Γραφή ενός ευνοημένου από τη γέννηση στην καρδιά του θέρους…

Tο τέλος των Καλοκαιριών

Είναι εποχή ευλογημένη! Εδώ σε μας είναι το αποκορύφωμα -τέλος και αρχή μαζί- της περιόδου που προηγήθηκε και της επόμενης που ξεμυτίζει κιόλας, μεταίχμιο επιτευγμάτων και αποτυχιών που είχαμε και που πέρασαν σαν το φύσημα ενός χειμωνιάτικου ανέμου καθώς και ονείρων για όσα μεγαλεπήβολα σχεδιάζουμε για τη συνέχεια. Ανάμεσα σε μια μελτεμιάτικη πνοή και τη ζέστα που λυγίζει μόνον όταν ο ήλιος ηττάται στο τέλος της μέρας, κυλάει ένας χρόνος απροσδιοριστίας τόσο ως προς την αίσθηση διάρκειάς του όσο και ως προς το τί πραγματικά συνέβη καθώς εκείνος κύλαγε. Αυτή η απροσδιοριστία, η μόνη στην πραγματικότητα που έχει απομείνει στον άνθρωπο των αμείλικτων α-βεβαιοτήτων (τεκμήριο αμάχητο μιας γενικευμένης ανοησίας που χαρακτηρίζει την εποχή μας), είναι που δίνει στο καλοκαίρι αυτή τη γοητεία του εφήμερου απεγκλωβισμού από τη δουλεία μιας ψευδαισθητικής σιγουριάς που μας είχε φορτωθεί για μια ολόκληρη σεζόν. Στις εξοχές μας περιφέρουμε, λοιπόν, όλες αυτές τις αντιφάσεις μιας κλονισμένης ανθρώπινης υπόστασης στη συλλογική πρόσληψή της από εμάς τους ίδιους, με μια ασυναίσθητη επαναστατικότητα που συχνά εκφράζεται και εκτονώνεται με εκδηλώσεις πρακτικού ξεγυμνώματος με μόνο φύλλο συκής ένα πανάκι σφιχτό στη βουβωνική χώρα. Η πίεση στο στομάχι μας από το λάστιχο του μπανιερού καταλήγει έτσι να είναι η μοναδική περιοριστική συνθήκη πάνω στις λειτουργίες του σώματός μας, κάτι σαν κρύο υπόλειμμα -από το αλμυρό νερό ή από τις αναμνήσεις του χειμερινού αγώνα που δώσαμε, τί άραγε από τα δύο; Πραγματικά μια εποχή-ευλογία, λάβαρο μιας αιώνιας άπιαστης ελευθερίας, της οποίας παραμένουμε διά βίου πιστοί οπαδοί, αν και ξέρουμε το μύθευμα που πλανάται πίσω απ’ αυτό το αφήγημα της υποσχετικής για τη δραπέτευση από το αναπόφευκτο. Η ελπίδα είναι ο πυρήνας της εντύπωσης του καλοκαιριού που εμείς όλοι ζούμε. …Κι αν είσαι και παιδί, με αυξημένα δικαιώματα πρόσβασης στη φαντασία και τα όνειρα, τότε είναι πραγματικό πανηγύρι. Μήπως έτσι εξηγείται ότι οι περισσότεροι πρώτοι έρωτες -μάλλον ανεκπληρωτοι οι πιο πολλοί- βιώνονται σε υψηλές θεμοκρασίες περιβάλλοντος, συνταίριασμα αθέλητο αλλά συγκλονιστικά πρόσφορο  για την περίσταση;

Εδώ και κανα-δυο δεκαετίες αυτή η θεϊκή ομορφιά του καλοκαιριού πλήττεται κατάστηθα, από τις αντινομίες μιας ιστορικής φάσης, που λες και αντιμάχεται εξ αφετηρίας και προσχεδιασμένα την υπέροχη εποχή. Λες και η προσπάθεια για κάποιον αιώνιο χειμώνα, ως μόνης εφικτής προς υλοποίηση υπόσχεσης προς ένα κρύο και μουντό μέλλον, να είναι ο αυτοσκοπός των καιρών μας. Τα δικαιώματά μας σε ανάπαυλες συρρικνώνονται, με σαφή κίνδυνο ολοκληρωτικής εξαέρωσής τους, για λόγους εισοδηματικής και ψυχολογικής ανημπόριας για διασκέδαση και χαλάρωση. Ακόμη και όσοι δεν φέρουν το τραύμα της υλικής αδυναμίας να (μπορούν να) γιορτάσουν το καλοκαίρι, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες πολυτελούς βλακείας και ακριβών απολαύσεων εκτός του πολιτισμικού και αισθητικού πλαισίου του θέρους. Επιβεβαιώνοντας ότι το εποχικό αδιέξοδο προς το οποίο κατευθυνόμαστε δεν είναι τόσο ζήτημα οικονομικό, όσο υπόθεση κατανόησης της λιτότητας που επικαθορίζει ως η πεμπτουσία της αυτή την εποχή του χρόνου. Υψηλές θερμοκρασίες, δροσερό νερό και μια ατελείωτη γκάμα φρούτων και χυμών, έχουν υποκατασταθεί μοιραία από τους κλιματισμούς και τους αποξηραμένους εξωτικούς καρπούς. Άντε και μερικά παγωτά ξυλάκια για μας τα παιδιά, τότε, μόνος επιτρεπόμενος -και τελικά απολύτως ενσωματώσιμος- συβαριτισμός. Ακόμη, τόνοι από κρέμες και αντιηλιακά εκπορθούν τον μεγαλειώδη ξεσηκωμό των αισθήσεων (και των ψευδαισθήσεων, προς κατάκτηση του γυμνού κορμιού), απέναντι σ’ ένα ανθρώπινο σώμα ενδεδυμένο μόνο τις σταγόνες της βουτιάς στην απελευθέρωση της απομειωμένης βαρύτητας μεσα στο νερό. Αντί για καρπούζι κατακόκκινο και γεμάτο σπόρια, να το φας αλά φυσαρμόνικα καθισμένος κάπου μπροστά στην παραλία μαζι με τους φίλους σου, κουβάδες με παγο και σαμπάνιες. Αλήθεια, πως μπορεί να προτιμάται από τόσο πολλούς το δεύτερο; Ποιά ειδεχθής δύναμη αυτοκαταστροφής μας, άλλαζει τόσο δραματικά το νοηματικό περιεχόμενο της λέξης "απόλαυση"; Μήπως αυτή ακριβώς είναι η τιμωρία για τη συλλογική ματαιοδοξία των ανθρώπων;

Το καλοκαίρι δεν είναι απλά μια εποχή του χρόνου. Δεν είναι (ακόμη) μια αποσκευή ματαιοτήτων στη ζωή μας. Στην Ελλάδα καλοκαίρι σημαίνει ντεκαβάρισμα για τις χαρτωσιές που προηγήθηκαν και ξαναμοίρασμα της τράπουλας του βίου μας. Αν αναπολήσει καθένας από μας τα φορτία θερινής μνήμης που κουβαλάει, θα διαπιστώσει δύο πράγματα: πρώτον, ότι τελικά δεν είναι φορτία, γιατί δεν έχουν βάρος αλλά μόνο συνέπειες -σαν τις οσμές και τις γεύσεις, και δεύτερον, ότι είναι αναμνήσεις μάλλον απροσδιόριστες -περισσότερο ενθυμήσεις καταστάσεων και περιβάλλοντος χωρο-χρόνου, παρά απτές εικόνες του παρελθόντος. Γι αυτό, ίσως, το καλοκαίρι ως μέρος του παρελθόντος μας παραμένει περισσότερο μια άπιαστη ονειρική κατάσταση, και όχι πεδίο αποτίμησης του «τί πέτυχα στη ζωή μου».   

Θα ξανακερδίσουμε το καλοκαίρι; Ίσως το καταφέρουμε! Το θέρος ακόμη και ως προσδοκία επανακατάκτησης των όσων κάθε χρονιά συνεχίζει να υπόσχεται, μοιάζει με την επανάσταση. Βιώνεται και γίνεται αισθητό ως αίτημα ανατροπής. Που όταν και όποτε επιβεβαιώνεται, απελευθερώνει ατελείωτη ενέργεια προσμονής για ζήσει κανένας και να δημιουργήσει. Όσο κι αν οι επαναστάσεις σπάνια επιτυγχάνουν τους σκοπούς τους, διατηρούνται για πάντα ως εναλλακτικές εκδοχές των εξελίξεων, επιστεγάσματα των συλλογικών ελπίδων του γένους μας. Το ίδιο και το ελληνικό καλοκαίρι!                

 

 

 

 

Μια μικρή ιστορία με πλανόδιους εμπόρους

Η δημοκρατία της παντόφλας

Ήταν πριν πολλά χρόνια, όταν με την απλότητα, την ανυστεροβουλία αλλά και την ευκολία εμπλουτισμού των ανθρώπινων σχέσεων του μέχρι τότε μάλλον περιορισμένου αστικού περιβάλλοντός μου, ήρθα σε επαφή με μια ομάδα ανθρώπων που έβγαζαν τα προς το ζην ως πλανόδιοι έμποροι. Άνθρωποι καλοί και κιμπάρηδες, με αίσθηση του κόπου που απαιτεί η καθημερινότητα για να τα βγάλεις πέρα, περισσότερο αναπτυγμένη και εδραία σ’ εκείνους, απ’ όσο σε οποιονδήποτε άλλον είχα ως τότε συναντήσει στη ζωή μου. Η συνεχής κίνησή τους για τις ανάγκες της εργασίας τους σε μια τεθλασμένη διαδρομή σ’ όλη την Ελλάδα της δεκαετίας του 1980, είχε ενεργοποιήσει μέσα τους μια ισχυρή πεποίθηση της εμπιστοσύνης τους σε ό,τι έκαναν, αφού άλλωστε από αυτή την για όλους εμας τους υπόλοιπους εξαιρετικά ασταθή και ρευστή συνθήκη της αέναης μετακίνησης, εξασφάλιζαν τα χρειαζούμενα. Παράλληλα, η εμπορική δραστηριότητα είχε εμφυσήσει μέσα τους ένα εξασκημένο ιδίωμα εύκολης επικοινωνίας με τον κόσμο γύρω τους αλλά κοντά σ’ αυτό και μια αναπτυγμένη διάκριση των προσώπων για τα οποία έκριναν ότι δεν είχαν κανένα λόγο να παρατείνουν την επαφή μαζί τους, είτε επειδή δεν συγκαταλέγονταν σε δυνητικούς πελάτες-αγοραστές της πραμάτειας τους, είτε επειδή απλά δεν τους άρεσε κάποιος άνθρωπος.

Ανάμεσά τους ξεχωριστή κατηγορία οι πανηγυρτζήδες! Ειδική ομάδα πλανόδιων εμπόρων, διότι γνωρίζοντας εκ των προτέρων στο πανηγύρι ποιανού άγιου θα έστηναν τους πάγκους τους και ποιά περιοχή θα επισκέπτονταν αλλά και σε τί εποχή, προσάρμοζαν το εμπόρευμα στην πελατεία τους. Για κάποια καλοκαιρινά παραθάλασσια πανηγύρια βασικό εμπόρευμα ήταν τα είδη αλιείας, τα μπανιερά, οι πετσέτες θαλάσσης και τα ψάθινα καπέλα. Στα ορεινά χειμωνιάτικα πανηγύρια τον πρώτο λόγο είχαν τα εργαλεία και ο χονδρός ρουχισμός. Όμως, σε όλα τα πανηγύρια ο βασιλιάς των εμπορευμάτων ήταν η παντόφλα! Τσόκαρα και σαγιονάρες, όπως και ζεστά πασούμια, αλλά και χνουδωτά τιρλίκια για τις κρύες νύχτες, κέρδιζαν πάντα τη μερίδα του λέοντος στις προτιμήσεις των επισκεπτών του κάθε πανηγυριού. Κι όλοι οι πανηγυρτζήδες ήξεραν καλά ότι ο προνομιούχος και πλούσιος έμπορος της κάστας τους ήταν εκείνος που πουλούσε πατούμενα, πρόχειρα και για όλες τις περιστάσεις.  

Ήμουν νέος και ήταν καλοκαίρι, η εξεταστική περίοδος για τη σχολή είχε τελειώσει και έχοντας πριν λίγο χωρίσει από έναν μακρόχρονο και βασανιστικό έρωτα, είχα άφθονο χρόνο να ξοδέψω. Κάπως έτσι, με μια διστακτική πρόσκληση που μου έκανε ο Αλέκος, ένας φίλος πανηγυρτζής, βρέθηκα να ταξιδεύω μαζί του σε διάφορες περιοχές για να τον βοηθήσω στη δουλειά του. Κι εκείνος, όντας μόνος και μακριά από τη γυναίκα του (είχαν δύο μικρά παιδιά και η συμβία, συνεταίρος και βοηθός του έμενε πίσω για να τα μεγαλώσει), στην παρέα μου έβρισκε μια λύση συνομιλητή, σε διαλόγους που αλλιώς θα γίνονταν με το φορτηγό του, το «θηρίο», όπως το έλεγε με μεγάλη τρυφερότητα για άψυχο αντικείμενο, αλλά τόσο αποκαλυπτική του σεβασμού που έτρεφε στο όχημα ως κρίσιμου αρωγού στη δουλειά του.       

Ήταν λίγες μέρες πριν τον δεκαπεντάγουστο και ερχόταν το μεγάλο πανηγύρι της Παναγιάς, το οποίο για τους πανηγυρτζήδες είναι σημείο αναφοράς για την ετήσια αποτίμηση της απόδοσης των κόπων τους όλον τον χρόνο, όταν ο Αλέκος, μετά το τέλος ενός συνηθισμένου πανηγυριού κάπου κοντά στη Λάρισα, μου ανακοίνωσε με δυσθυμία ότι είχαμε σχεδόν ξεμείνει από εμπόρευμα. Πουλούσε ρουχισμό, μπλουζάκια, μακό, σορτσάκια και μια απρόσμενη πολυκοσμία στο τελευταίο αυτό πανηγύρι είχε αφανίσει το στοκ του. Το στοκ που φύλαγε για το πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου, οπότε και οι τιμές ήταν πάντα ανεβασμένες σε σχέση με τα άλλα πανηγύρια -μεγάλη αγιοσύνη βλέπεις! Και ήταν οι μέρες τέτοιες, καρδιά του καλοκαιριού, που ούτε λόγος δεν μπορούσε να γίνει για νέο εμπόρευμα.

«Μα δεν ήταν να είχαμε πολυκοσμία στης Παναγιάς», ξέσπαγε ο Αλέκος. Στην -όπως αποδείχτηκε, αφελή- ερώτησή μου γιατί δεν ξεπουλάγαμε όσα απέμεναν και μετά να φεύγαμε για επιστροφή στην Αθήνα ματσωμένοι με όσα βγάλαμε, μου εξήγησε ότι το εμπόρευμα που είχε δεν έφτανε ούτε για να φτιάξει πάγκο. «Εμείς, Χρηστάρα, δεν έχουμε συρτάρια για να αποθηκεύουμε. Ό,τι βγάζουμε επάνω, κάθε φορά όλο το εμπόρευμα, αυτό βλέπει ο κόσμος και μας προτιμάει. Αν δεν έχουμε πολλά να μοστράρουμε, πώς να πλησιάσουν τον πάγκο»;

Μείναμε στην κατάθλιψή μας όλη την ημέρα. Την επομένη το πρωί, όμως, ο Αλέκος βρήκε τη λύση. «Θα πάω στον Στράτο! Μισή ντροπή δική μου, μισή δική του», μουρμούρισε. Με βούτηξε απ’ το χέρι καβαλήσαμε το «θηρίο» και πήγαμε καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα πιο ‘κει, σε μια αποθήκη σε περιοχή κρανίου τόπος. Καμιά εικοσαριά σκυλιά φυλάγανε τα παραπήγματα της εγκατάστασης. Ο Αλέκος σφύριξε και φώναξε μέχρι που μας έκανε την τιμή να εμφανιστεί ο Στράτος.                     

«Τί θες εδώ ρε τεμπέλαρε», είπε γελώντας. «Δεν προετοιμάζεσαι για της Παναγιάς; Αχαΐρευτε».

Μπήκαμε μέσα στην καλύβα του και καθίσαμε πάνω σε κάτι άδεια καφάσια από μπίρες.

Ο Αλέκος του εξήγησε: «Φίλε, το και το! Ξέμεινα από εμπόρευμα -μαλακία μου- και κινδυνεύω να βγάλω δεκαπεντάγουστο χωρίς μία από πωλήσεις. Εσύ που έχεις τόσα εμπορεύματα στην άκρη (χονδρέμπρος ευτελών προϊόντων ήταν ο Στράτος), θα έχεις κάτι να μου δώσεις να τη βγάλω».

Ο Στράτος, αφού το σκέφτηκε για λίγο, με περισπούδαστο ύφος ανακοίνωσε: «Σου έχω εμπόρευμα τεφαρίκι: Παντόφλα»!

Και συμπλήρωσε: «Θα μοιράσεις τον πάγκο στα δύο, από τη μία ό,τι ρουχαλάκια σου σωθήκανε, από την άλλη πατούμενο».

Έτσι και έγινε! Φορτώσαμε το «θηρίο» με παντόφλα και βουρ για το πανηγύρι -η θέση μας προπληρωμένη. Ο Αλέκος μετά με ενημέρωσε ότι ήταν μία από τις καλύτερες χρονιές του.

Ανακάλεσα την ιστορία, με αφορμή τον θαυμάσιο μουσικό με τις παντόφλες στο προεδρικό μέγαρο. Πας-παρ-του, η παντόφλα, λοιπόν, έγινε επαξίως και πρώτο θέμα της πολιτικής ειδησεογραφίας.

Καθώς σουρούπωνε, στη μέρα της 48ης επετείου από την εκδίωξη των δικτατόρων, με κυρίευσε και μένα η μελαγχολία της παντόφλας. Σκέψου, πόσες εφαρμογές άμεσα πολιτικά φορτισμένες έχει αυτό ταπεινό  σκεύος υπόδησης. Μπορεί να ‘ναι ευφημισμός για τους μπάτσους που ξυλοφορτώνουν καταμεσήμερο νεολαίους στις πλατείες. Η, ίσως, είναι ειρωνικός χαρακτηρισμός για ένα αποτυχημένο και αυτονόητα γελοίο πραξικόπημα. Υπάρχει και μια παλιά θαυμάσια ταινία με τον Λογοθετίδη, με άκρως πολιτικά μηνύματα για την εποχή στο σενάριό της. Και -μην ξεχνάμε- υπάρχουν και τόσοι πολιτικοί ταγοί ανάμεσά μας, που θα έπρεπε να τους έχουμε πάρει με την… Αυτό το τελευταίο μου φαίνεται πολύ επίκαιρο!               

 

 

 

Μια ιστορία του τηλεφώνου…

«Ωρβούρ»

Ήταν πολλά χρόνια τώρα, όταν βάλαμε τηλέφωνο στο σπίτι μας. Παιδάκι ακόμη θυμάμαι τον πενταψήφιο αριθμό. Σ’ αυτόν, αργότερα, προστέθηκαν δύο ακόμη αριθμοί …και κατόπιν ήρθε η εποχή του 210-…

Η συσκευή, ένα βαρύ τεράστιο τηλέφωνο από μαύρο εβονίτη, κουδούνιζε τόσο δυνατά, λές και για να αναγγείλει στους γείτονες ότι «βάλαμε κι εμείς τηλέφωνο»!

Ναι, από τότε οι διάφορες συσκευές του τεχνολογικού πολιτισμού μας ήταν μικροί θρίαμβοι κοινωνικής καταξίωσης και «φιγούρας», μόνο που τότε η φορητότητα ήταν αδιανόητη και έτσι δεν μπορούσες να μοστράρεις τα νέο σου απόκτημα σε κοινή θέα. Μόνη λύση γνωστοποίησης  των αποκτημάτων σου ο τεχνολογικός θόρυβος, άγνωστος ως τότε σε μια Αθήνα της αστικής συγκατάβασης και κάποιας περίεργης για τα σημερινά μέτρα ησυχίας, που όμως είχε μια ομορφιά και μια γοητεία και τελικά άφηνε πολύ περισότερο χώρο στη φαντασία του μυαλού και της ψυχής.

Για να είμαι δίκαιος και πλήρης, όμως, υπήρχαν επίσης τα αυτοκίνητα που σουλατσάριζαν στους χωματόδρομους, ως η πιο αξιοζήλευτη επίδειξη κοινωνικής απογείωσης, διά του θορύβου της μόστρας.

Η χρήση του πελώριου τηλεφώνου ήταν απλή και τα στρογγυλά καντράν ήταν εύκολα στη χρήση τους. Αυτό που αποδείχτηκε δύσκολο ήταν η εισβολή στα νοικοκυριά -ακόμη και στις πιο ακατάλληλες στιγμές- ανθρώπων που δεν τους περίμενες, ή ακόμη και αγνώστων. (Η πάντα καλοντυμένη γιαγιά ενός συμμαθητή μου, που πήγαινα τότε σπίτι του να παίξουμε ή ερχόταν εκείνος στο δικό μου -ναι, τα παιδιά παίζαμε τότε μετά το σχολείο και τα διαβάσματά μας- μια μέρα που τους επισκέφτηκα, μου εξήγησε ότι από το πρωί στολιζόταν με επιμέλεια, μήπως χτυπήσει το τηλέφωνο και την πετύχει κανένας απεριποίητη…)

Οι πιο αμήχανες στιγμές ήταν όταν σήκωνες το ακουστικό και κάποιος είχε κάνει λάθος. Μάθαμε να το αντιμετωπίζουμε με το κλισέ «λάθος πήρατε».

Πραγματικές περιπέτειες όμως ήταν οι φάρσες και οι κορτάκηδες του τηλεφώνου. Έτσι μια μέρα παρακολούθησα ένα τηλεφώνημα με στόχο τη μητέρα μου. Την άκουσα να τον πληροφορεί αξιοπρεπώς πως ήταν παντρεμένη και με παιδιά. Εκείνος επέμεινε. Στη συνέχεια έγινε πολύ φορτικός, με πολλά τηλεφωνήματα που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες. Ίσως είχε αντιληφθεί ότι ο δαίμων της κολακείας είχε επιδράμει σε μια γυναίκα βυθισμένη στη ρουτίνα της συγκατάβασης που ανέφερα πιο πάνω. Άλλωστε μεγαλώνοντας εξ ιδίων διαπίστωσα ότι η ματαιοδοξία του κάλλους γένους θηλυκού, ποτέ δεν πρέπει να υποτιμάται, στην προσπάθεια να προσεγγίσεις μια γυναίκα του ενδιαφέροντός σου -ακόμη κι όταν όλα δείχνουν ότι δεν έχεις καμιά τύχη.

Όπως και να ‘ναι, τα τηλεφωνήματα συνεχίστηκαν χωρίς σταματημό. Ο καλών έπαιρνε συστηματικά νωρίς το απόγευμα (ο πατέρας μου κατέβαινε αυτές τις ώρες στο γραφείο του καθημερινά). Εγώ που διάβαζα εκείνη την ώρα τα μαθήματά μου στο διπλανό δωμάτιο, τα άκουγα σχεδόν όλα. Και είχα αρχίσει να ανησυχώ και να προβληματίζομαι, κυρίως διερωτώμενος γιατί η μητέρα μου δεν το έλεγε στον άνθρωπο που ήταν για όλα «τα δύσκολα του σπιτιού»: τον πατέρα μου.

Τα πράγματα είχαν γίνει σοβαρά, όταν ένα απόγευμα μας επισκέφτηκε μια φίλη της οικογένειας, η Μαρίκα. Αρβανίτισσα, κοτσωνάτη και μερικά χρόνια μεγαλύτερη από τη μητέρα μου, κωλοπετσωμένη, όπως την χαρακτήριζαν οι άλλοι εν τη απουσία της.

Η μητέρα μου της εξομολογήθηκε το «πρόβλημα». Και η Μαρίκα, φύσει ακατάβλητη, της ζήτησε να την αφήσει να σηκώσει εκείνη το τηλεφωνο όσην ώρα βρισκόταν εκείνη στο σπίτι μας.

Πράγματι λίγη ώρα αργότερα ο καλωδιακός καρδιοκατακτητής ξαναχτύπησε. Το σήκωσε η Μαρίκα…  

Έστησα αυτί…

Τί γλύκες, τί σκέρτσα, τί μέλια του χάρισε του δυστυχούς επίδοξου εραστή, …δεν λέγεται! Και φυσικά, μετά απ όλ’ αυτά, ήρθε η στιγμή να κλείσουν ραντεβού.

Εγώ έντρομος και εξοργισμένος, άκουγα…

Αφού κλείστηκε και το ραντεβού, ο αποχαιρετισμός, επί τη προσδοκία της ερωτικής συνάντησης. Όπως μου αποκάλυψε πολύ αργότερα η μητέρα μου, ο δύσμοιρος γόης, που δεν πρέπει να ήταν άριστος γνώστης της γαλλικής (τότε ξένης γλώσσας της μόδας), ως πολλά υποσχόμενο αποχαιρετισμό ξεστόμισε: «Ωρβούρ».

Η Μαρίκα τον ρώτησε: «Ωρβούρ»;

«Ωρβούρ», επανέλαβε ο δυστυχής.

Η ατάραχη Μαρίκα, με ήρεμο τόνο ανταπέδωσε τον αποχαιρετισμό: «Στον κώλο σου ένα αγγούρ’».

Δεν μας ενόχλησε έκτοτε…  

 

 

 

 

(Όλα είναι μια θεατρική σκηνή κι ένα ταξίδι στα νησιά)

Ο αντίποδας

Ήταν (θυμάμαι, πώς θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω;) ένα απόγευμα σε κάποιο νησί –θα μπορούσε νά ‘ταν το οποιοδήποτε νησί. Τόπος, μια υπερυψωμένη θεατρική σκηνή στην καρδιά των μελτεμιών …αλλά επικρατούσε πλήρης άπνοια.

Ο Αντώνης, ο Κλεάνθης, ο Θόδωρος, ο Χρήστος κι εγώ ανεβήκαμε, ένα μικρό πλάτωμα της ταβέρνας απέναντι ήταν, χωρίς καμιά προσδοκία παράστασης. (Αν και η ηλικία μας και η ασυμμάζευτη  αλητεία μιας γενιάς, πάντα με έκανε δύσπιστο στη δήλωσή μας ότι ποτέ δεν ευελπιστούσαμε όλα να κατέληγαν σε μια αριστοφανική έξοδο…)

Η μοσκαριτιά, το ψηλό δέντρο με την -όση ακριβώς χρειαζόταν-  φυλλωσιά, σκέπαζε τον χώρο, ασπίδα στο βαρύ φως της ημέρας. Το δέντρο με τη γνήσια σπανιότητα της πρασινάδας του Αιγαίου, ήταν ακριβώς το σκηνικό που η μαεστρία της σκηνοθεσίας του τυχαίου είχε διαλέξει.

Σιωπή! Περίεργη ησυχία, ανακόλουθο προανάκρουσμα της επανεμφάνισης των χιλιάδων ανθρώπων, που όλη την ημέρα ως εκείνη την ώρα πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα στις παραλίες, βουλιάζοντας αδιάκοπα στη δροσιά του γαλάζιου, αναγκαία ανάσα από τον εκτυφλωτικό ήλιο της εποχής και του τόπου. Κι όμως, κάπου μακριά, μια απροσδιόριστη βοή ακουγόταν -μάλλον στο φαντασιακό μας συνέτρεχε, αλλά ποιός ψάχνει την πραγματικότητα τις ώρες των μύθων;…

Ένα μελαχρινό κορίτσι ημίγυμνο βγήκε από τη στενή πόρτα, όμηρος του υπέροχου φύλου της. Σκαρφάλωσε τα λιγοστά σκαλοπάτια και σουλατσάρισε επικίνδυνα μπροστά στα μάτια της αζευγάρωτης αντροπαρέας, διακινδυνεύοντας να ήταν εκείνη ο λόγος για τον οποίο ποτέ δεν θα συνέβαιναν όσα ακολούθησαν. Τα καφεδάκια και ποτήρια με διάφανο νεράκι, σε λίγο έφτασαν.

Κι όσο το φως αποσυρόταν, τόσο πιο πολύ έμοιαζε το πλάτωμα να υψώνεται ακόμη περισσότερο. Στο τέλος, λίγες στιγμές πριν τα φώτα σβήσουν εντελώς κι ανάψει η ράμπα, έριξα μια ματιά μακριά και είδα πως βρισκόμουν πάνω σ’ έναν δίσκο, που μόνον ένα τρεμάμενο παλαμάρι κρατούσε δεμένον στην ξηρά.

Συνεχίσαμε με μια καράφα κρασί και δυο-τρία μεζεδάκια. Μετά βγάλαμε τις κιθάρες.

«Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού

σβήνω κοιτώντας τα νερά…»

Δεν φαινόντουσαν πια παρά μόνο τα φώτα από μακριά, στο βάθος…

…Κι άρχισαν να έρχονται! Ξεπρόβαλαν απ’ όλες τις γωνίες ήσυχα και έπαιρναν τις θέσεις τους.

«Η Κατερίνα και η Ζωή,

τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία,

ω τί χαρούμενη ζωή

χτυπάς φτωχή καρδιά με βία».

Το ημίγυμνο κορίτσι άφησε τη νωχέλεια που είχε στο σούρουπο και άρχισε να τρέχει κουβαλώντας τις καράφες και τα συνοδευτικά.  

Σε λίγο ήταν όλοι εκεί! Γέλια και φωνές. Τραγούδια και αγκαλιάσματα. Μια πληθωρική μαυρομάλλα κάθισε δίπλα στον Αντώνη και χτύπησαν τα ποτήρια τους. Ήταν το σύνθημα ν’ αρχίσουμε.

«…και μέσα στο φτερούγισμα

τριαντάφυλλα σκορπίζουν…»

Με ξαναμμένα δάχτυλα και ζεσταμένη φωνή συνέχιζα. Έρχονταν το ένα μετά το άλλο. Τα τραγούδια, οι μεζέδες και τα αγκαλιάσματα. Η μικρή ταράτσα έγινε η περιστασιακή πρωτεύουσα του αρχιπελάγους. Λες και τραγουδούσαν μαζί μας οι θαμώνες της νυχτερινής παραλίας στο απέναντι νησί.

«Ντουνιά ανακριτή,

Γιατί ρωτάς, γιατί;…»

Έτσι πέρασαν οι ώρες!

Κάποτε σήκωσα το κεφάλι και είδα να χαράζει. Κι όλοι είχαν μείνει εκεί. Κανένας δεν σκεπτόταν καν να φύγει.

Θυμήθηκα κάτι που μου ‘χε κάποτε πει ο Ιορδάνης, ένα βράδυ πριν αρχίσουμε να παίζουμε στη Λέσχη. «Όταν φέγγει θα το γυρίζεις σε χιτζάζ…»

Τα δάχτυλα πήγαν από μόνα προς τα ‘κεί.

…Κι ο κόσμος άρχισε αργά και απλά να ξεμακραίνει.  

Κατόπιν βάλαμε τα όργανα στις θήκες  κι αρχίσαμε, όλοι μαζί με τους άλλους, να κατηφορίζουμε με τα πόδια προς τη θάλασσα.

Ξεθεωμένοι, ανοίξαμε τους σάκους μας κάτω απ’ τα πρώτα αρμυρίκια που συναντήσαμε, με την αστεία ελπίδα μπας και μας πάρει λίγο ο ύπνος.      

Για λίγη ώρα, χάχανα και πρωινιάτικες ανοησίες παρά θιν’ αλός…

Είδαμε από μακριά, από την άλλη άκρη της παραλίας, μια σκιά (δεν φαινόταν καλά, ο λαμπρός ήλιος είχε αρχίσει να επιτελεί το αμείλικτο έργο του, της τύφλωσης όταν τον κοιτάς κατάματα).

Η οπτασία βήμα-βήμα πλησίασε. Ήταν το κορίτσι της ταβέρνας.

Άφησε ήσυχα δίπλα μας πάνω στη άμμο ένα μπουκάλι κρασί.

«Παιδιά, σας ευχαριστώ για τη νυχτιά…»

___________________________________

(Αφιερωμένο στα παιδιά μου, που η σημερινή έγκλειστη συγκυρία απειλεί να μην τα αφήσει να ζήσουν τις δικές τους νυχτιές. Και με την ελπίδα ότι τελικά θα τις βιώσουν)   

-Στη φωτογραφία μερικά από τα οργανάκια μου

 

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 16

- Οι αντινομίες ανάμεσα σε μια επαναστατική στιγμή -που στην Ιστορία δεν μπορεί παρά να ‘ναι «στιγμή» και μόνο «στιγμή»- (η «διαρκής επανάσταση» απεδείχθη πομφόλυγα που στο τέλος καταλήγει σε ήττες των λαϊκών κινημάτων), και στην ανάγκη μια επαναστατική ηγεσία να διαχειριστεί τις συλλογικές υποθέσεις ενός κράτους, είναι -θαρρώ- το δίδαγμα από την περιπέτεια του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Ο μεσόκοπος άνδρας είχε ξεκινήσει…

- Στην περίπτωση της Ρωσίας η μεταμφίεση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας σε τόσο σύντομο χρόνο και με τόσο ραγδαίο τρόπο, από μια τυπική φεουδαρχία σε λειτουργικούς μηχανισμούς αναδιανομής του πλούτου υπέρ των φτωχών, είναι -από την άλλη μεριά- ό,τι εγώ προτείνω να κρατήσουμε ως θετικό στοιχείο, απ’ όσα έλαβαν εκεί χώρα, παγιώθηκαν και συντηρήθηκαν για 80 χρόνια…

- …Να σου ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι χωρίς προσφυγή στην εξατομίκευση των θετικών και των αρνητικών σημείων μιας πολιτικής πρακτικής που ενδύεται τον τύπο ενός καθεστώτος, δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω κάποια συζήτηση μαζί σου σχετικά με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», διέκοψε ο νεαρός!...

- …ούτε εγώ, είπε ο μεγάλος.

Και συνέχισε…

- Γνωρίζω εξ ιδίων -είχα άλλωστε την ευκαιρία να το δω ιδίοις όμμασι- ότι η καθεστωτική αντίληψη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής και κοινωνικής διεργασίας (είχε καταστεί δηλαδή αντεπαναστατική), ώστε να τολμά να κάνει λόγο για τη σύγκριση ανάμεσα στα 200 έτη από την αστική γαλλική επανάσταση και τα μόλις 80 της επανάστασης των μπολσεβίκων. Οι τότε συνομιλητές μου από το πολιτμπιρό του ΚΚΣΕ μου ζητούσαν, ούτε λίγο-ούτε πολύ, να σκεφτώ ότι ήταν άδικη η σύγκριση της ποιότητας δημοκρατίας στη Δύση με την ποιότητα δημοκρατίας στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, επειδή στην τότε κομμουνιστική Ρωσία είχαν λιγότερο ιστορικό χρόνο στη διάθεσή τους για την αστικοδημοκρατική ωρίμανση! Κι όταν εγώ τους έλεγα ότι η πολιτική επαγγελία τους στο θεωρητικό πεδίο ήταν ακριβώς η αποφυγή αυτής της αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης, με αντιμετώπιζαν σαν «αριστεριστή», τροτσκιστή συνήθως, ανάλογα με τη θεωρητική κατάρτιση του συνομιλητή μου στον επιστημονικό σοσιαλισμό…

- Μου λες, δηλαδή, ότι κριτική για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» από σοσιαλιστική σκοπιά είναι άνευ σημασίας, απλά διότι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» είναι δεξιά πολιτική, ρώτησε -εν πολλοίς συμπερασματικά- ο νεαρός.

- Σ’ ευχαριστώ για την αμεσότητα κατανόησης, δήλωσε ο άλλος.

Και εν είδει επιστεγάσματος προσέθεσε.

- …άλλωστε, σ’ αυτό το πεδίο σύγκρισης επιπέδων εισοδήματος μεταξύ πολιτών της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης, αποδέχτηκε εξ ιδίων την πρόκληση ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» να δώσει τη μάχη με τον αντίπαλό του καπιταλισμό, και ηττήθηκε. Δεν δικαιούται, λοιπόν, να διατείνεται πως αδικήθηκε.

Ερχόταν η σειρά του αντιλόγου. Και η άλλη μεριά του τραπεζιού δεν παρέλειψε να ανταποδώσει…

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 15

- Παρ’ ότι περί Πολιτισμού ο λόγος, επιμένεις στις πολιτικές αναφορές, δήλωσε ο μεσόκοπος άνδρας ψέγοντας με μια τρυφεράδα τον νεαρό. Η μεταπήδηση από τον Πολιτισμό στην Πολιτική, δεν είναι δείγμα άλκιμων επιχειρημάτων σχετικά με τις ανθρώπινες αισθητικές αξίες, παλικάρι μου, προσέθεσε.

…κοντοστάθηκε για λίγο! Έμπαιναν σε βαθιά νερά, το γνώριζε και δεν ήταν σίγουρος ότι θα ήθελε να κατευθυνθούν σε τέτοια πορεία οι νοητικές διαδρομές που θα ακολουθούσαν από ‘δω και πέρα οι διάλογοί τους, με τον συγκεκριμένο συνομιλητή. Το μήνυμα, άλλωστε, ότι προχωρούσαν σε τέτοια κατεύθυνση το ‘χε στείλει και ο νέος απέναντί του. Οι επιφυλάξεις είχαν αμοιβαίο χαρακτήρα…

 

Η λίγη ώρα, που στη διάρκειά της και οι δύο αναλογίζονταν τον επόμενο κύκλο του κοινού χρόνου που θα μοιραζόντουσαν, κύλησε σε σιωπή! Αναγκαίο κενό για τη λήψη της οριστικής απόφασης έως πού θα έφθαναν αλλά και για κερδηθεί λίγο φαιά ουσία επενδεδυμένη στο νέο αντικείμενο της συζήτησης που είχε αναφυεί από την αντιπαράθεση σχετικά με ό,τι και οι δύο αντιλαμβάνονταν υπό τον όρο «υπαρκτός σοσιαλισμός», με αφορμή μια συζήτηση με επίκεντρο τον Πολιτισμό.

 

- Μια καθαρά πολιτική κουβέντα, λοιπόν, έσπασε πρώτος τη σιωπή ο μεγάλος…

 

- Μού φαίνεται πως είναι αναπόφευκτη, ψιθύρισε ο μικρός…

 

Λίγος χρόνος ακόμη, κενός περιεχομένου ομιλίας, προς χάριν των απαραίτητων εμπεδώσεων…

 

- Ας το πάμε!...

 

- Προηγουμένως, με κάποιαν ανάλογη αφορμή, είχα πει πως θα χρειαζόταν να μιλήσουμε για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό»! Έτσι δεν είναι;…

 

Μιλούσε ο ώριμος.

 

- Ακριβώς! Ήταν η πρώτη επαφή μας με τον χώρο της Πολιτικής, επ’ ευκαιρία του διαλόγου που είχαμε για τη «στρατευμένη τέχνη», επικύρωσε ο νέος.

 

Ο άλλος έπιασε το νήμα…

 

- Ξέρεις, …πριν πούμε ο,τιδήποτε, χρωστώ μιαν εξήγηση για την επιφύλαξή μου να συζητήσουμε εμείς οι δύο πολιτικά. Είναι γιατί η Πολιτική τρέφεται και ανασαίνει από τις αντιπαραθέσεις ιδεών. Και σήμερα, ελλείψει ιδεών, οι αντιπαραθέσεις μένουν γυμνές διακυβευμάτων και ξοδεύονται ασυλλόγιστα σε διαξιφισμούς εντυπώσεων. Είναι μια πολιτική συζήτηση με την Πολιτική …απούσα! Και σ’ αυτήν τη συζήτηση πια, ελέω τηλεόρασης και άλλων μέσων συλλογικής επικοινωνίας, παίρνουν μέρος πρακτικά όλοι οι πολίτες. Διατρέχουμε, δηλαδή, τον κίνδυνο μιας άσκοπης εχθρότητας μεταξύ μας, αφού και οι δύο σε τούτο το περιβάλλον της ιδεολογικοπολιτικής ξηρασίας θα ανταλλάξουμε απόψεις…

 

Ο μεγάλος άνδρας, σταμάτησε και πάλι για λίγο. Οι λέξεις λες κι έβγαιναν από το στόμα του με δυσκολία. Οι ασυμβατότητες δεν ήταν μόνον ηλικιακές. Δεν ήταν απλά ότι θα μίλαγαν για γεγονότα που ο ένας είχε ζήσει και ο άλλος όχι, και τα έβλεπαν και οι δύο μέσα απ’ τις παραμορφωτικές διόπτρες του χρόνου που εν τω μεταξύ είχε κυλήσει, συμπαρασύροντας βεβαιότητες –ανάμεσά τους ακόμη και μερικές που έμοιαζαν αναλλοίωτες όταν εμπεδώνονταν. Ήταν, ακόμη, ότι και τα παλιότερα εκείνα ιστορικά γεγονότα, που κανένας τους δεν είχε βιώσει, οι μεγάλες καμπές εξέλιξης, οι επαναστάσεις, οι αντεπαναστάσεις, οι θρίαμβοι και οι απογοητεύσεις, που έμμεσα υπήρξαν και οι δύο κοινωνοί τους, και που σήμερα φαινόταν να τις επανααφηγείται η γραφίδα του ιστορικού, προς χάριν σκοπιμοτήτων του τωρινού συρμού.

 

Ο κίνδυνος, δηλαδή, να κατισχύσουν οι παρεξηγήσεις των εξηγήσεων, ήταν μεγάλος.

 

…αλλά πάλι, πώς να αποφύγουν τέτοιον διάλογο, δύο πολίτες του μικρού πλανήτη της παγκοσμιοποίησης;…

(...συνεχίζεται...)

 

 

Διάλογος εν χρόνω 14

Ο νέος μετρούσε όσα είχε πει ο συνομιλητής του. Δεχόταν -αν και ανομολόγητα- πολλά σημεία της θέσης του άλλου. Και όσο κι αν αυτό ήταν στη διμερή αντιπαράθεση που εξελισσόταν μια «ήττα απόψεων και αντιλήψεων», πράγμα καθόλου ευχάριστο, την ίδια στιγμή αισθανόταν και την ικανοποίηση μιας αόριστης δικαίωσης...

- Νομίζω πως όσο σε αδίκησα εγώ με την αναφορά μου περί άκριτης αποδοχής από μέρους σου της «στρατευμένης τέχνης», άλλο τόσο με αδικείς κι εσύ, αποδίδοντάς μου ισοπεδωτική αντίδραση όποτε περί συλλογικού Πολιτισμού αξιώσεων ο λόγος ανάμεσά μας, απάντησε σε χαμηλό τόνο. Και συνέχισε...

- Μπορώ, βεβαίως, να διακρίνω και να ενστερνιστώ ως θετικό γεγονός το ότι αποτέλεσμα ακόμη και του καθόλου γοητευτικού και ίσως ακόμη και μισητού «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» που άνωθεν και διά του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης) επέβαλε ο σταλινισμός στη Σοβιετική Ένωση ως σύστημα αισθητικών προτύπων, είναι ότι τα παιδιά των Μογγόλων, των Γεωργιανών, των Ουζμπέκων, των Αρμενίων, των Αζέρων και τόσων άλλων καθυστερημένων ασιατικών λαών που συμπεριελήφθησαν στην ΕΣΣΔ (Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών), σήμερα αποδεικνύεται πως έχουν διδαχτεί μπαλέτο, κάποιο μουσικό όργανο, κλασσικό τραγούδι, σκάκι, ...που υπό διαφορετικές συνθήκες ασφαλώς δεν θα είχαν διδαχτεί πουθενά άλλου εκείνην την εποχή.

 

- ...και με την προσθήκη -που σε καλώ να συνεκτιμήσεις- ότι σήμερα για τα παιδιά των ίδιων -ανεξάρτητων σήμερα- ασιατικών χωρών που προανέφερες, τέτοιες σπουδές σε κλασσική καλλιτεχνική παιδεία, κάθε άλλο παρά δεδομένες είναι, παρενέβη ο μεγάλος άνδρας!...

 

Ο νεαρός αναλογίστηκε τη βασιμότητα της παρέμβασης του άλλου...

- Το χρονικά αθροισμένο επίπεδο μαζικού Πολιτισμού, δεν δικαιώνει τους ταγούς του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», φίλε μου, αντέτεινε. Ένα σημερινό παιδί σε κάποια πόλη της δυτικής Ευρώπης, υπερτερεί κατά πολύ σε γνώσεις και σπουδές κλασσικής παιδείας, σε σύγκριση μ’ ένα παιδί σε κάποια πρωτεύουσα μιας πρώην σοβιετικής δημοκρατίας...

 

Ο μεγάλος άνδρας άδραξε την ευκαιρία!

- ...δεν θα το απέδιδα στους κομμουνιστές αυτό, αλλά στους επιγόνους τους, είπε σε μάλλον αυστηρό ύφος...

 

Ο νέος δεν άφησε την πρόκληση να περάσει έτσι...

- Μα, καλέ μου φίλε, αν εκείνοι δεν εμερίμνησαν να καταστούν αυτές οι εξειδικευμένες σπουδές υψηλού επιπέδου στη χαμηλή εκπαιδευτική βαθμίδα -που ομολογουμένως δομούν συλλογικό Πολιτισμό άξιο λόγου- θεσμοθετημένες σταθερές αναφορές του εκπαιδευτικού συστήματος που επί εξήντα έτη οικοδομούσαν, τότε τί άλλο απο αποτυχία είναι αυτό;...

 

Είχε θέσει το ρητορικό ερώτημα και ανέμενε την αντίδραση του άλλου με μεγάλο ενδιαφέρον, τελώντας εν γνώσει του ότι είχε προχωρήσει πολύ!...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 13

...Ο μεγάλος άνδρας, ωστόσο, είχε μία ακόμη απαντητική αναφορά στις ενστάσεις που πρόβαλε ο φίλος του.

- Σφάλλεις, εάν νομίζεις πως επαινώ χωρίς δεύτερη σκέψη, όπως είπες, ό,τι ονομάζουμε «στρατευμένη τέχνη». Μιλώντας για το φαινόμενο αυτό, κρατώ τη μοναδικότητά του όπως εκδηλώθηκε εις τα καθ’ ημάς, και απορρίπτω διαρρήδην τις προσομοιώσεις με παλιότερα περιστατικά, αλλού, που μόνο άγονες και αδόκιμες ταυτίσεις θα μπορούσαν να δοκιμάσουν. Με αδικείς, λοιπόν, στο σημείο αυτό, αν και αντιλαμβάνομαι ότι το λάθος σου εξηγείται πιθανότατα από τον θυμό που προξενούν στον καθένα οι ψηλοί τόνοι τον κομματικών σχηματισμών που ομνύουν στο όνομα της «στρατευμένης τέχνης». ...Όμως, εγώ δεν λέγω αυτό!...

 

Μια γουλιά για να καθαρίσει η φωνή...

 

- Εγώ, αντίθετα, σ’ αυτά που συνέβησαν εδώ, σε μας, διακρίνω ένα σπάνιο στοιχείο ιστορικής «διακρισιμότητας»: Πως ξεχωρίζει ο αυθόρμητος και «από τα κάτω» χαρακτήρας τους, προσδίδοντας στο φαινόμενο τον τύπο «κινήματος λαϊκού Πολιτισμού» αναφοράς. Δεν ήταν καμιά ηγεσία που το πλάσαρε στον κόσμο, άνωθεν. Κι αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά που προσφέρει και τη μοναδικότητα που επισημαίνω. Ξέρεις, καλέ μου φίλε, ακόμη κι αν μπορούσε ένας αρχηγός από καθέδρας να συγκροτήσει σύστημα αισθητικών προτύπων, προσφερόμενων οργανωμένα για κατανάλωση προς και από τους πολίτες, ακόμη κι αν τέτοιας μορφής αισθητική μπορούσε να απεκδυθεί τον τύπο της ως γέννημα εξουσίας, θα είχε να αντιμετωπίσει την επιφύλαξη των δυνάμει καταναλωτών της, επειδή ακριβώς θα ερχόταν «από τα πάνω»...

 

Ο νεαρός τον διέκοψε σε έντονο ύφος:

- Μοναδικότητα βρίσκεις σε κάτι που ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα έλαβε χώρα στην Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ως «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», αλλά και αργότερα εκδηλώθηκε στην Κίνα με την «Πολιτιστική Επανάσταση»; Απορώ πως εσύ που γνωρίζεις Ιστορία έχεις τόσο επιλεκτική μνήμη!...

 

Η φωνή του άλλου πήρε έναν επεξηγηματικό τόνο.

 

- Κατ’ αρχάς, καθόλου δεν ταυτίζονται ο κομμουνιστικός «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» με την «Πολιτιστική Επανάσταση»! Θα πω περισσότερα σχετικά μ’ αυτό, ίσως αργότερα. ...αλλά για την ώρα ας μείνουμε στη μοναδικότητα της δικής μας «στρατευμένης τέχνης», που θεωρώ μείζονος σημασίας. Η διαφορά με τα ιστορικά παραδείγματα που επικαλέστηκες -το είπα και πριν- είναι πόθεν το σύστημα αισθητικών αξιών; Προέρχεται από την ασκούσα πολιτική εξουσία ηγεσία ή από τον κόσμο των πολιτών; Εδώ είχαμε ένα κίνημα πρωτοφανούς αυθορμητισμού, που έφερε τον λαϊκό Πολιτισμό στο επίκεντρο της πνευματικής ζωής. Μιλώντας σε μάλλον συμβολικό τόνο -και για εμένα τα σύμβολα, όποτε περί Τέχνης ο λόγος, βαρύνουν πολύ- θα συνέκρινα το δικό μας «κίνημα λαϊκού Πολιτισμού», με τις ιστορίες δημοκρατικής ωρίμανσης που έζησε όλη η Ευρώπη, σε Ανατολή και Δύση, από τα τέλη ήδη της δεκαετίας του 1960 και με κεντρικό σημείο αναφοράς τον Μάη του ’68. Γνωρίζεις βέβαια ότι εμείς λόγω του τυραννικού καθεστώτος δεν βιώσαμε ανάλογες στιγμές δημοκρατικών ωριμάνσεων. Κι όταν οι βιαστές της δημοκρατίας μας εξαλείφτηκαν η πολιτική πτυχή του εκδημοκρατισμού υπηρετήθηκε εις τα καθ’ ημάς από ένα κίνημα με αισθητικά προτάγματα, πρωτοφανούς λαϊκής στήριξης, αντί της πολιτειακής αποκατάστασης, που άλλωστε εκφραζόταν ταυτοχρόνως και εκ παραλλήλου με την ανατροπή των συνταγματαρχών...

(...συνεχίζεται...)

 

 

 

Διάλογος εν χρόνω 12

Στο πλαστικό ημίφως του απρόσωπου χώρου -οι λιγοστές ακτίνες έφταναν έως εδώ από την αντηλιά, έξω- οι δύο άντρες αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλον σε μιαν αέναη διαπάλη χωρίς νικητή, που, όμως, έκανε και τα δύο μέρη να αισθάνονται πώς ό,τι και να λεγόταν εδώ άξιζε τον κόπο. Δεν ήταν κουρασμένοι, ούτε και οι αντιπαραθέσεις τους έμοιαζαν ανούσιες. Ο νέος γύρος διαξιφισμών ανάμεσά τους φαινόταν να ξεκινάει με καλούς οιωνούς. Αφορμές για νέα πάθη ιδεών δίνονταν ήδη πολλές. ...αλλά κι η εξάρτηση από μια κλωστή ήθους που θα απέτρεπε έναν ανούσιο και αχρείαστο καυγά, ήταν αρκετά κοπιαστική για να παρέρχεται χωρίς καμιά φθορά. Αμυχές μικρών εγωιστικών πληγμάτων ήταν άλλωστε ορατές, ακόμη κι απ’ τον παγωμένο σ’ αυτήν την αίθουσα χρόνο. Οι απόψεις που έρρεαν από τις μικρές αυτές πληγές δεν θα επουλώνονταν ποτέ, ει μη μόνον εάν η θεραπεία τους ερχόταν σε μια ταυτόχρονη και αυτοματοποιημένη ίαση –εκείνο που ονομάζουμε δικαίωση. Δικαίωση παράλληλη και με τις επιρροές της να ξεχύνονταν παντού, παρ’ ότι εξ αρχής ήταν μια κλειστή συζήτηση.

 

Ύστερα ο μεγάλος άνδρας δήλωσε:

- Δεν ξέρω πώς ακριβώς αντιλαμβάνεσαι τον όρο «στρατευμένη τέχνη» -δεν θα διαφωνούσα και φανατικά από τον τρόπο που το βλέπεις. ...αλλά, αν ήταν η «στρατευμένη τέχνη» εκείνη που έκανε εκατομμύρια ανθρώπους, από κάθε κοινωνική τάξη και οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία, να τραγουδούν μαζικά τους στίχους του Ελύτη, του Βάρναλη, του Σεφέρη, τότε όλα καλά καμωμένα! Σε κάποια παλιότερη συζήτησή μας σου είχα περιγράψει τις αλλεπάλληλες αφίξεις των κατάφωτων συρμών του ηλεκτρικού σ’ έναν σταθμό, για να φτάσουν στο κοντινό γήπεδο προς χάριν μιας λαϊκής συναυλίας. Ήταν το ίδιο γήπεδο -αν κάτι λέει αυτός ο συμβολισμός- όπου λίγο καιρό νωρίτερα μια δικτατορία κρατούσε σε περιορισμό εκατοντάδες πολίτες, έχοντας μετατρέψει τον αγωνιστικό χώρο σε μια αυτοσχέδια φυλακή. Ήταν ένας παλλόμενος κόσμος εκείνος, φίλε μου. Τόσο πολλοί, τόσο διαφορετικοί ανάμεσά τους (κάθε ένας και μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου-πολίτη) και με τόσο κοινές αναφορές μεταξύ τους, είναι ωραία στιγμή του ιστορικού χρόνου, θα συμφωνήσεις...

 

- Αν εννοείς την παρακίνηση σε μια μαζική διασκέδαση, που υπακούει σε αισθητικά δεδομένα μιας αξίας, ασφαλώς συμφωνώ!

 

Ο νέος είχε συναινέσει ανυπόκριτα.

 

- ...όμως, ως περιστατικό μαζικής καλλιέργειας ενός κόσμου, δεν θα το επαινούσα χωρίς δεύτερες σκέψεις, όπως κάνεις εσύ. Η συνέχεια έδειξε ότι η απόσταση αυτών των ομαδικών διασκεδάσεων από τη χυδαιότητα είναι μικρή και εύκολα ο κόσμος ρέπει στη φθήνια της εμπορευματοποίησης.

 

Ο μεγάλος άνδρας αντέδρασε:

- Οι ωραίες στιγμές στον συλλογικό Πολιτισμό, είναι μόνο στιγμές. Άλλη υπόθεση η καλλιέργεια, του καθενός ανθρώπου, μεμονωμένα, που αθροίζεται ως μορφωτικό επίπεδο σε αριθμό πληθυντικό και χρονικές αναφορές του έχει αυτό που λέμε «εποχή»...

 

...Ύστερα απ’ αυτήν την αναφορά, τα δύο μέρη του μικρού τραπεζιού έμειναν με τις σκέψεις των αναλογισμών που είχαν γεννήσει οι απόψεις που είχαν ανταλλάξει. Όλα, όμως έδειχναν πως αυτό το ετάπ του διαλόγου θα είχε συνέχεια...

(...συνεχίζεται...)

 

 

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας