Διάλογος εν χρόνω 11

- Δικαιολογημένος ο θυμός του, σκεφτόταν η άλλη πλευρά του τραπεζιού.

- Φυσικά, στην ηλικία του αδυνατεί να κατανοήσει ότι λήθη ή αναμνήσεις, δεν αποφασίζεται από τα υποκείμενα της Ιστορίας –τους απλούς ανθρώπους δηλαδή..., εάν θα έλθουν ή όχι, αναλογιζόταν επίσης ο μεσόκοπος άνδρας. Συνέχισε τις σκέψεις...

Ο νέος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία της σιωπής του άλλου και επέδραμε με πολιορκητικό κριό της επίθεσής του, αναφορές και σ’ άλλες αδυναμίες της εποχής αναφοράς του συνομιλητή του.

- «Στρατευμένη τέχνη»! Πού το βρήκατε πάλι αυτό; Πώς γέννησε το μυαλό σας τόση και αχαλίνωτη διάθεση να φορτώσετε με προαποφασισμένες ηθικές παραδοχές την Τέχνη; Μιλάς εσύ για τον Πολιτισμό!... Αν δεν εγνώριζα το αξιακό πλαίσιο των αντιλήψεών σου, θα είχα δικαίωμα να τα θεωρήσω όλ’ αυτά προϊόν συνειδητής προσπάθειας να καθυποτάξετε εν τη γενέσει τους τις αγαθές αυθαιρεσίες που κομίζει στον δημόσιο χώρο η ατομική ελευθερία.

 

Μια γουλιά ποτό και μια ανάσα... Κι έπειτα συνέχεια...

 

- Αντιλαμβάνομαι, φυσικά ότι δεν ήταν αυτές οι προθέσεις -τουλάχιστον οι δικές σου. Αλλά κρίνοντας σε, ως γενιά, η καλύτερη και η ηπιότερη για σας εξήγηση είναι ότι υπήρξατε θύματα του πανηγυρικά διαψευσμένου πια μύθου σήμερα, που κι εσείς οι ίδιοι είχατε πιστέψει σ’ εκείνον... Ότι, δηλαδή, μια πολιτική ηγεσία μπορεί να παράγει καλό κ’ αγαθό συλλογικό προϊόν αισθητικής, θετικής επίδρασης στον κόσμο, ακόμη και για όσους διαφωνούν ιδεολογικά μαζί της...

 

Ο μεγάλος άνδρας δεχόταν αδιαμαρτύρητα τις επιτιμήσεις.

Η πείρα του ανακαλούσε από τα βάθη του συνειδητού χώρου μέσα στο κεφάλι του, ότι όποιος δέχεται έτσι τα χτυπήματα, δίκαια ή άδικα, ευνοείται σε αντιλαμβανόμενη από το περιβάλλον των ανθρώπων αξιοπρέπεια.

Σιώπησε, λοιπόν...

(...συνεχίζεται...) 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 10

- Με εντυπωσιάζει που δεν θέλεις να ξεχάσεις! Έχετε κάνει τόσα και τόσο μεγάλα λάθη, που η λήθη θα ταίριαζε περισσότερο σε σας από τις αγαθές αναμνήσεις.

Ο νέος έδειξε μια ερειστικότητα. (Μάλλον δεν εγνώριζε τον ποιητή...)

- ...Ο Γιάννης Βαρβέρης, στο ποίημά του, περιγράφει την επιστροφή του νεκρού από καιρό πατέρα, με τον οποίον κάθονται να πιουν λίγο κρασί. Κι εκεί, διαπιστώνοντας την αποχή του επισκέπτη γονέα από το οινικό κέρασμα, τον ρωτάει γιατί δεν πίνει. Για να λάβει από τον ομοτράπεζό του την απάντηση «Εσύ να πιεις. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω».

...ο μεγάλος άνδρας «περιέγραφε την ποίηση» του χαμένου φίλου του...

- ...Ξέρεις, είναι ο ίδιος που γράφοντας για την αγαπημένη μητέρα του, όταν εκείνη βρισκόταν σε ηλικία αποδρομής, έγραψε ένα από το κορυφαία δραματικά κείμενα της εποχής της δικής μου...

Απάγγειλε σε χαμηλό τόνο και κάνοντας τον φωτισμό στον χώρο να συμπυκνώνεται αίφνης σε μια κίτρινη και πηχτή ακτινοβολία...

...«Στις λίγες μας κοινές εξόδους

κανένας δε γυρίζει να σε δει.

Ούτε απλοί σου γνώριμοι

δε ζούνε πια.

Έμεινες μόνο με όσους

σε αναγνωρίζουν

βλέποντάς με»

 

Ο άλλος, ο νέος, με τους στίχους αυτούς ανέκρουσε πρύμναν θυμού!

Κατά έναν μάλλον παράδοξο τρόπο δεν τον θύμωναν περισσότερο όσα χάθηκαν οριστικά, με ευθύνη του συνομιλητή του, ή ακόμη και όσα ποτέ δεν ήλθαν, αλλά εκείνα που δε θά ‘ρχονταν ποτέ από ‘δω και μπροστά. Συνειδητοποιούσε ότι το τελευταίο ελαφρυντικό του, δηλαδή πως «δεν εγνώριζε», εξεμέτρησε το ζην ως εξήγηση του «μικρού μέλλοντος» που φαινόταν να του απονέμουν οι καιροί. Μετρούσε πια μόνον ό,τι θα έκανε ο ίδιος. Καταλάβαινε κιόλας ότι αυτοί οι ίδιοι οι διάλογοί τους, εκ πρώτης όψεως ανεξήγητοι, δεν ήταν άλλο από μια έμπρακτη μεταμέλεια του άλλου, σε μια προσπάθεια να τού μεταφέρει όσα περισσότερα μπορούσε. Και κυρίως τα λάθη.

...αλλά, δεν θα του χαριζόταν κιόλας!...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 9

Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης

Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης

Η συζήτηση είχε βαρύνει! Ήταν τα συναισθήματα που γεννά ένα Έργο Τέχνης, ακόμη και απόν, και παρόν μόνο μέσω της διήγησης; Ή ήταν η σχέση των δύο ανδρών που το έκανε; Βέβαια απάντηση δεν μπορούσε να δοθεί! Όμως, και οι δύο άνδρες δεν έκρυβαν τη συγκίνηση, που ως αχλύς φθινοπωρινού πρωινού είχε παρεισφρήσει σ’ έναν διάλογο, ως τότε προσαρμοσμένο εννοιολογικά απολύτως στις προσταγές του στυγνού ορθολογισμού των δύο συνομιλητών.

- Τελικά κάθε Έργο έχει δύο Ζωές, μονολόγησε ο νεαρός! Η μία είναι το Έργο τη στιγμή που το συναντάς. ...η άλλη είναι το Έργο κατόπιν! Ως σύμβολο αξιών αισθητικών και πραγματιστικών στοιχείων.

Δεν ήταν απάντηση. Συλλογισμός ήταν!

Είχε, όμως, ακουστεί.

Ο μεγάλος άνδρας μουρμούρισε, με πρόδηλη διάθεση να συμβάλλει στην πληρότητα νοημάτων του προλαλήσαντος.

- Ο Έκο -μιλάει για τη συγγραφή βέβαια, αλλά δεν θα το περιόριζα εκεί- στο «Επιμύθιο στο “Όνομα του Ρόδου”», απαιτεί ο συγγραφέας να πεθαίνει μετά τη συγγραφή. Για να μη διαταράσσει την πορεία του κειμένου. Πρόκειται για την τρίτη Ζωή ενός Έργου! Τη ζωή, δηλαδή, του δημιουργού του.

- Ίσως, με τόσες Ζωές, έτσι εξηγείται η αθανασία στη Τέχνη, συνέχισε τις συλλογισμικές αναφορές ο νέος.

- ...κι, ίσως, έτσι, κάπου εδώ, με τέτοια αναφορικά εφόδια, γεφυρώνεται η συνάρμοση ενός Έργου ως προσωπική βιωματική περιπέτεια και ως αντικειμενικό βάρος στον συλλογικό Πολιτισμό, ανταποκρίθηκε η άλλη πλευρά.

Τα δύο «ίσως» βόλευαν πρακτικά ως μοίρασμα απόστασης τη διαφορά απόψεων μεταξύ των δύο μερών. Παρά ταύτα, απέμεναν μερικά ασαφή σημεία...

- Τελικά, όμως, η απόσυρση ενός ζωγραφικού πίνακα από τα μικρά εγκαύματα της εξατομικευμένης ματιάς του κάθε ανθρώπου-θεατή, που προκαλεί η παρουσίασή του σε δημόσια θέα -σε μια έκθεση ή κάπου άλλού- θανατώνει το Έργο, διαπίστωσε με θλίψη ο νεαρός.

- Καλύτερα να σκοτωθεί το Έργο από τη φθορά τέτοιων θεάσεων, και να δικαιωθεί ή όχι, παρά να μη ζήσει άλλο. Δεν γίνεται να το αφήσουμε να φύγει ήσυχα-ήσυχα. Διπλά τραγική η μοίρα του πίνακα της ιστορίας μας, προσέθεσε.

- Η δικαίωσή του, όμως, έχει επέλθει, δήλωσε ο μεγάλος.

Νέα σιωπή!

...μετά ο νέος ρώτησε.

- Θα πιούμε κάτι ακόμη;...

Και χωρίς να αναμένει την απάντηση στράφηκε στην ωραία γυναίκα που δέσποζε στον στενό χώρο και έκανε ένα νεύμα, με τα δύο δάχτυλα, τον δείκτη και τον μέσο...

- ...δύο...!

- Εγώ δεν θα πιω! Βλέπεις, εγώ δεν θέλω να ξεχάσω, είπε ο μεγάλος άνδρας παραφράζοντας τους στίχους του χαμένου πριν λίγο καιρό ποιητή και συμμαθητή του.

Κι έτσι έπεσε ο σπόρος για τον επόμενο γύρο.

(...συνεχίζεται...)

Διάλογος εν χρόνω 8

- Σ ευχαριστώ για την ευθύτητα!

Κοίταξε τον νεαρό άνδρα ασκαρδαμυκτί!

Κι έπειτα είπε:

- Θα σου μιλήσω παραβολικά. Μερικές φορές, ξέρεις, η παραβολή ήταν ένας τρόπος να απευθυνθεί στους Ιουδαίους ο Ιησούς, για να τους μεταφέρει πράγματα που μόνο ως μύθοι, αντί της αλήθειας, μπορούσαν να γίνουν ανεκτά σε μια τόσο περικυκλωμένη -ιστορικά, γεωγραφικά και γενεαλογικά- κοινωνία.

Σταμάτησε για λίγο, και κατέβασε το βλέμμα.  Γνώριζε πως στη γενιά του συνομιλητή του οι μύθοι είτε απλώς δεν υπήρχαν, αλλά ακόμη κι έμεναν κάποιοι απ’ αυτούς ζωντανοί, θεωρούνταν φτωχοί συγγενείς της καταιγίδας μυνημάτων που εκόμιζε εδώ και αρκετά χρόνια τώρα η τεχνολογία της τηλεπικοινωνίας. Παρά ταύτα, ήταν αποφασισμένος να το διακινδυνεύσει...

- ...πριν μερικούς μήνες -ίσως συμπληρώθηκε χρόνος-  ένας φίλος μου, τεχνοκριτικός, μου έδειξε έναν πίνακα ζωγραφικής -το πρωτότυπο Έργο- που βρίσκεται στα χέρια του. Βλέποντάς τον, κάτι σαν θλίψη και πόνος πλανήθηκε στον εσωτερικό μου χώρο πρόσληψης της ταραχής εκείνης που σε διαπερνά όταν -έτσι τελείως μεταφυσικά- αντιλαμβάνεσαι ότι βιώνεις κάτι σημαντικό. Δεν είπα, όμως, τίποτα!

 

Ο μεγάλος σταμάτησε και πήρε μια γουλιά. Κι ύστερα συνέχισε...

 

- ...Αφού θαυμάσαμε τον πίνακα -ένα καταπληκτικό πράγματι Έργο Τέχνης- μου διηγήθηκε μια μικρή ιστορία. Κι η ιστορία εκείνη έλεγε πώς ο πίνακας, για να μπορέσει να πουληθεί και να αποφέρει όφελος στον άρπαγά του, που τον είχε αφαιρέσει από τα χέρια του νόμιμου ιδιοκτήτη του, είχε κοπεί άτεχνα και βάρβαρα -μ’ ένα ξυράφι- από την αρχική κορνίζα του, ώστε να διευκολυνθεί η φυγάδευσή του. Το άτεχνο κόψιμο είχε τραυματίσει το έργο, αφού συνέπειά του ήταν ένας ακρωτηριασμός του, γύρω-γύρω, στα κράσπεδα θα ‘λεγα του καμβά.

 

Ο νεαρός είχε στ’ αλήθεια μαγνητιστεί από την αφήγηση.

- ...και μετά; Ρώτησε με αδημονία, που υπό άλλες συνθήκες μάλλον θα είχε κρύψει καλύτερα.                

 

- Ο πληγωμένος πίνακας, συνέχισε ο αφηγητής, έφερε καθαρά επάνω του τα σημάδια της βίαιας μεταχείρισής του. Κάποιος άλλος, που κι εκείνος θα τον έβλεπε για πρώτη φορά –όπως εγώ, δεν θα μπορούσε να δει τα σημάδια αυτά, αφού το κύριο θέμα της απεικόνισης ήταν κατά βάσιν άθικτο. Κι όμως, εγώ τα έβλεπα! Και τόλμησα να μοιραστώ τις σκέψεις μου με τον άνθρωπο. Τού είπα πως έβλεπα έναν αιμάσσοντα πίνακα ζωγραφικής. Τότε ήταν που τα μάτια του άρχισαν να εκβάλλουν ασταμάτητα δάκρυα, ενώ αναφυλλητά και λυγμοί καταιγιστικοί σκίασαν την αναπνοή του.

 

Νέα διακοπή του ομιλητή και νέα γουλιά απ’ το σκουρόχρωμο περιεχόμενο του φλυτζανιού. Νέα -ανεκδήλωτη αυτή τη φορά- αδημονία του νεαρού, που ψυχανεμιζόταν ένα σκηνικό παίγνιο γύρω απ’ αυτές τις διακοπές και τις αλλεπάλληλες ρουφηξιές.

 

- ...Τον παρηγόρησα, κι όταν συνήλθε, μού εξομολογήθηκε ότι εκείνος ο ίδιος ήταν που είχε κόψει και αρπάξει το Έργο, προκαλώντας την ανήκεστη βλάβη που έβλεπα στην ψυχή του Έργου. Δεν τον πούλησε ποτέ! Από τύψεις. Όταν έφευγα, με αγκάλιασε και με φίλησε με μεγάλη αγάπη, ευχαριστώντας με, αφού με όσα είχαν προηγηθεί, είχε -για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια- ανακουφιστεί ουσιαστικά από τις Ερινύες της καταστροφής που προκάλεσε. Χωρίς να το ζητήσω, μου υποσχέθηκε ότι τον πίνακα από ‘δω και πέρα θα τον έβλεπαν πολύ λίγα μάτια, σε μια προσπάθεια να τον προστατεύσει από το άγος του ακρωτηριασμού του...   

(...συνεχίζεται...)

Διάλογος εν χρόνω 7

Ο μεγάλος άνδρας είχε βρέξει τα χείλη του με λίγες σταγόνες νερό. Είχε πει πολλά! Το ήξερε. Και αναμενόταν ο αντίλογος, που ακόμη δεν είχε έρθει. Επιστράτευσε όλη τη θυμοσοφική διάθεση του χαρακτήρα του, ώστε να προετοιμαστεί να αποφύγει τις παρεκκλιτικές υπεκφυγές για να απαντήσει στις μικρές προκλήσεις των δευτερευουσών εννοιών που ξεπηδούν σαν άτακτες παιδικές ζαβολιές εν τη ρύμη ενός καλοπροαίρετου απαντητικού λόγου σ’ όσα είχε αναφέρει.

Τον έκαιγε η περιέργεια για την αντίδραση της άλλης πλευράς. Τον ικανοποιούσε διπλά η βεβαιότητα που είχε σχηματίσει μετά από αρκετούς μακρούς διαλόγους με τον νέο, ότι ήταν ένας καλός συζητητής. Με γνώσεις κάθε άλλο παρά αμελητέες αλλά και μεγάλα ανεξερεύνητα πεδία ενδιαφέροντος στο κεφάλι του. Γόνιμος νους παγιδευμένος, λες, στη μονοκαλλιέργεια τόσων κλισέ που περικύκλωναν τον θλιμμένο κόσμο της κρίσης, του περιβάλλοντος δηλαδή και των δυονών τους. 

Ο νέος επιτέλους ξιφούλκησε.

- Δες! Δεν θα κάνω μαζί σου παιχνίδια ανέξοδων ανταγωνισμών, όπως συχνά συμβαίνει στις αντροπαρέες. Άλλωστε, «ο καθείς και τα όπλα του» είχε πει ο Βάρναλης. Εσύ, λοιπόν, βάρος άποψης. Εγώ, από την άλλη, πετάρισμα αμφισβήτησης της άποψης. Για να πετύχει η συνταγή των διαλόγων μας, το μόνο που χρειάζεται είναι ειλικρίνεια. Γι’ αυτό όσα σου απαντήσω δεν είναι λεκτικά «κόλπα», αλλά οι γνήσιες αντιρρήσεις μου.

- (Μμμμ! Ενδιαφέρουσα εισαγωγή!), σκέφτηκε η άλλη μεριά.

- ...λοιπόν, συνέχισε ο μικρός, αναγνωρίζω δίκαιες ματιές σε πολλά απ’ όσα είπες. Δεν θα σου πω σε ποιά γιατί θα ήταν αχρείαστη κολακεία. ...αλλά έκανες και μεγάλες λογικές παρασπονδίες για να τις αφήσω να περάσουν έτσι. Αν το έκανα δεν θα σε σεβόμουν, θα σε ανεχόμουν.

Πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει.

- Ό,τι και να αναδέχονται κάποιοι, κάπου, οποτεδήποτε, να πες, φερ’ ειπείν, εμείς, εδώ, τώρα, ως τον εικαζόμενο άριστο μετρητή της αντικειμενικής αισθητικής αξιολόγησης των αγαθών του  Πολιτισμού, μιλάμε εν χρόνω και τόπω της συγκεκριμένης στιγμής και του συγκεκριμένου χώρου. Επηρεαζόμενοι απ’ αυτά, είναι αδύνατο, επομένως, να αποφύγουμε αποτιμητικά σφάλματα, καίρια τόσο, ώστε η ετυμηγορία η δική μας να καταλήγει ακόμη και σε μείζονα πλάνη. Κι ακόμη χειρότερο είναι ότι η πλάνη μας αυτή, ενδεδυμένη τον τύπο της αυθεντίας που οι ίδιοι έχουμε ορίσει, επιδεινώνεται. ...Και από πλάνη τείνει να καταστεί απάτη. Δηλαδή, από τις αθωώσεις ενός τίμιου λάθους, ως ελαφρυντικού μας εξ αρχής, σε ελάχιστο χρόνο θα γινόμασταν τέρατα παραχάραξης της αλήθειας. Στην Τέχνη, όπως γνωρίζεις καλά, δεν χωράει μία αλήθεια, αλλά μυριάδες, κάθε θεατής ή ακροατής, κι από μία. Μόνον η εξουσία, κακώς νοουμένη –δηλαδή ως ενάσκηση  επιβολών από έναν άνθρωπο πάνω σε κάποιον άλλον, δικαιούται να εκδίδει έγκυρα φιρμάνια αξιολόγησης ενός Έργου Τέχνης, διαστρέφοντας τελικά το ίδιο το Έργο. Όποιος επιλέγει να υπακούει και να σέβεται αυτά τα φιρμάνια, εξ αφετηρίας κάπου μέσα του έχει κατανοήσει πώς ό,τι θα του αρέσει από ‘δω και πέρα είναι συνομολογία μιας πελώριας σύμβασης ανάμεσα σε πολλούς συμμετέχοντες. Δεν θα πρόκειται, δηλαδή, για τη δική του αισθητική αλήθεια, αλλά για την αλήθεια κάποιου άλλου. Εμείς, εδώ, οι δύο, δεν δικαιούμεθα να αποφαινόμαστε για τους άλλους. Γι’ αυτό, σ’ ευχαριστώ βέβαια, για τα πολλά που είπες και για τη θερμή παρουσίασή τους ενώπιόν μου και ειδικά για την αφεντιά μου, ...αλλά τα πράγματα είναι μάλλον απλότερα. Σε ρωτάω ευθέως: Την ώρα που διάβασες για πρώτη φορά «Τα κάντο της Πίζας», κι ας ήξερες το ποιόν του γραφιά, σκεφτόσουν τον μηχανισμό αποτίμησης του ποιήματος, ή συγκλονιζόσουν από το Έργο; Δεν θα σε λυπήσω -δεν το θέλω, κιόλας- αν σου πω ότι εφ’ όσον σου συνέβη το πρώτο, απλά ήσουν -και είσαι και σήμερα- ένας ξενέρωτος κοινωνός αχρείαστων -τουλάχιστον για εσένα τον ίδιον- συγκινήσεων.

Κοντοστάθηκε, μετρώντας μήπως είχε ξεπεράσει τα ανεκτά... Έψαχνε αναγωνίως μέσα στην ήσυχη ανάσα του φίλου του, απέναντι, αν έκανε κακό, ...επειδή είχε μιλήσει από καρδιάς.

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 6

Στη συνέχεια, ο μεγάλος άνδρας άλλαξε ύφος και σοβάρεψε.

- Θυμήσου, όμως, τί συζητάμε! Αν το λησμόνησες, ψάχνουμε να βρούμε «πώς και με τί να μετρούμε την αξία ενός συλλογικού Πολιτισμού»! Έτσι!

Κοντοστάθηκε...

- Εγώ προτείνω ως εγκυρότερο κριτήριο αποτίμησης εκείνου που αναζητούμε εδώ οι δυο μας, όχι τον «αστικό Πολιτισμό» για τους λίγους, που διαμαρτυρήθηκες όταν τον αποκάλεσα έτσι, αλλά τον λαϊκό Πολιτισμό. Για παράδειγμα, στην κεντρική Ευρώπη γίνονται μεγάλες συναυλίες υπέροχης κλασσικής μουσικής. Και σήμερα πια η ευχέρεια των τεχνικών μέσων κάνει εύκολες τις αναμεταδόσεις δημόσιων δραστηριοτήτων, όπως μια συναυλία -ακόμη και σχεδιασμένη για λίγους, άλλωστε πώς να ακουστεί κλασσική μουσική σε μεγάλο συνωστισμό- και μετατρέπει τα «κλειστά» πολιτιστικά αγαθά, δηλαδή αυτό που αποκαλώ «αστικός Πολιτισμός», σε ανοιχτής πρόσβασης καλλιτεχνικές παραγωγές. Ήγουν, «λαϊκές μουσικές», εν προκειμένω, που βέβαια δεν είναι και δεν θα γίνουν ποτέ λαϊκές μουσικές. Συγκρίνοντας, λοιπόν, τις κλασσικές μουσικές της Ευρώπης με τις κλασσικές μουσικές, για παράδειγμα, στην Ελλάδα, η δεύτερη φαίνεται τώρα πολιτισμικά καθυστερημένη μέχρις πρωτογονισμού, θα τολμούσα να πω.

...Είχε κυριευτεί από το πάθος της απόδειξης ορθότητας των λεγομένων του. Ο νέος συνομιλητής του, δεν τόλμησε να ψέξει την πολυλογία του. Συνέχισε, λοιπόν, ασταμάτητος...

- ...αλλά, την ίδια ώρα ακούς τη λαϊκή μουσική που μπορείς να βρεις στην Ελλάδα, μια χώρα τυχαία περίπτωση του παραδείγματός μας, και ακούς -αν βρεις τέτοια- τη λαϊκή μουσική σε μια χώρα της κεντρικής Ευρώπης, με τεράστια παράδοση σε κλασσική μουσική. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, όπως ήδη υπαινίχθηκα, θα πρέπει να βρεις τέτοια μουσική. Αλλά κι αν βρεις, η σύγκριση με τη διαθέσιμη ελληνική λαϊκή μουσική, κάνει τους ευρωπαίους τώρα να μοιάζουν με πρωτόγονους. Μια αναγκαία διάκριση ακόμη: Και μιλώ για λαϊκή μουσική, με ζωντανές, σημερινές και λίγο παλιότερες αναφορές, και όχι για παραδοσιακή μουσική, που είναι τελείως άλλη υπόθεση, που θα συζητήσουμε άλλη φορά (αν και εδώ, επίσης, δεν θα άλλαζαν και πολύ τα πράγματα...)

- Πώς θα μετρήσουμε, λοιπόν, το ευρύτερης αποτίμησης συλλογικό πολιτισμικό βάρος της μίας και της άλλης περίπτωσης; Με κεντρικό αξιολογικό κριτήριο την κλασσική μουσική ή τη λαϊκή μουσική;

Είχε επιτέλους θέσει το ρητορικό ερώτημα, που διακαώς επιθυμούσε εδώ και πολλή ώρα να θέσει.

Ακούμπησε την πλατη του πίσω στο μάλλον άβολο κάθισμα και ανέμενε τον αντίλογο...

- ...Καταλαβαίνω πού το πας, είπε ο νέος άνδρας, προσπαθώντας άρον-άρον να συγκροτήσει άποψη για την νέα οπτική των πραγμάτων, που είχε τεθεί υπόψη του. Ανακάλεσε στη μνήμη του τις δικές του παραστάσεις και τις μνήμες. Στην οικογένειά του άκουγαν από παλιά, σ’ εκείνο το φθαρμένο σήμερα γραμμόφωνο, και αργότερα στο πικ-απ, πολύ συχνά κλασσική μουσική. Και ο ίδιος άκουγε και σήμερα. Κι έτσι, η πρώτη ανακλαστικού τύπου αντίδραση που του ‘ρθε στο νου, ήταν να υπερασπιστεί τον Σκαλκώτα και τον Μητρόπουλο. ...αλλά, κάπου μέσα του, αντιλαμβανόταν ότι εκείνο που τον είχε καθορίσει πολιτισμικά στη μουσική, ως μέλος αυτού που ο συνομιλητής του ονόμαζε «συλλογικό Πολιτισμό», δεν ήταν ο αγαπημένος του «Ηπειρώτικος χορός», αλλά το ...«Δυο πόρτες έχει η ζωή».

Ακολούθησε ένα μικρό διάλειμμα σιωπής...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 5

Ο οίστρος του τον συνήγειρε! Συνέχισε...

- Ακόμη και ο μεγαλύτερος φονιάς στην Ιστορία, ένας ναζιστής αξιωματούχος, εσυγκινείτο μέχρις δακρύων από τα έργα του Βάγκνερ. Μάλιστα, ένα από τα πλέον ενδεικτικά δοκίμια του Βάγκνερ, με τίτλο «Ιουδαϊσμός στη Μουσική» έδωσε στον ίδιον τον Χίτλερ αρκετές ιδέες σχετικά με το τί θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει ο συντεταγμένος αντισημιτισμός. Ακόμη, σε μερικές όπερες του συνθέτη εμφανίζονταν ως διαβολικές υπάρξεις κάποιες μορφές των «κατώτερων» Εβραίων, παρέχοντας το έναυσμα στον υπουργό Προπαγάνδας, Γιόζεφ Γκέμπελς, να πει: «Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ μας δίδαξε τί είναι οι Εβραίοι»...

- Μη συνεχίζεις! Κατάλαβα τί θέλεις να πεις! ...Προσπάθησε να τον διακόψει ο νεαρός.

- Πράγματι, δεν νομίζω κι εγώ ότι θα μπορούσαμε να μιλάμε για έργα της Τέχνης, αποσιωπώντας στοιχεία σαν κι αυτά που ανέφερες. ...αλλά, η μεγάλη αισθητική αξία είναι που προσδίδει και το ηθικό κύρος στα μεγάλα έργα του δυτικοευρωπαϊκού Πολιτισμού, επέμεινε ο νέος άντρας. Οι όπερες του Βάγκνερ δεν παύουν να είναι υπέροχες, επειδή συνέτρεξαν και όλα τα άλλα που είπες. Η Λένι Ρίφενσταλ, δεν θα είχε γυρίσει τα μεγάλα κινηματογραφικά έργα της, αν δεν δρούσε καλλιτεχνικά στο αισθητικό πλαίσιο του ναζισμού. Ο Έζρα Πάουντ δεν ορίζεται ως μεγάλος ποιητής, ή όχι, από τον προσδιορισμό των πολιτικών απόψεών του.

Ανασηκώθηκε λίγο, ένδειξη υψηλού νεανικού πάθους στην υπεράσπιση της θέσης του, και προσπάθησε να κάνει εκείνος τον επίλογο.

- Αδικείς την ίδια την Τέχνη, προσθέτοντας στα πεδία αποτίμησης της αξίας της στοιχεία άσχετα με το αντικείμενό της. Και ποιό είναι το αντικείμενο της; Μα, φυσικά, η επιδίωξη της αισθητικής τελειότητας –ένα άπιαστο όνειρο, δηλαδή. Η πολιτική ένταξη δεν μπορεί να είναι μετρητής καλλιτεχνικών αξιών! Ένας ακάλεστος και αναρμόδιος κριτικός Τεχνών. Είναι σαν να μου λες ότι θα τηρήσουμε το σκορ ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, μετρώντας το σε καλάθια του μπάσκετ. Από εσένα, που διατείνεσαι πως είσαι αριστερός και μια γενιά μεγαλύτερος από εμένα, περίμενα περισσότερο διαλεκτικές αναφορές. Γιατί, στο τέλος-τέλος, και η Τέχνη δεν είναι κάτι άλλο από Ιστορία του Ανθρώπου, ...ολοκλήρωσε τα λεγόμενα του παίρνοντας μια βιαστική ανάσα για να συμπληρώσει τα ανοξαιμικά συμπτώματα της μακράς και με μιας ομιλίας του.

- ...Μα, δε λέγω κάτι διαφορετικό, απάντησε με χαμόγελο ο μεγάλος άνδρας, καμαρώνοντας κατά βάθος το πάθος του συνομιλητή του.

- Είναι Τέχνη μεγάλη, η δυτικοευρωπαϊκή! Ίσως η μόνη, μάλιστα, που αντέχει να ανταγωνιστεί την αρχαία ελληνική.

(...συνεχίζεται...)

 

 

Διάλογος εν χρόνω 4

- ...Κάποιαν άλλη φορά θα προσπαθήσω να εξηγήσω σ’ αυτό το τραπέζι, που ταυτόχρονα είναι και ένα μικρό δικαστήριο της Ιστορίας και που γύρω του καθόμαστε μόνον εμείς οι δύο, γιατί και πώς η δεδομένη πολιτισμική αδυναμία της εποχής του ηγέτη που θαύμασα, δεν μπορεί να αξιολογηθεί με όρους Τέχνης αλλά αποκλειστικά και μόνον ως πολιτικό στοιχείο. Πολιτική αξιολόγηση με αντικείμενο την Τέχνη, δηλαδή, καλό είναι να αποφεύγεται, ιδίως όταν αυτό είναι προϊόν «αριστοκρατικής» θεώρησης των ημερών του συγκεκριμένου εκλιπόντος πολιτικού προσώπου, εν είδει ενός ανομολόγητου αλλά τόσο ενοχικού σκοπού αποδόμησης του έργου του, από μεριάς των αντιπάλων μας... (Είχε χρησιμοποιήσει πρώτο πληθυντικό πρόσωπο –πράγμα σπάνιο στις μεταξύ τους συζητήσεις).

- ...αλλά για την ώρα ας μείνουμε στα της Τέχνης και του Πολιτισμού!

- Ναι! Κι εγώ θα το προτιμούσα, πλειοδότησε ο νέος, ανακουφισμένος που θα επέστρεφαν στον αγαπημένο του προαναφερθέντα μεξικανικό χρωστήρα και θα απέφευγε προσώρας μια ακόμη παθιασμένη συζήτηση για τον χαμένο ηγέτη. Έτσι νόμιζε, τουλάχιστον, ότι θα κατηύθυνε τον διάλογο ο φίλος του με τα γένια και τον ασίγαστο πόθο για τις συνομιλίες τους, αποδεχόμενος το αντικείμενο που είχε προταθεί νωρίτερα.

- Από τί λες να μετράγαμε την αξία ενός συλλογικού Πολιτισμού; Τον ρώτησε ο μεγάλος άνδρας.

Η άλλη μεριά του τραπεζιού υποψιάστηκε παγίδα. Το συνήθιζε, άλλωστε, να του στήνει παγίδες, ο άλλος, για να εκμαιεύσει απαντήσεις... Προσπάθησε να δραπετεύσει με μιαν απάντηση κοινής λογικής –αν και βαθύτερα συναισθανόταν ότι όσα θα απαντούσε, στην ουσία ήταν υπεκφυγή.

- Εσύ πριν λίγο είπες πως «Ό,τι αντέχει σε αισθητικές δοκιμασίες και προσφέρει συγκίνηση είναι προοδευτικό», επανέλαβε mot-a-mot τη φράση του συνομιλητή του, σε μια σίγουρη θαρρούσε λύση, αφού δεν θα ήταν δυνατό ο άλλος να διαφωνήσει με τις ίδιες τις απόψεις του, που είχε μάλιστα εκστομίσει πριν τόσο λίγο χρόνο.

- Ναι! ...αλλά όχι μόνον απ’ αυτά, δήλωσε άκαμπτος ο άλλος.

- Για παράδειγμα -διερωτήθηκε με προβληματισμένο ύφος, αναζητώντας ίσως και ο ίδιος τώρα τις απαντήσεις σε ερωτήματα για καιρό αναπάντητα- ο δυτικοευρωπαϊκός Πολιτισμός πώς θα πρέπει να αξιολογηθεί;

- Πρόκειται για έργα τεράστιας αισθητικής και ηθικής αναγνώρισης -όπως εσύ έθεσες τις προδιαγραφές, διαμαρτυρήθηκε ο νέος. Τί άλλο ζητάς;

- Είναι, αλήθεια, έργα καταπληκτικά!... Συμφώνησε ανυπόκριτα.

- ...αλλά, έσπευσε να προσθέσει, είναι έργα που δημιουργήθηκαν με δεδομένα τα κοινά προς τα οποία απευθύνονταν, ολιγάριθμα και παραγεμισμένα με ανεπίτρεπτα προνόμια για ισορροπημένες κοινωνίες. Κοινά πλουσίων ανθρώπων, που πιθανόν την ώρα που συγκινούνταν μ’ έναν ζωγραφικό πίνακα ή ακούγοντας ένα καινούριο κοντσέρτο, ταυτόχρονα άνθρωποι δικοί τους και με εντολές τους κατέσφαζαν ιθαγενείς στην Αφρική ή την Ασία, για να εξασφαλίσουν τις πολύφερνες αποικίες τους. Μπορούμε, άραγε, να κρίνουμε την αξία ενός μεγάλου καλλιτεχνικού έργου, παραβλέποντας τέτοια στοιχεία, δομικές προϋποθετικές συνθήκες άλλωστε του ίδιου του Έργου; Ρώτησε περισσότερο τον ίδιον εαυτό του... Ένα Έργο Τέχνης, στο κάτω-κάτω, ορίζεται όχι μόνον από το ίδιο το Έργο και την αισθητική επίδρασή του, αλλά και από το ποια κοινά το δικαιώνουν...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 3

- Ένα δίκιο τό ’χεις! Όλα τελικά είναι Πολιτισμός, μουρμούρισε ο νεαρός. Αλλά, προσέθεσε με προθέσεις πρόκλησης του συνομιλητή του, και ο δικός σου αγαπημένος μεγάλος πολιτικός αρχηγός δεν είχε σαν δυνατό σημείο του τον Πολιτισμό!...

- Είναι αλήθεια, πως δεν είχε καλές σχέσεις με τα έργα του αστικού πολιτισμού. Προτιμούσε άλλες αναφορές. Αλλά μην κάνεις το λάθος να συγκρίνεις ηγέτη που δανείζεται πράγματα που δεν του αρέσουν και δρώντας ως πρότυπο πλασσάρει τις comme il faut επιλογές μιας πολιτικά σχεδιασμένης άποψης για την Τέχνη στο πόπολο, με ηγέτη που απλά διασκεδάζει με ό,τι του αρέσει και εκών-άκων, ως αγαπητός στον κόσμο, ό,τι διαλέγει μετατρέπεται σε λαϊκή προτίμηση. Ο ένας είναι λαϊκιστής (με την έννοια που δίνουμε σήμερα στον όρο) και ο άλλος λαϊκός...

- Πού τα βρίσκεις όλ’ αυτά που λες για τον δικαιολογήσεις -ακόμη κι εκεί που ομολογουμένως έσφαλε, επέμεινε στην πρόκληση η άλλη πλευρά του τραπεζιού.

- ...Κι ακόμη, θα σε επιτιμήσω αυστηρά για αυτήν την άδικη αναφορά σου. Τί θα πει «αστικός πολιτισμός»; Η Τέχνη δεν ορίζεται από ταξικά στοιχεία, παρά μόνο στις θεματολογικές προτιμήσεις της. Τα υπόλοιπα είναι υπόθεση αισθητικής και ηθικής, υπογράμμισε ο νέος άντρας, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από έναν νέο γύρο υπεράσπισης του χαμένου ηγέτη, που ήξερε πως ήταν το πεδίο πολιτικής αναφοράς του συνομιλητή του. ...Ποιός ξέρει, μπορεί έτσι με τα άλματα από θέμα σε θέμα, να κέρδιζε έστω τις εντυπώσεις σε μια αναμέτρηση εκ των πραγμάτων δύσκολη, με τον άλλον να άφηνε ίσως την πρόκληση αναπάντητη, αν επέλεγε να στραφεί στον διάλογο με αντικείμενο τον Πολιτισμό, εγκαταλείποντας την λιγότερο γοητευτική εφαρμοσμένη Πολιτική. Κι ας άφηνε ανυπεράσπιστη την υστεροφημία του ιστορικού προσώπου που τον στοίχειωνε.

Μέτρησε προσεκτικά τον δρόμο που έπαιρνε η κουβέντα! Σαν μεγαλύτερος θεωρούσε πως είχε εκείνος την ευθύνη να ισορροπήσει τα διαμειβόμενα μεταξύ της ουσιαστικής ανταλλαγής νοημάτων και της υποχρέωσης αυτό να γίνει αποφεύγοντας να παραχθούν ήττες απόψεων για κάποια από τις δύο πλευρές, την οποιανδήποτε. Φυσικά, ούτε και τη δική του! Δεν γινόταν αυτή η συζήτηση για την κερδίσει κάποιος, αλλά γιατί όφειλε να μεταδώσει όσα αισθανόταν πως έπρεπε να διαβιβαστούν εν σειρά.

Από την άλλη, παραδεχόταν μέσα του πως τον θαύμαζε τον μικρό! Το αξιακό φορτίο του, πολιτικό και γνωσιακό, αναμφίβολα στεκόταν ψηλά. Διέκρινε σ’ εκείνα τα φωτεινά μάτια της νεότητας, την προσήλωση στις συγκινήσεις και τις αρχές της αριστερής καταγωγής του, ως πολίτη.

Παράλληλα, κύλησε στην επανάληψη ενός αυτοκριτικού γύρου, που είχε συχνά κάνει και κατά το παρελθόν με ασαφείς εκβάσεις. Πόθεν αυτή η προνομιακή αντιμετώπιση της αριστεράς; Επειδή κι εκείνος είχε την ίδια πολιτική καταγωγή, μεγάλωνε ο κίνδυνος μιας τραγικής υποκειμενικής πλάνης για όσα ο ίδιος θεωρούσε σωστά! Άλλωστε γνώριζε δεξιούς με αξίες εγκολπωμένες σ’ εκείνους, μεγάλου βάθους και αναγνώρισης, που θαύμαζε όσο και τις προσωπικότητες αριστερών φίλων του.

Σκέφτηκε πως ίσως ακόμη και περισσότερο άξιοι θαυμασμού ήταν οι δεξιοί των αξιών που συγκαταλέγονταν στα πρόσωπα που προτιμούσε και είχε επιλέξει να γίνουν αναφορικές περιπτώσεις στον βίο του. Γιατί, βεβαίως, όπως εξηγούσε στον εαυτό του, ο παραμερισμός όλων εκείνων των κερδοσκοπικών υπαινιγμών που συμπαρασύρονταν στη δεξιά ιδεολογία για να επικρατήσουν αξιακά προτάγματα, διασφαλίζει και επιβεβαιώνει τις αγαθές προθέσεις. Σε αντίστιξη με τις προθέσεις των αριστερών, που «για να αλλάξουν τον κόσμο», ως θεμελιακή αιτιώδης αποκωδικοποίηση της ύπαρξής τους, εκκινούν εξ αφετηρίας στοχεύοντας στην ανατροπή της οποιασδήποτε αδικίας, κερδίζοντας ένα αβαντάζ ήθους και προκαταβολικής ιστορικής δικαίωσης, ...τουλάχιστον αξιολογώντας τις προθέσεις τους.

- Ό,τι αντέχει σε αισθητικές δοκιμασίες και προσφέρει συγκίνηση είναι προοδευτικό, μουρμούρισε ο μεγάλος άνδρας, σε μια προσπάθεια να καλύψει με μιαν ατάκα όλα όσα είχαν αναφυεί στο τελευταίο ετάπ της συζήτησης.

(...συνεχίζεται...)

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας