Διάλογος εν χρόνω 2

- Όμορφη γυναίκα, τελικά!... Συγκατένευσε αδιόρατα η άλλη μεριά.

Έυκολη λύση η επιδρομή στα αυτονόητα κάλλη της παρουσίας που περιφερόταν εκεί γύρω. Αλλά αναγκαία η αναφορά! Ο νέος γύρος του διαλόγου τους θα έπρεπε να ξεκινήσει σε τόνους χαμηλούς, αλλιώς το έντονο τελείωμα που αναπόφευκτα θα ακολουθούσε ως επίλογος, θα κατέληγε έχθρα -και δεν τό ‘θελε κανένας τους. Οι άντρες, σαν από την εποχή της προϊστορίας κιόλας, χρησιμοποιούσαν την κλειστή ανάμεσά τους κολακεία σε μια γυναίκα -όχι κατ’ ανάγκη πάντα ωραία- για να εκτονώσουν τις αντιθέσεις μεταξύ τους... Και κάπως έτσι, έστω με τέτοιες σκέψεις, η γυναίκα απογειωνόταν εις θέσιν θεότητας ...του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού. Γινόταν, δηλαδή, αυτό που στην πραγματικότητα ήταν, γινόταν αξία! Και σταμάταγε να ήταν σκοπός. Ανωμολόγητη μεν, αξία δε...

- Πολλές γυναίκες ήταν καταλύτες στην εποχή τους, για όσα θα ακολουθούσαν, επέμεινε με αναφορές στα παλαιότερα, ξεφεύγοντας έτσι από την αμείλικτη συμβατικότητα που εμπεριείχε η αναφορά προηγουμένως στην ωραία γυναίκα. Ο άλλος έστησε αυτί! Καταλάβαινε από την πρώτη κιόλας λέξη, πότε ο συνομιλητής του ήταν αποφασισμένος να μεταδώσει τη νόησή του, και όχι να διδάξει προς αυτοεπιβεβαίωση.

- Να, η Αλεξάνδρα Κολλοντάι, ας πούμε! «...Η γενική αμνηστία θα βοηθούσε τους ηγέτες των κομμάτων να φέρουν στη ζωή την Παλιά Διεθνή, που θα βασίζεται στον εθνικισμό και τον οπορτουνισμό...», είχε πει, ήδη από το 1916, προβλέποντας από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κιόλας, τη μοίρα της ευρωπαϊκής αριστεράς, όπως κατέληξαν τα πράγματα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

- ...Μα, αυτά δεν είναι σημαντικά πράγματα, τού απάντησε. Με όσα ξέρω και όσα έμαθα στην εξορία κοντά στον πατέρα μου, δεν μου είναι γνωστό γιατί θαυμάζεται ως πρόσωπο σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης. Αυτό το τσιτάτο που μόλις μου ΄πες, φίλε, είναι γενική αναφορά στην πολιτική και δεν φέρει «άρωμα γυναίκας»...

- Η Κολλοντάι ήταν η πρώτη γυναίκα στην ιστορία που έγινε πρέσβειρα της πατρίδας της σ’ άλλη χώρα, επέμεινε ο άλλος. Αν ψάχνεις «άρωμα γυναίκας», υπάρχει κι απ’ αυτό σ’ εκείνην. ...αλλά σε μια καθαρά ανδροκρατούμενη επανάσταση, ίσως τη μεγαλύτερη παρά ποτέ στην ιστορία των ανθρώπων «εντός συνόρων», αυτό που εγώ της αναγνωρίζω είναι ότι ήταν από τις ελάχιστες, που μίλαγε πρόσωπο με πρόσωπο με τους συντρόφους της και δεν είχε ποτέ αρκεστεί στο συμπαθητικό δεύτερο ρόλο, που οι Ρώσοι κομμουνιστές επαναστάτες επεφύλασσαν στις συντρόφισσές τους. Άλλωστε, όποτε το βάρος των ιστορικών ρόλων το προσδίδει η βία, οι γυναίκες μειονεκτούν.

- Ώχου! Ό,τι και να λέμε εμείς, λίγα της απέδωσε το αίμα της Ιστορίας, ...δηλαδή ο Χρόνος. Δεν θα είχαμε πολλά περισσότερα να πούμε για εκείνην. Δε μου λες τίποτα που να με ενδιαφέρει. Γιατί δηλαδή είναι κάτι το άξιο λόγου η Αλεξάνδρα Κολλοντάι, όταν όλες οι γυναίκες που πήραν μέρος σε επαναστάσεις υποτιμήθηκαν από τους συναγωνιστές τους, κι αυτό είναι ιστορικά αυταπόδεικτο. Εκείνο που θα ήθελα είναι αναφορές σε γυναίκες που έγιναν οι ίδιες καταλύτες μιας εξέγερσης. Να, για παράδειγμα, στην Τέχνη η Φρίντα Κάλο...

- Αχ, καλέ μου! Εδώ την είχα στήσει την παγίδα στις καλές προθέσεις σου, που πάντα πνίγονται στα ρηχά νερά της βιασύνης, να έχεις εσύ κι οι συνομήλικοί σου ρόλο, εδώ και τώρα. Μμμμμμ! ...λοιπόν, να τα πάρουμε με τη σειρά, μούγκρισε με μια δόση αυταρέσκειας για όσα θα ξεστόμιζε στη συνέχεια.

- ...Οι δικοί μας οι κομμουνιστές, μέσα στη φωτιά και τη λαύρα του εμφυλίου, για τις γυναίκες επιφύλαξαν πάντα ρόλο συμπληρωματικό στην εξέγερση, κρατώντας για τις δικές τους υστεροφημίες τα σημαντικά. Μαγείρεμα, νοσοκόμες και τέτοια. Μια τελείως άδικη και κακή καταγραφή της καθ' όλα άξιας συμμετοχής των γυναικών. Πάνω σ’ αυτή την επιλεκτική αφήγηση, η ελληνική δεξιά και ο αντικομμουνισμός έχτισε έναν ολόκληρο μύθο για τις κομμουνίστριες με τη χαλαρή σεξουαλική ηθική, που προσφέρονταν εθελουσίως στους μαχομένους συντρόφους τους για να «ξεχαρμανιάσουν». Τελευταία παραδείγματα αυτής της αδιανόητης διαστροφής της ιστορικής αλήθειας για τις επαναστάτριες -που τις διακρίσεις τις βίωσαν πρώτα από τους ίδιους τους συντρόφους τους- είναι πολύ πρόσφατες αναφορές, ακόμη και από μεριάς δήθεν προοδευτικών. ...όταν έφηβοι ακόμη οι ίδιοι, εκ του ζέοντος αίματος της νιότης μπορεί να συναγελάστηκαν με προοδευτικές οργανώσεις -ίσως και κομμουνιστικές! ...αλλά, ταξική θέσει και ψυχολογική φύσει, πάντα ακροδεξιοί ήταν.

(...συνεχίζεται...) 

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 1

- Είσαι πολύ συντηρητικός για μένα!...

...Είπε και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά απ’ το άφιλτρο. Επέμενε να αγοράζει έτοιμα άφιλτρα τσιγάρα ακόμη και σήμερα. Δεν έβρισκε βέβαια, τα Άρωμα, τα 22, τα Hellas Special, ή έστω τον Άσσο, που είχε καταναλώσει σ’ όλη του τη ζωή. Τώρα, ...Gitanes και πολύ τού πήγαινε! Ακριβά.

Χάιδεψε τα ψαρρά γένια του και προσποιήθηκε πως η συζήτηση θα τελείωνε μ’ αυτήν τη βαρύγδουπη δήλωσή του...

Κι όμως! Καταλάβαινε ότι όλα μόλις εκείνη τη στιγμή ξεκινούσαν. Αν το προκάλεσε σκόπιμα ή ήταν τυχαίο, ό,τι θα ακολουθούσε, δεν το ’ξερε καλά-καλά κι ο ίδιος...

...ακούγοντας τον αφορισμό, για πρώτη φορά σήκωσε το απλανές βλέμμα απ’ τα διαμειβόμενα αναιτίως στην οθόνη της μικρής συσκευής. Η ματιά του φωτίστηκε, τόσο, που το ημίφως του χώρου λες κι άλλαξε χρώμα! Για λίγο προσπάθησε να ελέγξει την αυθόρμητη διαμαρτυρία που ξεπήδαγε απ’ τα έγκατα των σκέψεων. Ισορροπούσε ανάμεσα σε μια αντεπίθεση ύβρεων για όλα τα δεινά που κληρονομούσε με ευθύνη καθαρή της γενιάς του συνομιλητή του, από τη μία, και την εύγλωττη σιωπή της επιτίμησης, από την άλλη. Γνώριζε άλλωστε ότι ο φίλος του -αν είχε κάτι αναντίρρητο μέσα του, ως εγγενές στοιχείο του χαρακτήρα του- εκείνο ήταν να προκαλεί διά λόγου, ενώ, κατά βάθος, ήταν καλό και τίμιο ανθρωπάκι. Μέσα στην ίδια την ψυχή του είχε, μάλιστα, τη βεβαιότητα ότι η νεότητά του μάχεται φύσει τη συντήρηση. Σκέφτηκε ότι ίσως δεν θα χρειαζόταν καμιά απάντηση στον λόγο που μόλις είχε ακούσει. ...αλλά τα κύτταρα επαναστάτησαν, χωρίς να τον ρωτήσουν: «Προοδευτικός και τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο εσύ, δε γίνεται!...», φώναξε με μια δόση μοχθηρίας.

- Πετροβολάς το μέλλον συνεχώς, συνέχισε ο μεγάλος...

- ...κι εσύ, συμπεριφέρεσαι σαν ο ιδιοκτήτης του χρόνου και της Ιστορίας, αντέτεινε ο μικρός.

Αναμετρήθηκαν με τα μάτια για λίγο. Μετά απέστρεψαν σχεδόν ταυτόχρονα.

Τελικά είχαν κάτι να πούνε; Ή, μήπως, όλα σχετικά μ’ αυτούς τους δύο εξαντλούνταν στο να κάνει ο ένας τον άλλον να πονέσει;

Όταν πρωτοσυναντήθηκαν, πάει καιρός τώρα, τα πράγματα έδειχναν να είναι ιδανικά! Τόσα πράγματα είχε να πει, και από καιρό τώρα τα ακροατήρια σπάνιζαν για εκείνον. Τόση ανάγκη είχε να ακουστεί ο ήχος της δικής του φωνής, ο άλλος. Κι όχι απλά να ακουστεί! Και να μετρήσει, κάπου! Οπουδήποτε!

Αναμετρήθηκαν ξανά με τα βλέμματα. Μετά η ένταση, σαν από θαύμα λες, κόπασε.

- Θυμάμαι, κάποτε που..., πρόλαβε μόλις να πει, πριν ο άλλος τον αποστομώσει.

- Άσε, λίγο τη μνήμη σου να ξεκουραστεί. Χρειαζόμαστε ένα διάλειμμα με αναφορές σ’ εκείνα που μας κάνουν να μοιάζουμε, ψιθύρισε απαντώντας με ανέλπιστη σοφία, ορίζοντας το πεδίο του επόμενου κοινού σκηνικού τους.

(...συνεχίζεται...) 

 

 

 

Χρέους εγκώμιον...

Όταν χρωστάς οργίζεσαι και θυμώνεις. Μετράς και ξαναμετράς το χρέος σου και προσπαθείς να αναλογιστείς τι έφταιξε και έπεσες έξω στις -αποδεδειγμένα, πλέον, φευ- αισιόδοξες προβλέψεις που έκανες για τα οικονομικά σου.

«...Αν δεν είχα κάνει τόσο ακριβές διακοπές εκείνο το καλοκαίρι, σήμερα δεν θα ήμουν στον "τάκο"...», αποφαίνεσαι. «Αλλά, πάλι, η γυναίκα μου μ' είχε προειδοποιήσει: "Τσουρούτικες διακοπές στο σπίτι στο χωριό, εγώ δεν ματακάνω... Μετά θα 'ναι και η κουμπάρα, που θα με κοιτάει αφ' υψηλού έναν ολόκληρο χειμώνα και δεν το ανέχομαι, ρε παιδάκι μου. Δεν κοιτάει που αν δεν είχε βρεθεί αυτός ο στραβός ο δικηγόρος να της ρίξει μια ματιά, ούτε βρακί δεν θα είχε να βάλει. Κι ύστερα σκέπτομαι και τα παιδιά. Τί θα πούνε στους συμμαθητές τους; Ξανά τα ίδια ψέματα, ότι δήθεν πήγαμε στην Κρήτη, που ούτε στον χάρτη δεν ξέρουν πού βρίσκεται"».

Μ' αυτά και μ' αυτά, αρχίζεις να «πιάνεις» τί έφταιξε! Μα, βέβαια, η γυναίκα σου: «Από την αρχή είχε φανεί ότι την είχε λίγο ψωνισμένη. Λες κι από τη Στεμνίτσα να ήξερε δα από σαλόνια... Αλλά δεν φταίει κανένας. Η μάνα της, την είχε δασκαλεμένη από την αρχή: "Κοίτα, μανάρι μου, μόλις σού φορέσει το στεφάνι, πρώτ' απ' όλα, να εξασφαλιστείς. Πρώτα εσύ και μετά τα παιδιά που θα τού κάνεις. Γιατί, αλλιώς... Μην τον είδες! Ακόμη κι όταν θα ψοφάει, με το σταγονόμετρο θα σου τα δίνει. Άσε που ό,τι θα έχει απομείνει απ' όσα θα έχει βγάλει από τη δουλειά του τόσα χρόνια, τον πρώτο λόγο θα τον έχουν τα παιδιά... Εσένα θα σ' έχει χορτάσει! Σιγά μην σου αφήσει τίποτα". Τέτοια της έλεγε... Τα 'ξερα! Αλλά πού μυαλό τότε. Να τα κόψω απ' την αρχή. "Ήτανε και φρέσκια-φρέσκια η Ασημίνα... Δροσερή σα φρεσκοκομμένο ροδάκινο Ναούσης. Την ήθελα και τα ανέχτηκα όλα. Μαγκιά μου! Εγώ πλήρωνα». Τα λες. Ξεθυμαίνεις για λίγη ώρα. Κάνεις και κανένα-δυο τσιγάρα.

Μετά το ξαναπιάνεις απ' την αρχή: «Ήτανε, βέβαια, κι εκείνο το ρημάδι το τζιπ. Τί διάολο το χρειαζόμουνα; Τέτοια μαούνα! Εγώ τι ζητούσα; …λίγο να πάω τα παιδιά στο σχολείο και να κάνω και το κομμάτι μου σ' εκείνα τα κωλόπαιδα από την Κηφισιά και τους "αρπαγμένους" τους πατεράδες τους. Βασικά, εκείνος ο χοντρός ο γιατρός, μου την έδινε κατακούτελα... Με μια κοιλιά μισό στρέμμα, ήθελε και γκόμενα. Μωρέ, ας μη σκεφτόμουνα τη συμμαθήτρια της κόρης μου, της Βαγγελιώς, και θα τον είχα βγάλει βούκινο στη γυναίκα του. Μου τα 'χε ψιλορρίξει, θυμάμαι, η κυρία Ελευθερία σε κείνα τα γενέθλια. Αλλά εγώ;... Βράχος!

Βέβαια, τη μαούνα την είχα στο όνομα της γυναίκας μου. Από το μαγαζί που τής είχα ανοίξει, για ν' αγοράσω το αμάξι με λίζινγκ. Να, τώρα, που η τζιπάρα με ρεζιλεύει καθημερινά. Χωρίς πινακίδες στον ακάλυπτο... Με βλέπει όλη η πολυκατοικία.

Έβαλα, φυσικά κουκούλα. Αλλά, μπας και κρύβεται η ξεφτίλα»...

Νέα τσιγάρα! Νέα παύση! Τρίτος γύρος: «Κι αυτός μαλάκας ο χρηματιστής μου, μόνο την προμήθειά του είχε στο νου. Να κάνει τη δουλειά του, πουουου…

Ρίξε μια ματιά, ρε αγράμματε, στα φανατμένταλς. Αφού ήτανε πτώμα το χαρτί. Μέχρι κι εγώ το είχα ψυλλιαστεί. Αλλά εκείνος το χαβά του: "Αν δεν πάρεις τώρα που φαίνεται πεθαμένη η μετοχή κι έχουνε πέσει οι αξίες, πότε θα πάρεις; Μετά θα αρχίσει η απογείωση θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, που θα 'σαι έξω. Κι εγώ θα στο είχα πει".

Έτσι μ' έριχνε. Και ακολουθούσα ως αμνός επί σφαγή! Πού να φανταστώ τέτοιο πράγμα; Ποιός να προβλέψει τέτοια κατρακύλα…»

Μετά έρχεται η ώρα των αποφθεγμάτων (Νέο τσιγάρο): «Αλλά, για να λέμε την αλήθεια τα λαμόγια οι πολιτικοί μας την κάνανε την κασκαρίκα! Αυτοί προλάβανε και βγήκανε. Για μας τον λαουτζίκο, ούτε σκέψη. Αλήτες! Στην πλάτη τη δική μου πλουτίσατε. Από τις αξίες που έχτισα εγώ κάνατε σερμαγιά. Κι αφού 'κονομήσατε, την "κάνατε". Άσε ρε φίλε λιγάκι και για μας. Τόση φαταουλιά! Αφού ξυπόλητοι ξεκινήσατε κι εσείς...

…Αλλά, τί ζητάω τώρα; Αυτοί τον έχουνε δέσει το γάιδαρό τους. Αλί σε μας... Και τολμάνε να μου ζητάνε ακόμη να τους ψηφίσω! Ιδίως αυτός ο γυαλάκιας, που μου το παίζει και αντιμνημονιακός. Ρε ουστ! Έχεις να φας στη μούρη «Χρυσά Αγγούρια», ρε κερατά, που θα 'ναι όλα δικά σου».

Καταλαγιάζεις. Έρχονται κι εκείνα τα αναθεματισμένα τα χρέη και σε επαναφέρουν στη σκληρή αλήθεια: «250 ευρώ σούπερ μάρκετ. 180 ευρώ εισιτήρια, τσιγάρα και καφέδες. Σούμα 430. Κάτι το ρεύμα, κάτι το νερό. Βάλε 600. Κι η δόση της εφορίας, 350. Όλα μαζί, 950. Πού να βρεθούνε, ρε, άλλα 800 για το στεγαστικό; Και τί άλλο να κόψω; Μόνο το πουλί μου δεν έχω κόψει...»

Επιστρατεύεις τις ελπίδες σου: «Ο Μπάμπης μου είπε ότι στο νέο νομοσχέδιο, θα δώσουνε παράταση για τις οφειλές στην εφορία. Ας περιμένω λιγάκι... ... Ρε δόξα τω Θεώ, που έγιναν και εκλογές πριν κα’να χρόνο και δεν πλήρωσα τίποτα. Και μπορεί να γίνουνε ξανά εκλογές... Δε γίνεται να αντέξουνε οι μπαγάσηδες τόση εξαθλίωση του λαού. Θα τους μαυρίσουμε όλοι.

Δεν μπορεί κάτι θα γίνει. Αλλιώς, θα τους πάρει και τα σώβρακα ο "μικρός". Δεν μπορεί! Κάτι θα κάνουνε... ».

Μετά ξεσπάς: «Ρε, δεν πάτε στο γεροδιάολο όλοι σας. Από μένα το φτωχαδάκι θα βρείτε όσα σας λείπουν; Να πάτε στις κουφάλες τους δημοσίους υπαλλήλους, που τα παίρνανε τόσα χρόνια, στην πλάτη του λαού. Να πάτε στη Μέρκελ να σας τα δώσει. Από 'μένα δεν έχει μείνει τίποτα να πάρετε. Και κείνο το αγροτεμάχιο... (Το 'χα βρει μεγάλη ευκαιρία από τον Μανόλη τον Μπαλάντζα, ήθελε ζεστό χρήμα για να φτιάξει τις μεζονέτες στα αμπέλια του, δίπλα). Σιγά μην το δηλώσω. Για να μού το φάτε κι αυτό;...

Άσε που του χρόνου θα 'βγαινα στη σύνταξη και με το εφάπαξ θα άλλαζα και φουσκωτό!... Ρε, αν είχα τώρα το σκάφος θα τους ρήμαζα τους μπαλάδες...

Παν' αυτά! Τώρα θέλω ακόμη 7 χρόνια. Κι όταν βγω δεν θα 'χει μείνει κολυμπηθρόξυλο στο ταμείο για μας... Σιγά μην το δηλώσω...»

Ανακεφαλαιώνεις (τζούρα καφές): «Θα τα στριμώξω λίγο και θα 'ρθουνε βόλτα.

Τον επόμενο χρόνο... Βλέπουμε. Υπάρχει και το χωραφάκι της Στάσας. Θα μου πεις: «Και πόσα Θα πάρεις;». Απαντώ: Όσα και να 'ναι, καλά είναι. Η Μπέμπα, από το ρίαλ εστέιτ, προχτές, μού 'λεγε ότι θα 'πιανε καμιά τριανταριά χιλιάδες. Μεσ' το νερό! Θα τη βγάλουμε, ρε αδερφέ. Η φτώχια θέλει καλοπέραση».

Αλλά δε σ' αφήνει ν' αγιάσεις ο σατανάς. Ξανατρελένεσαι: «Τι τσαμπουνάς τόση ώρα, ρε καραγκιόζη! Όλο οι άλλοι φταίνε. Αφού εσύ την έχει κάνει την παπαριά. Και ξέρεις...»

Σβήνεις το τελευταίο τσιγάρο στο τασάκι. Κοιτάς το ρολόι σου. «Πήγε εφτάμισι! Με περιμένει ο Λάμπρος στο καφενείο. Θα τον πηδήξω στο τάβλι σήμερα. Θα πάρω πίσω το 'κοσάρικο που μου βούτηξε χθες. Θεέ μου! Τι ζαράκιας!»

Βάζεις το μπλουζάκι σου και χτενίζεσαι. Η Μελίνα, η σερβιτόρα, σου τα ρίχνει. «Μην πάμε και σα γύφτοι...»

Καθώς χτενίζεσαι μπροστά στον καθρέφτη, σού τριβελίζει το μυαλό, η σκηνή το πρωί στη συνοικιακή καφετέρια, που σταμάτησες για να πάρεις ένα φρέντο εσπρέσσο σκέτο στο κύπελλο. Αφίσες από Μπιτλς, Ρόλιγνκ Στόουνς, Ντίλαν κι άλλους στον τοίχο. Και μια χειρόγραφη πινακίδα ανάμεσά τους: «Κάθε βράδυ μπάρμπεκιου». Εκείνος ο χοντρός, έξω από τον πάγκο, ήταν προβληματισμένος: «Δε μας τα λένε καλά τα κανάλια! Πώς γίνεται και τον έπιασαν; Καλά, εντάξει! Τον μαχαίρωσε. Αλλά μετά έκατσε σαν κότα και τον μπαγλαρώσανε; Δεν έφυγε; Να φύγει, ρε παιδί μου! Να την κάνει! Κάτι δεν πάει καλά εδώ!».

«Μόνο οι δύο τους ξέρουνε το έγινε στην πραγματικότητα», σχολιάζει ο άλλος πίσω απ' τον πάγκο. Μιλάει λες και είναι και οι δύο ζωντανοί...

Τώρα, περνάς μπροστά από την τηλεόραση. «...Ογκώνεται το λαϊκό κίνημα διαμαρτυρίας, κατά της δολοφονίας του νεαρού αριστερού από τους νεο-ναζί», λέει ο εκφωνητής. Εικόνες από μολότοφ και ξύλο σε κάποια πεζοδρόμια. "Ένας ρεπόρτερ με το ματσούκι στο χέρι θολωμένος από τα δακρυγόνα, ψελλίζει: «...ήταν μεγάλη η συμμετοχή του λαού στο συλλαλητήριο».

«Καλούμε όλους τους πολίτες σε εγερτήριο αγώνα. Για το μέλλον της πατρίδας και των παιδιών μας. Και για να φύγουνε όσοι μας έφτασαν ως εδώ...»! Μιλάει με περισπούδαστο ύφος, εκείνος ο απροσδιόριστης ηλικίας βουλευτής. Ρίχνεις μια ματιά σε 'κείνους που βρίσκονται πίσω του και «χώνονται» για να φανεί η μούρη τους. Ένας απ' αυτούς τον κοιτάζει με δέος. («Πες τα, ρε παλληκάρι»). Μετά ανοίγεις την πόρτα και δραπετεύεις για το καφενείο. Άφησες την τηλεόραση ανοιχτή...

Για αύριο; Έχει ο Θεός!

(Το «Χρέους εγκώμιον…» δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα στο "χρέος" - τεύχος 35 – Φινόπωρο 2013, του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα)

 

 

Ο κύριος σπουργίτης...

...Ο κύριος σπουργίτης ερχόταν επίμονα δίπλα μου και ανέβαινε στο τραπέζι μου αλλά και στα διπλανά, διαλαλώντας με στεντόρεια κελαηδήματα την παρουσία του ανάμεσά μας. 

Λίγα ψίχουλα από το κουλουράκι του πελάτη που είχε φύγει πριν λίγο και είχαν μείνει στο άδειο πιατάκι. Μια-δύο σταγόνες νερό από το μισογεμάτο ποτήρι που δεν είχε έρθει ακόμη να μαζέψει για να καθαρίσει το τραπεζάκι το κορίτσι της καφετέριας.

Όταν χόρτασε και ξεδίψασε, συνέχισε να τραγουδά με δυνατότερη φωνή. Ήταν η προσφορά του σ’ εμένα, στην καρδιά της κατηφούς πόλης, στη Βαλαωρίτου, όπου βρέθηκα πριν μερικές ώρες, για ένα γρήγορο καφεδάκι με τον φίλο Διαμαντή.

Μόλις σηκώθηκαμε να φύγουμε, μας έστειλε έναν τελευταίο πομπώδη χαιρετισμό μ’ έναν ιδιαίτερο χρωματισμό στον οξύφωνο λόγο του. Γεια σου, φίλε!

1η Φλεβάρη 2017.

...«Θα σε βάλω να παρακολουθείς κάθε μέρα ένα πουλάκι για να καταλάβεις πόση αξία έχουν ένα ψίχουλο και μια σταγόνα νερό»!

Στο λυκαυγές μια άνοιξης

…ένα κείμενο, έτσι, χωρίς λόγο...

…και ξαφνικά ξυπνάς ένα πρωινό στον σωτήριο τούτον τόπο …και βλέπεις κι άλλους δίπλα σου! Το μοναχικό τοπίο που μέχρι τώρα σε φιλοξενούσε έχει αποκτήσει πληθυσμό. Κι έχεις αρχίσει κιόλας να μιλάς στον πληθυντικό! Άνθρωποι όλων των εισοδηματικών επιπέδων και ανεξάρτητα από τις μέχρι σήμερα παραταξιακές προτιμήσεις τους, έχουν έρθει αυθόρμητα να συγκατοικήσουν μαζί σου. Ανάμεσά τους και αρκετοί νέοι άνθρωποι. Κορίτσια κι αγόρια, με την αποσκευή του βίου του δικού τους ανά χείρας, αφικνούνται και ξαπλώνουν για να ‘ξαποστάσουν στο χορτάρι του ξέφωτου, που μέχρι σήμερα πίστευες πως μόνο σε σένα ακουμπούσε. Λιάζονται στο φως της ελπίδας τους, σαν τους μετανάστες, τους φυγάδες και τους πρόσφυγες από άλλες πατρίδες…

Βλέπουν μόνο μπροστά! Προορισμός τους το μέλλον κι αφετηρία του πρώτου ξεκινήματός τους, του πρώτου βήματος, η απόσυρση από τον κόσμο της ασπρόμαυρης εικόνας. Είναι αποφασισμένοι να ζήσουν και θα ζήσουν! Η απόφαση να απορρίψουν κάθε νέα πλάνη από τις πολλές που απλόχερα τους προσφέρονται υπούλως (για να τους ρυμουλκήσουν ξανά στο λιμάνι της στασιμότητας και της τελικής καταστροφής τους), είναι στρογγυλοκαθισμένη στα ροδαλά μαγουλά τους, σαν τον ήλιο που καθρεφτίζεται στα ήρεμα νερά της λιμνούλας με τις αναμνήσεις τους. Από ‘δω και πέρα εκείνοι θα διαλέγουν τί θα θυμούνται και τί θα σώσουν μέχρι το τέλος. Οι οθόνες των τηλεοράσεων, που για μια ολόκληρη γενιά τούς ναναούριζαν, σκονισμένες -και μερικές ραγισμένες- δεν εκπέμπουν πια τίποτα που να έχει σχέση μαζί τους. Μνημεία των ψεμάτων και της αναλήθειας, ως ιδανικά αίτια της καταστροφής, περιμένουν φωνασκώντας ανήμπορες τη φθορά του χρόνου να κάνει το αμείλικτο καθήκον της: να τις εξαϋλώσει!    

Ναι! Όλοι αυτοί εξακολουθούν να ακούνε την οχλοβοή που παράγει το ψέμα. Αλλά την ακούνε όλο και πιο μακρινή και όλο και πιο αδύναμη! Γνωρίζουν πως είναι πια μόνο ζήτημα χρόνου να πάψουν να την ακούνε ολωσδιόλου. Τα κελαηδίσματα από τη φοβισμένη καρδερίνα του κλαδιού με τους άγουρους σπόρους, αντίθετα, δυναμώνουν… Άνοιξη!...

Μετά κοιτάς πιο προσεκτικά όλους αυτούς τους νεοφερμένους και συγκάτοικους πια στο οικόπεδο των δικών σου πεποιθήσεων και προσέχεις ότι μερικοί απ’ αυτούς είναι από καιρό κιόλας εδώ! Εσύ δεν τους έβλεπες, ενώ εκείνοι ήταν παρόντες. Ποτέ δεν ήσουν έρημος, όπως πίστεψες. Όμως, η συλλογική μυωπία έφερνε την ψευδαίσθηση της μοναξιάς στα περβάζια των σπιτιών μας. Δεν βλεπόμασταν μεταξύ μας, κι αυτή η μαζική τυφλότητα, οι εξατομικευμένες θεάσεις των κόσμων μας (ενώ εκείνος πάντα ένας ήταν), μας έκανε ανήμπορες μονάδες.

Κατόπιν, λίγα λεπτά μόλις μετά την  ενεργοποίηση του big bang επανεγγραφής όλων μας στο σχολειό της ιστορίας, αρχίζεις να κατανοείς γιατί μπορείς τώρα να τους δεις όλους αυτούς τους συντρόφους σου, που ως σήμερα σώπαιναν και ήσαν αφανείς. Στις κινήσεις τους ξεχωρίζεις ότι δεν φοβούνται πλέον να δηλώσουν πως είναι συγκινημένοι με τον τόπο τους και ταγμένοι στην υπεράσπισή του. Τόσα χρόνια που μας ξεκούφαιναν οι οιμωγές για τις συλλογικές αναξιότητες μας, που να μείνει χώρος ήχων για να αφήσεις τις επιφυλάξεις που πάντα είχες γι΄ αυτήν τη μαζική υστερία του «φταίει ο τόπος σου και οι άνθρωποί του».  Πού να βρεθεί η δύναμη να ακουστείς; Μόνον ο θόρυβος του «φταίς», τα γελοία -αν και τρομακτικά- λάβαρα του νεοναζισμού και το αδώνειο μεγάφωνο που τα αναπαρήγαγε κρατούσαν τα γκέμια της συλλογικής μας αποτίμησης.

…Αλλά σήμερα!…

- Είσαι πια βέβαιος ότι όσα «φταις» κι αν επιμένουν να παράγουν οι συντηρητικοί με τους θορύβους τους, όλα εξαερώνονται στις ριπές του ατεκμηρίωτου και δεν διασώζωνται από τα φτιασίδια των ψεμάτων τους.

- Γνωρίζεις, ακόμη, πολύ καλά ότι μπορείς να είσαι υπερήφανος για τον τόπο σου και τα έργα των ανθρώπων του. Εμείς, όλοι, μόνοι και βαλλόμενοι πανταχόθεν, εκπληρώνουμε με απίστευτη ηρεμία (βεβαιότητος ένεκεν, ίσως, και εκπηγάζοντας από την παλαιότητα οριστικής εγκατάστασής μας στον κόσμο των ανθρώπινου πνεύματος) τον σκοπό μας: Αγωνιζόμαστε για τη χώρα και συμπαραστεκόμαστε σ’ όσους έχουν ανάγκη τη βοήθειά μας, από το υστέρημα της πολύφερνης τελικά φτώχειας μας! (…και, εν τω μεταξύ, στο διπλανό οικόπεδο οι άλλοι καυγαδίζουν μεγαλόφωνα μέσα στις επαύλεις τους, με μόνο ζητούμενο το ποιός ανάμεσά τους θα δώσει τα λιγότερα και με νικητή εκείνον που στο τέλος θα πετύχει να μη δώσει τίποτα!  Διενέξεις ακλήρων…).

- Θυμάσαι, τέλος, τις μαζικές εκείνες καταδίκες της χώρας σου, και κατανοείς τόσο καθαρά πια γιατί τις πλατείες των «αγανακτισμένων» μόνο χρυσαυγήτες και δεξιές σκιές θα μπορούσαν να τις έχουν σκαρώσει, με θύματα τη χώρα και παραπλανημένους να συγκαταλέγονται στα κοινά τους.

Εγκαταλείποντας το, ρίχνεις μια τελευταία ματιά πίσω σ΄εκείνο το στοιχείο που ονομάζεται «παρελθόν»! Μιζέρια και ψευδολογία, μέχρις εσχάτων! Πλαστικό παντού! Μιμητικός εξευρωπαϊστικός αριστοκρατισμός μέχρις αηδίας! Μ΄άλλα λόγια, ο επαρχιωτισμός των υποταγμένων στους ορισμούς των «ανωτέρων»! Τί δρόμος κι αυτός! Όσοι συνεχίζουν να τον ακολουθούν αντιλαμβάνονται άραγε πόση μούχλα κρύβεται στις μασχάλες τους; Ή το πατσουλί εχει φράξει οριστικά την πρόσβαση των οσμητικών κύτταρων τους προς τη Φύση, αποκόπτοντας κάθε επαφή τους μ’ εκείνην;   

Όχι! Εγώ, αποστρέφω τη ματιά! Από την άλλη μεριά του βλέμματος, αισθάνομαι πια ήρεμος και δικαιωμένος από τον τόπο μου, από την πατρίδα μου! Τόσα χρόνια αγωνιζόμαστε  πάνω στις λάθος ράγιες που τοποθέτησαν άλλοι για μας και για τη χώρα. Αντιδρούμε, όπως είναι φυσικό, ζητώντας τη θεμιτή δικαίωσή μας, που τελικά τίποτ’ άλλο δεν είναι από το αναγνωριστεί ότι εκείνοι ήταν που έκαναν λάθος -κι όχι εμείς. (Κι άλλωστε το ‘χουν πλέον αναδεχτεί και οι ίδιοι). Σηκώνουμε το βάρος του λάθους τους, με απίστευτη ηρεμία και αξιοπρέπεια. Βαρυγκομούμε όχι πλέον για τη διάσωση, αλλά για την καταστροφή που μας επιφυλάσσουν! Και είναι ιστορικό μνημείο πώρωσής δικής τους, που τολμάνε να μας κουνάνε και το δάχτυλο, …επειδή προσπαθούμε να δραπετεύσουμε από την άδικη θανατική καταδίκη που μας επιβάλλουν.    

Κι ακόμη μεγαλύτερη συγκίνηση και περηφάνεια για την πατρίδα τη δική μας, όπως αναβλύζει από την εικόνα των στραπατσαρισμένων  από την κρίση συμπατριωτών μας, που στέκονται ευθυτενείς δίπλα στην προσφυγιά. Σπάνια στιγμή στην Ιστορία, λέω εγώ, αντί για τη στημένη γκρίνια ότι η κυβέρνηση τα κάνει όλα λάθος και δήθεν ανησυχούμε μήπως δεν τα καταφέρει! Όχι! Η ελληνική κυβέρνηση, και οι πολίτες της χώρας, τα πάνε καλά. Τόσο καλά, που ούτε τα προσχήματα μίμησής τους δεν αντέχουν να σηκώσουν οι άλλες κυβερνήσεις της Ε.Ε..

…αλλά να ‘τανε μόνον αυτό;  Αναλογίζομαι, ακόμη, ότι εδώ και είκοσι χρόνια τώρα, η Ελλαδίτσα που μένει στο στόμα των γραβατωμένων μόνο για επίπληξη ή για   σνομπισμούς που μόνον βάρβαροι θα μπορούσαν να εμπνευστούν και να υποδυθούν, έχει δώσει τόπο σε περισσότερους από 2 εκατ. καταφρονεμένους ανθρώπους, που ξερριζώθηκαν από το σπίτια τους γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Κι εδώ βρήκαν και ήλιο και μοίρα!

Θυμάστε την κριτική που μας γινόταν; Στη Μανωλάδα, λέει, οι Έλληνες έδειχναν τον ρατσισμό τους! Όχι! Στη Μανωλάδα, όπως και σ’ όλην την υφήλιο, άνθισε το «φρούτο» της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο! Το ίδιο φρούτο, ανθεί και καρπίζει σήμερα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της παγκοσμιοποίησης! Μα, πουλάνε, λέει, το μπουκαλάκι το νερό στους πρόσφυγες για 2 ευρώ, κι αυτό αποδεικνύει ότι οι Έλληνες είναι ρατσιστές!  Όχι! Για το φαινόμενο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο μιλάμε κι εδώ! Γι’ αυτήν την ίδια εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο υπερηφανεύονται ανερυθρίαστα οι ασκούντες την κριτική στους Έλληνες περί «ρατσισμού», την ώρα που εκείνοι την έχουν μεταμφιέσει σε «ανάπτυξη», τόσα χρόνια τώρα!

Ρατσισμός, επομένως, δεν είναι αυτά! Ρατσισμός είναι -ξεχωρίζει τόσο καθαρά!- να καις τις εγκαταστάσεις που φτιάχτηκαν από την κυβέρνησή σου για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες. Ρατσισμός  είναι -και μάλιστα εκφρασμένος από επίσημη κυβέρνηση- να κατάσχεις τα τιμαλφή ανάγκης δύστυχων υπάρξεων, με το ανεκδιήγητο επιχείρημα ότι έτσι θα καλύψεις δαπάνες για τη φιλοξενία τους. Αυτά είναι ρατσισμός!

Το θέμα, εν κατακλείδι, όμως, δεν είναι τί λενε εκείνοι που το ιστορικό χνάρι τους σε κάνει να ανέμενες αυτές τις συμπεριφορές! Το θέμα είναι η απατεωνιά των συμπατριωτών μας, που ξεχνώντας και παραβλέποντας όλα τα παραπάνω και υποτιμώντας τη μοναδική συμβολή της Ελλάδας στην παγκόσμια εικόνα ανθρωπιάς που εικονογραφείται εδώ, σ΄ αυτές τις θάλασσες, από το παγκόσμιο  ζήτημα της μετακίνησης λιμοκτονούντων πληθυσμών-φαντασμάτων, τα μετατρέπουν όλα στο παιχνιδάκι «για όλα φταίει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.»!

Το προσφυγικό, συνεχίζουν να λένε χωρίς ίχνος ντροπής για την ανακρίβεια που εν γνώσει τους διακινούν, δημιούργησε η …Τασία! Για το ρόλο της Τουρκίας, ούτε λόγος! Για τη θεμελιώδη γενεσιουργό αιτία αποσύνθεσης της συριακής κρατικής οντότητας, σιωπή! Οι selfies της Άγγελας, ήταν υψηλή επίδειξη ανθρωπισμού, και δεν έχουν καμια δουλειά με την κλιμάκωση του προσφυγικού ρεύματος. Οι τυχοδιωκτισμοί της Τουρκίας και η μεθοδευμένη διακίνηση ανθρώπων προς τα ελληνικά νησιά, δευτερογενείς αιτίες του προβλήματος… Η επιλεγμένη αφήγησή τους ισοδυναμεί με σκαστή περίπτωση παραποίησης αληθείας. Και δεν θα μένει πια αναπάντητη! Η ευρωπαϊκή απανθρωπιά, που δεν υπάρχει για εκείνους, δεν μπορεί να κρύβεται, ήδη, πίσω από κανένα φτιασίδι!...

Στην πλάνη περί της «κακής» και «άγονης» Ελλάδας, όμως, εδώ και μερικούς μήνες, βλέπω να πλατσουρίζουν και άνθρωποι προοδευτικοί! Εξοργισμένοι, επειδή μ’ εκείνην την «ευκαιρία» της διά μιας ψήφου δεν μπόρεσε να αλλάξει η διαδρομή. Είναι, βέβαια, άλλης κοπής απογοήτευση και απαξίωση της χώρας αυτή. Είναι η θλίψη από την αναβολή επέλευσης της σωτηρίας! Πρόκειται, δηλαδή, για διαφορετική και αντίρροπη δύναμη απαξίωσης, από εκείνην που ρυμουλκεί συνειδητά την πατρίδα και τον κόσμο της πίσω στο παρελθόν και το βέβαιο τέλος της!  Άνθρωποι είναι εδώ, που συγκρότησαν την αντίληψη ότι το μέλλον παίζεται σε μια ζαριά. (Αυτή, άλλωστε, πάντοτε ήταν η μείζων πλάνη της ιστορικής αριστεράς: Ότι θα αρκούσε ποτέ μια στιγμή ανατροπής, αυτό που στα όνειρά μας -εμείς οι προοδευτικοί- φωνάζαμε «επανάσταση», για να αλλάξουμε τον κόσμο!  Ότι θα μαζεύαμε τον ίσκιο του Λένιν, του Τσε, του Άρη, του Ντανιέλ και του Μπόμπι Σαντς και με τέτοιο φορτίο θα βγαίναμε στους δρόμους …και θα έφτανε για ν’ αλλάξουμε την πορεία της Ιστορίας! Τόσο κακό έκανε, λοιπόν, αναρωτιέμαι μερικές φορές, αυτή η θεωρητική εμμονή της παραδοσιακής αριστεράς στη νομοτέλεια του κοινωνικού μετασχηματισμού, απλά ως αναπόδραστη επιταγή της εξέλιξης; Ίσως…).

Όμως, εδώ, σ’ αυτούς τους πλανημένους αλλά ταγμένους στην υπόθεση της αλλαγής συμπολίτες μου, διακρίνω τη δικαιολογία της αστοχίας τους: Καταριώνται μεγαλόφωνα ό,τι τους απογοήτευσε! Αλλά, ετούτοι δεν στήνουν παγίδα για  να επιστρέψουμε πίσω!... Γι’ αυτό είναι κι αυτοί καθισμένοι κάπου δίπλα μας, μέσα στο ξέφωτο που έχει ανοιχτεί στο πεδίο συγγραφής της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Είναι αχνές ακόμη παρουσίες ανάμεσα σε μας, τους αισιόδοξους και περήφανους για τον τόπο μας. Αλλά όσο περνάει ο καιρός τα χνάρια αυτών των άσπονδων συμμάχων βαραίνουν! Και πλησιάζουν ολοένα και πιο κοντά στην αναγνώριση ότι η Ελλάδα μόνο για λύπη και απογοήτευση δεν είναι! Μια από τις διαθέσιμες στην εποχή μας ικμάδες του αυριανού παγκόσμιου ιστού φυτρώνει εδώ! Σε συγκινεί και σε συνεπαίρνει για να τη ποτίσεις ανυπόκριτα, να δέσει και να θεριέψει στα μεγάλα μήκη και πλάτη των ωκεανών της Ιστορίας. Θα λείπεις απ’ αυτό το ταξίδι, που ήδη ξεκίνησε, …απλά για να διαμαρτυρηθείς που όλα δεν ήρθαν πιο γρήγορα;                        

Απ’ όλα τούτα, είμαι, λοιπόν, συγκινημένος και εμπνευσμένος από την πατρίδα μου και το πως οι πολίτες της διάγουν τους ταραγμενους τούτους καιρούς! Και δεν είμαι πια και μόνος μου!  Από κάθε γωνιά ξεπηδάνε σύντροφοι, έτοιμοι να αγωνιστούν για τον τόπο. Εμείς τα παιδιά μας δεν θα τα στείλουμε έξω στους «καλύτερους κόσμους»! Πιστεύουμε πως είναι προνόμιο για εκείνα να μάθουν τον κόσμο εδώ. Να ανακατευτούν ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, γηγενείς και πρόσφυγες ή μετανάστες, σε μια κοινή μοίρα για ανθρώπους με καρδιά. Πώς να το εξαγοράσεις αυτό; Δε γίνεται!...      

 

Αθήνα, αρχές 21ου αιώνα μ.Χ.

Mεσημεράκι, πριν λίγες μέρες, στο κέντρο της Αθήνας, την πόλη που αυτήν την εποχή του χρόνου λες και δεν μπορεί ν’ αποφασίσει προς τα πού να κατευθυνθεί: Προς τον χειμώνα ή την παρατεταμένη κάψα του σεπτεμβριάτικου ήλιου;…

Το άπλετο φως υποσχόταν θέρμη σκληρή, κι απ’ την άλλη η αδυσώπητη υγρασία θύμιζε επίμονα τη μετάβαση στην εποχή της βροχής. Φθινόπωρο!…

Ο οστεώδης πανύψηλος άντρας που προχωρούσε μπροστά μου, εκινείτο με τη νωχέλεια της παραίτησης. Αργά βήματα συρτά, πάνω στη φθαρμένη πλάκα του κεντρικού δρόμου. Πατήματα, ασήμαντο μέρισμα των εκατομμυρίων περασμάτων των ανθρώπων της πόλης. Χωνεμένων όλων αυτών, σε μια μοίρα κοινή: Το πεπρωμένο του άστεως! Μήτρα της περιπέτειας που οι πρόγονοι όλων μας κληροδότησαν όταν έφτασαν κάποτε εδώ, άπαντες φορτωμένοι τότε ανεξαιρέτως με ελπίδες, αντί της λασπουριάς των χαμένων ονείρων, που σήμερα αδειάζουν, το ένα μετά το άλλο, μπροστά μας. Θύματα της κρίσης, που σιγοντάρει σ’ όλους μας την πρόταση «Μήπως πρέπει να μου αδειάζετε τη γωνιά, όλοι εσείς; Ρωμιοί και ξένοι, τί άλλο θέλετε άλλο από μένα, τέλος πάντων;».

Μια τσάντα σακίδιο κρεμασμένη απ’ τη μικρή αλλά σχηματισμένη καμπούρα του. Κάτι σε βρώμικο μπλε, με ιμάντες αναίτιους! Δεν περιείχε τίποτα! Άδεια σαν τη μέρα του ζητιάνου, που λίγα μέτρα πιο ‘κει κοιμόταν καθισμένος στο πεζοδρόμιο. Ο ψηλός άντρας με τη σκολίωση πέρασε μπροστά από τον άστεγο χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά!...

…κι ήταν αυτός ένα προνομιούχος άστεγος! Μερικά βρώμικα πανιά σωριασμένα στο μυχό της εισόδου του πτωχευμένου μεγαλοκαταστήματος με τα κατεβασμένα ρολά, έδιναν την ψευδαίσθηση μιας θαλπωρής. Ενός χώρου «δικού» του, αν και τόσο εκτεθειμένου στην πολυκοσμία των περαστικών. Ένα καφάσι, συμπλήρωνε την επίπλωση, κάθισμα σκεπασμένο μ’ ένα γκρι ύφασμα -στα νιάτα του πιθανότατα κόκκινο. Εκεί, σ’ αυτόν τον «ιδιωτικό χώρο» ο άστεγος ζητιάνος θα απέφευγε τη βροχή, που σε λίγο καιρό θα ‘ρχόταν έτσι κι αλλιώς με τον χειμώνα. Και, μέσα στη φθινοπωρινή αμηχανία του καιρού, ο άστεγος βολευόταν τώρα πάνω στο καφάσι. Κοιμόταν… Σκυμμένος πάνω σ’ ένα ανοιχτό βιβλίο, είχε γείρει μπροστά. Μερικά βήματα πιο κάτω, στο μυχό της άλλης θύρας του πολυκαταστήματος, ο ζητιάνος είχε και εγκατάσταση υπνωτηρίου! Χαρτοκιβώτια και κουρέλια δομημένα με τρόπο κλινήρη. Μπροστά σ’ αυτό το πολυτελές για τις περιστάσεις κρεβάτι, ο άστεγος είχε αφημένο και ένα διαφανές πλαστικό ποτηράκι για τα κέρματα των διερχομένων.

Ο ψηλός καμπούρης άνδρας, μπροστά μου, κοντοστάθηκε μπροστά στο ευτελές ποτηράκι. Έσκυψε με κόπο και πήρε από μέσα 2-3 ευρώ, που είχαν αφήσει οι διαβάτες. Με σίγουρες κινήσεις, όπως πιστοποιούσε η ανέκκλητη νωχέλειά του, τα προώθησε στις τσέπες του φθαρμένου παντελονιού του. Και κάνοντας ένα διστακτικό βήμα έκανε να φύγει… Μετά κοντοστάθηκε ξανά. Έσκυψε πάλι και με τα ακροδάχτυλά του σε χρήση τσιμπίδας περισυλλογής ευαίσθητων πραγμάτων, αφαίρεσε από το προσκέφαλο της υπνωτήριας θύρας ένα τσιγάρο με φίλτρο, που ήταν αφημένο εκεί. Το τοποθέτησε με προσοχή στο τσεπάκι του πουκάμισου. Συνέχισε το δρόμο του, απλά επαναλαμβάνοντας τη σωματική μηχανική του βαδίσματος…

Όταν έστρεψα το βλέμμα από τη σκηνή για να συνεχίσω τη δική μου διαδρομή, πρόσεξα ένα άλλο ζευγάρι μάτια με το οποίο είχαμε μοιραστεί ό,τι συνέβη. Ένα μελαχρινό κοριτσάκι, που κρεμόταν από το χέρι του πατέρα του, Σύρος, χρώμα δέρματος και αποσκευή προσφυγιάς, αναρτημένη πάνω στο κορμί του, μαζί με το παιδί…

Η μικρή τα ‘χε δει όλα. Μετά συμβουλεύτηκε τη δική μου ματιά. Απέστρεψα… Τί άλλο να κάνω;…

(Σ' ευχαριστώ, Αντώνη, για τη φωτογραφία)

ΠΡΟ-ΚΑΛ

Δεν γνωρίζω αν ζει, και -αν ζει- πού είναι και πώς είναι. Ήταν, όμως, ένας από τους αγαπημένους μας καθηγητές.

Τεχνικά! Ταυ και πινακίδες, μολύβια, γομολάστιχες και χαρτιά, σινική, ραπιδογράφοι και πενάκια και πολλή-πολλή υπομονή, αν δεν γίναμε ζωγράφοι, πέτυχε -όσοι έδιναν στις πολυτεχνικές σχολές- να πάνε καλά, άλλωστε τότε δεν υπήρχαν και εξειδικευμένα φροντιστήρια για το σχέδιο, όπως σήμερα. Κι ακόμη, μας έκανε να αγαπήσουμε όσο γινόταν τη ζωγραφική.

Τον πειράζαμε και μας ανεχόταν με τρυφερότητα. Κάναμε φασαρία, ναι! Δεν θύμωνε ποτέ! Φώναζε μόνον 3 λέξεις, όποτε το παρακάναμε –δηλαδή αρκετά συχνά: «Σουτ», «σιωπή», «ησυχία».

Αυτή η ήπια αντίδρασή του, μέσα στο κλίμα γενικευμένης βαρβαρότητας της χούντας (ήταν περίπου τότε και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και λίγο νωρίτερα και της Νομικής), μας αποθράσυνε. Ούτε τότε θύμωσε. Το Βαρβάκειο, το σχολειό μου, ήταν αυστηρό αλλά όχι με τον τρόπο που σήμερα είναι νοητή η αυστηρότητα, δηλαδή ως εντατικοποίηση του ρυθμού του βίου μας και ως «στεγανοποίηση» αισθημάτων. Ο Καλδής ήταν ήπιος άνθρωπος. Μέσα στην εκρηκτική -και ηλικίας ένεκεν, μεταξύ άλλων- «αντρίλα» του εξατάξιου γυμνασίου αρρένων, παρέμενε μια ήπια και πολιτισμένη παρουσία.   

Όταν κυκλοφόρησε στα διαλείμματα το αυτοσχέδιο δελτίο προγνωστικών των 3 συνηθέστερων λέξεών του («σουτ», «σιωπή», «ησυχία»), με τίμημα ένα πενηνταράκι, κι όποιος έπεφτε πιο κοντά έπαιρνε τη σούμα, έγινε πάταγος!

Το όνομα του δελτίου, «ξεσήκωμα» από το ΠΡΟ-ΠΟ (ΠΡΟ-γνωστικά ΠΟ-δοσφαίρου), ήταν ΠΡΟ-ΚΑΛ! Από τα τρία πρώτα γράμματα του επωνύμου του.  

Και, όπως είναι σαφές, μέσα στην τάξη, όποιοι είχαν ποντάρει μεγάλα νούμερα έκαναν σκοπίμως φασαρία για να «ανέβει» το αποτέλεσμα.

Τον θυμάμαι, ψηλό και ευθυτενή, να μας κοιτάζει με απορία, όποτε κλιμακωνόταν η φασαρία απ’ όσους επεδίωκαν περισσότερα «σουτ», «σιωπή» και «ησυχία», για να διεκδικήσουν το «έπαθλο».

Έτσι, πέρασαν καλά οι ώρες και τα χρόνια μαζί του! Τελευταία ανάμνησή μου  από εκείνον, το χαρούμενο και περήφανο πρόσωπό του, μετά τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων για τα πανεπιστήμια. Ερχόταν κοντά σε καθέναν μας, έσφιγγε το χέρι μας, σαν άντρας προς άντρα πια, και μετά μας «απελευθέρωνε» απ’ τη ζεστή χειραψία του για να συνεχίσουμε τον δρόμο μας προς τη ζωή...                

Ένα κάποιο κείμενό μου...

Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί,

κι η χαρά δεν την αφήνει… (15-5-2015)

Να ‘σου, λοιπόν, και ξετσουμίζουν, ένας-ένας οι μεταρρυθμιστές, οι εκσυγχρονιστές και οι ρεαλιστές, στον «χορό της κατσαρόλας»!...

Μερικούς μήνες τώρα, σιωπούσαν! Τί να πουν άλλωστε; Ότι η πολιτική άποψη και η ταξική πρωτοκαθεδρία τους στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας, με τη διακυβέρνηση Σαμαρά έφεραν τη χώρα στο τέλος της; Πώς να το υποστηρίξουν κι από πού να κρατηθούν; Δειλοί, βολεψάκηδες και μικροαστοί της «φυλής» του χειρότερου είδους, δηλαδή της θανατηφόρας πολιτικής συντήρησης, στο συντριπτικό μέρος τους, απήλαυσαν -για καμιά εικοσαετία τώρα- την εισοδηματική και κοινωνική τους αναβάθμιση και «έπαιξαν και μπάλα». Σαν στελέχια επιχειρήσεων, σαν επιχειρηματίες (με ξένα κόλλυβα, φυσικά, δάνεια και διευκολύνσεις), σαν δημοσιογράφοι και σύμβουλοι, σαν ακριβοπληρωμένοι ελεύθεροι επαγγελματίες (όχι κατ’ ανάγκη επειδή ήταν καλοί στη δουλειά τους), σαν …opinion leaders (πω πω δόξες!). Τώρα, που ήρθε η ώρα της καταβολής του τιμήματος της ολέθριας εξουσίας τους, οργανώνονται για να αποδείξουν ότι τη χώρα την τελείωσε …η διακυβέρνηση του τελευταίου τετραμήνου! Πού το στηρίζουν; Μα, …πού αλλού; Στις εκτιμήσεις των οργανισμών και των αναλυτών, που ανεχόντουσαν να βλέπουν τον Σαμαρά να καταστρέφει τη πατρίδα και τη δημοκρατία, ενώ εκείνοι διεπίστωναν …ανάπτυξη και ομαλότητα!

Ναι, αλλά τώρα μας πνίγει η έλλειψη ρευστότητας, κρώζουν! Ενώ επί Σαμαρά τουλάχιστον δεν είχαμε τέτοιο πρόβλημα, τολμάνε να συγκρίνουν με την ανεντιμότητα της λειψής και της σκόπιμης ματιάς στην αλήθεια! Ξεχνούν (και δεν το κάνουν με σχέδιο, πιστέψτε με, έτσι είναι κατασκευασμένη η ταξική πρόσβασή τους στην πρόσληψη της ιστορικής πραγματικότητας), ότι μόλις προ ημερών ο υπεύθυνος υπουργός για τα δημόσια ταμεία της κυβέρνησης Σαμαρά, ομολόγησε μέσα στη Βουλή πως εάν έμεναν εκείνοι κυβέρνηση, στο τέλος Φλεβάρη του ’15 δεν υπήρχαν αποθεματικά στα δημόσια ταμεία για την πληρωμή μισθών και συντάξεων. Όπερ μεθερμηνευόμενον σημαίνει πως δεν είχαν αφήσει ούτε σάλιο στο συρτάρι. Αλλά τώρα πνίγονται από την έλλειψη ρευστότητας!... Λίγη τσίπα ρε παλληκάρια, δεν έχετε;

Τώρα, λοιπόν, επανακάμπτουν! Θρασύτεροι από πριν. Κάνουν και «αντιπολίτευση»! Αντί να ξεστραβωθούν και να βάλουν πλάτη μπας και διασωθεί κάτι τις -ο,τιδήποτε, ακόμη και το πιο μικρό και ασήμαντο- από το έρημο σκηνικό της ελληνικής οικονομίας που άφησαν πίσω τους, τολμούν να θέτουν και όρους για να στηρίξουν την ελληνική κυβέρνηση -την οποιαδήποτε, ακόμη και τη χειρότερη- που διαπραγματεύεται τα ύστατα!
Μα ακόμη και σαν «γενίτσαροι της καταστροφής», δεν μένουν σ’ αυτές τις εγκληματικές απαιτήσεις τους. Τουλάχιστον έτσι θα αρκούνταν στο κίνητρο του μικροσυμφέροντος -γέννημα του θλιβερού μικροαστικού «εγώ» τους. Όχι! Αρθρώνουν και λόγον υπέρ πατρίδος και εθνικού συμφέροντος! Χωρίς καμιάν αιδώ! Τολμούν να υποδεικνύουν το δέον γενέσθαι!

Κι ακόμη, αποδίδουν και λαϊκισμό στους «άλλους»! Τους όποιους «άλλους»! Τους έχει ενοχλήσει η υπόθεση της «αριστείας», μεταξύ άλλων! Τα σχολειά της πείνας δεν τα είχαν πάρει χαμπάρι. Ήταν λαϊκίστικο «εύρημα». Δεν μπορούν να βλέπουν τον χοντρο-Κοτζιά να τραγουδάει ένα χιτάκι του ’80 αλά μπρατσέτα με τον Τούρκο. Ντροπή για τη χώρα! Ναι! Τέτοιες απύθμενες ανοησίες διακινούν επί του άρματος θρασύτητος, το οποίο ιππεύουν. Η αισθητική τους, άλλωστε, δε σηκώνει τέτοια. Όταν καταπίνανε αμάσητο τον ακροδεξιό «γεωργαλακισμό» των Αδώνιδων, των Γιακουμάτων και των Ντινόπουλων, δεν συνέβαινε και τίποτα… Τώρα, τους πληγώνει η πουκαμίσα του Βαρουφάκη και αστεΐζονται με το ένα «ν» του ονόματός του, …ενώ κατανάλωσαν απνευστί τα παξιμάδια του Τζαμτζή! Λαϊκιστές οι ίδιοι «μέχρι θανάτου». Ορκισμένοι «Φαήλοι», στην επιχειρηματολογία και την πολιτική στάση. Μέχρι το μεδούλι!

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι ανακαλύπτουν ξανά τον αντικομμουνισμό! Ανερυθρίαστα! Παιδιά, οι περισσότεροι, αγωνιστών της δημοκρατίας, βλέπουν τώρα την ιστορία από την άλλη όχθη. Έχουν ενσωματώσει στο πολιτικό «είναι» τους κάθε ψηφίο της νεοναζιστικής προπαγάνδας του Μάκη. Όχι του Ψωμιάδη! Του Βορίδη! Οι Παρθενώνες της Μακρονήσου του τότε αρχίζουν να δικαιολογούνται μέσα στο μυαλό και τις πεποιθήσεις τους, γιατί αν ήταν να είχαν κερδίσει οι αριστεροί, …ας έγιναν και μερικές «υπερβολές». Τέτοιες απόψεις αφήνουν να πλανώνται. Και τολμάνε, με τέτοιες σκέψεις να διατείνονται πως φοβούνται την αριστερά (τούτην, την αδιάβαστη, την αστοιχείωτη, την εγκληματικά απροετοίμαστη για σοβαρό ρόλο, αριστερά), ότι θα τους περιορίσει τη δημοκρατία. Αλλά τον καθοδηγητή του Κασσιδιάρη, τον Μπαλτάκο, τον ξεπλύνανε μάνι-μάνι, μπας και της ξεφύγει της ιστορίας το άγος και δεν το σημειώσει στα κιτάπια της.

Τέλος, κι αυτό είναι το απόλυτο κατάντημά τους, με δυσκολία κρύβουν ότι εύχονται να καταστραφεί η Ελλάδα …απλά για να αποδειχτεί έτσι -νομίζουν οι μοιραίοι- ότι έχουν εκείνοι «δίκιο» και τους αδίκησε ο λαϊκιστής λαός στην κάλπη! Σε αρκετούς η ευχή «ας καταστραφούμε για να φύγει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», τους ξεφεύγει απ’ το στόμα πριν προλάβουν να το κρατήσουν. Ούτε το στοιχειώδες καμουφλάζ της σιωπής για την ανέντιμη ευχή τους δεν κρατούν. Τα προσχήματα καταπίπτουν ολοένα και περισσότερο. Όλο και πιο καθαρά!

Οικτρές μειοψηφίες με υπερδιογκωμένα «εγώ». Απροσχημάτιστα ζητούν να κάνουν όλοι και όλα πίσω για να θρονιαστεί ξανά η αφεντιά τους στην εξουσία.

Θα σας παλέψω, όλους εσάς, όπως και όσο μπορώ! Η διανοητική χούντα που κουβαλάτε μαζί σας καμιά θέση δεν έχει στην ταλαιπωρημένη Ελλάδα της κρίσης. Αφήστε την πατρίδα στην ησυχία της. Να δώσει έναν ύστατο αγώνα, όποιον μπορεί, να περισώσει τα ελάχιστα που σώζονται και μετά να προσπαθήσει με το αίμα που εσείς δεν θα διαθέσετε, βήμα-βήμα, να ξανάρθει στα συγκαλά της. Αποτραβηχτείτε στα διαμερίσματά σας και απολαύστε τα επίχειρα της καταστροφής που φέρατε, με αντάλλαγμα το ίδιον όφελός σας. Τουλάχιστον μη μας ενοχλείτε και μη μας προκαλείτε άλλο!

Δωρεάν 42.000 βιβλία

μ' ένα "κλικ"

To Project Gutenberg προσφέρει εντελώς δωρεάν 42.000 ebooks, τα οποία μπορείτε να διαβάσετε online αλλά και να τα κατεβάσετε στον υπολογιστή σας. Κατεβάστε τα στο παρακάτω link:

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας