωση…Κάποιες άλλες φορές -εδώ οι μνήμες δεν ήταν πολύ συγκεκριμένες- ανέπλαθε τα λαγόνια μιας γυναίκας, μεγαλύτερης του, που τον είχε μυήσει στα μυστικά του ζευγαρώματος. Εκείνος, δέσμιος της σαρκικής απόγνωσης του εφηβικού του «είναι», συρόταν χωρίς καμιά άμυνα στις ατραπούς της φαντασίωσης. Το άλμα από τα οράματα στην απτή αίσθηση της λείας σάρκας, ήταν τόσο μικρό και τόσο αγεφύρωτο, συνάμα. Μετά, περάσανε τα χρόνια, ήρθε η αντρική του υπόσταση να εκπαραθυρώσει την παιδικότητα …κι όλα άλλαξαν. Όποτε η ψυχούλα του πετάριζε από τους κνησμούς του συγκεκριμένου ερωτικού αντικειμένου, στις άλλες γυναίκες, εκείνες μεταβάλλονταν στο αμείλικτο «σχέδιο κατάκτησης», που δικαίωνε ή διέψευδε την ονείρωξη.

Η κατηφοριά ξαναβρέθηκε μπροστά του, με την επιμονή μιας ενοχλητικής συντρόφου.Απέμενε το τελευταίο «ετάπ» να διανυθεί.

Στην πρώτη κατακρήμνιση του επόμενου βήματός του, με την άκρη του ματιού του, δεξιά, είδε μια καλύβα. Ρημάδι, πέτρινο και φλεγόμενο, ριγμένο καταμεσής στο λίθινο πέλαγος.Τρύπωσε κάτω απ’ τη σκιά της. Κύματα εκλογίκευσης της θερμοκρασίας ξεπηδούσαν από τα έγκατά της. Ρίγησε ελαφρά από την ηδονή της δροσιάς. Κάθισε σε μια πέτρα, ριγμένη εκεί δα, που είχε αποδράσει από τη σειρά της πρόχειρης δόμησης. Μια ακόμη γουλιά νερό!

Παίρνοντας βαθιές ανάσες ανάπαυλας έστρεψε το βλέμμα του στη χαμηλή πέτρινη σκεπή.Και τότε την είδε…

Ένας αρχαίος στύλος εις θέσιν δοκού στήριξης. Διακρίνονταν καθαρά οι πτυχές του κίονα, σε μια υπόλευκη στιλπνότητα, που φαινόταν να έρχεται από πολύ παλιά. Ανακάλεσε στη μνήμη του τις αφηγήσεις δύο ντόπιων, από την Παλαιόπολη, που επαναλάμβαναν συχνά στον απογευματινό καφενεδάκι στης στενής πλατείας. «Νυχτιά παρά νυχτιά», επέμενε ο ένας, εκείνος με το σκαμμένο πρόσωπο, «έρχεται το σούρουπο αυτό το κατάλευκο κότερο, και οι επιβάτες του βουτάνε στη θάλασσα, με μπουκάλες και τον αδιάβροχο προβολέα «sealed beam» για να βγάλουνε τους αμφορείς». «Είναι Ιταλοί, άκουσα», συμπλήρωνε ο άλλος, ο νεώτερος. «Τους μοσχοπουλάνε, σε κάτι ξένους, που μιλάνε μιαν άγνωστη γλώσσα. Έρχονται μια φορά τον μήνα και μένουνε για δυο-τρεις μέρες, για να σηκώσουνε ό,τι έχει βρεθεί», αποφαινόταν με τη σιγουριά της διάδοσης.

Δεν είχε δώσει τότε και πολλή σημασία. Οι μικροί μύθοι του κάθε οικισμού, το γνώριζε καλά, πάντα ισορροπούσαν ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, με τρόπο ειδικής προσκόλλησης στην αλήθεια. Τις άκουγε πάντοτε με ενδιαφέρον και κατόπιν τις έθαβε σε μια λήθη απροσδιόριστης αποτελεσματικότητας. Τις θυμόταν ξεχνώντας τις. Και δεν τις ανέσυρε ποτέ στην επιφάνεια, χειριζόμενος με φειδώ μια γνώση ανεπιβεβαίωτη.Τώρα, όμως, βρισκόταν εδώ μπροστά στα μάτια του, η επιβεβαίωση. Γυμνή πέτρα, με υφή μαρμάρου, αγκωνάρι γεγονότων παμπάλαιων. Και ενσωματωμένη στις πραγματικότητες της ανάγκης της σημερινής. Τυμβωρυχία ξεδιάντροπη, αλλά τόσο αναγκαία για να χτιστεί μια απλή καλύβα. Στέγαστρο -όπως έμαθε αργότερα- για τα λίγα κριάρια που σκουντουφλούσαν αενάως ανεβοκατεβαίνοντας τις ξερολιθιές.

«Φωτογράφιζε» διαρκώς με τα μάτια του και με επιμονή την πέτρα, ξεχνώντας τις αλιευτικές προκλήσεις που τον είχαν οδηγήσει εκεί. Σε μια σιωπή απόλυτη, συνοδό του παμπάλαιου δομικού αντικειμένου που είχε απαντήσει στις κατηφοριές της Παλαιόπολης. Σάρκα γεγονότων, η πέτρα, στεκόταν σε άψογη παράλληλη θέση με το ελάχιστο επίπεδο έδαφος που σκίαζε. Αρχιτεκτονική ανάγκης με αποτελεσματικότητα εντυπωσιακή του αυτοδίδακτου χτίστη. Δεν είχε μεγάλες δόξες και του διηγηθεί. Σεμνός παρατηρητής μιας καθημερινότητας μακραίωνης, η πέτρα σιωπούσε επιδεικτικά στην επιμονή αφήγησης, που εισέβαλε από μόνο του στο σκηνικό της σιωπής.

Τον κατέβαλε η μανία του απρόσμενου: Τόσο χαμηλό προφίλ για τόση ιστορία!... Και τόσο ήθος από ένα άψυχο αντικείμενο! Από μια πέτρα! Δεν το χωρούσε το μυαλό του. Του θύμισε εκείνην την εικόνα σε κάποια μονή, που όντας έργο ζωής ενός μοναχού, όταν την τελείωσε και στα πρόθυρα του θανάτου του, επέλεξε να την υπογράψει: «Εποίει χειρ μοναχού…». Χωρίς να βάλει το όνομά του!...Σύμβολο ενός ανεξάντλητου αποθέματος σημασιών που δεν παραγράφονται από τις εποχές και τους καιρούς, η πέτρα θα ‘μενε εκεί. Χωρίς καμιά διαμαρτυρία για την αποσιώπηση του τί υπήρξε κάποτε. Σταθερή σαν μύθος χωρίς ήρωες –και προς τούτο, αιώνια.

Ο αλιέας του πρόσκαιρου κατάλαβε τότε, και μόνον τότε, ότι εάν η πέτρα άρχιζε την εξιστόρηση, εκεί θα τέλειωνε και η σκιά της στο χρόνο. Χαμογέλασε στους άλλους λίθους που παρευρίσκονταν, πήρε μια ακόμη γουλιά από το δροσερό νερό και σηκώθηκε όρθιος.Όρμησε στο αμείλικτο φως του Αιγαίου με τη βεβαιότητα μιας κατάδυσης στο χρόνο, που άξιζε τον κόπο, περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλην.Μετά πήρε ξανά την κατηφόρα… Μέχρι τέλους! Μέχρι τα κύματα…

(Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 38ο, καλοκαίρι 2014)   

Των άλλων

Η μέρα ξύπνησε.
Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της
και είδε τον κόσμο
ακόμη πλαγιασμένο μέ όνειρα
και μαγγανείες της νύχτας.
Ανέβηκε τα βουνά, στους λόφους γλίστρησε, και χύθηκε στην πολιτεία βιαστική.
Των δρόμων τά φανάρια έσβησε,
σκιές κρυμμένες στις αυλές και στις γωνίες
έπνιξε,
κι άφου μοίρασε στους ανθρώπους
αγωνίες και προβλήματα
εις πέρας νά τη φέρουν τους ανέθεσε.
"Υστερα την απουσία μου αντιλήφθηκε (μιαν ευτυχία διαπραγματευόμουν ακόμα, μέσα στ' όνειρο), τό κλειστό μου άνοιξε παράθυρο και μ' όλο της τό βάρος πάνω μου έπεσε τη διαπραγμάτευση έτσι διακόπτοντας.

(K. Δημουλά)

...και για την  αντιγραφή Κλεάνθης Παππάς

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας