Ρεαλισμός και κρίση (Α΄ μέρος)

 Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Ολοένα και συχνότερα ακούω (ιδίως μετά τις εκλογές) την προτροπή προς την κυβέρνηση «να δείξει ρεαλισμό» στις αποφάσεις της, κατά τη σκληρή διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με τους ευρωπαίους δανειστές μας.

 Για να είμαστε ειλικρινείς, η έννοια του «ρεαλισμού» (όπως την εννοούμε στην Πολιτική σήμερα στην Ελλάδα), πρωτοεμφανίστηκε παρ’ ημίν επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη! Ήταν η εποχή που το τότε νεοπαγές «κυβερνητικό σύστημα» περί τον πρωθυπουργό, σε αγαστή συνεργασία με το σύνολο περίπου του μηχανισμού ενημέρωσης της κοινής γνώμης, εξεδήλωνε εκείνην την «παιδευτική στάση» του απέναντι στο «πόπολο των ατάκτων» (δηλαδή του πολιτικού και κοινωνικού χώρου που είχε κληρονομήσει ο τότε πρωθυπουργός από τον Ανδρέα Παπανδρέου).

Η διδαχή μέσες-άκρες ήταν: «Δεχτείτε σήμερα μια ζημία, για να πάει καλύτερα η χώρα και όλοι μας στο μέλλον». (Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνης της αντίληψης των πραγμάτων υπήρξε το σύνθημα «ισχυρή Ελλάδα», που επιστράτευσε το «σημιτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ.» στις ευρωεκλογές).

[Την μη αποδοχή τούτης της πρόσκλησης από τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις προς τις οποίες απευθυνόταν, επικαλούνται σήμερα τα απομεινάρια του λεγόμενου «εκσυγχρονισμού» για τη σημερινή ταλαιπωρία της χώρας. Δηλαδή, επειδή οι μικρομεσαίοι της περιόδου ένταξης στη ζώνης του ευρώ, απέρριψαν τον «ρεαλισμό» μικρότερης συμμετοχής τους στην κατανομή των αναπτυξιακών πλεονασμάτων εκείνης της εποχής, είναι αυτοί που θα πρέπει να ενοχοποιηθούν για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό από το 2004 και εντεύθεν!].

Προς επίρρωση τούτης της άποψης επιφορτίστηκαν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης να «αποδείξουν»:

- γιατί το δημόσιο είναι σπάταλο -ενώ οι ιδιώτες θα έκαναν την ίδια δουλειά πολύ φθηνότερα-,

- γιατί η εγκατάλειψη της «πρότασης Σπράου» για το ασφαλιστικό (που επίσης απερρίφθη και τελικά εγκαταλείφτηκε και από τον ίδιον τον Κώστα Σημίτη) συνιστά την εξήγηση της σημερινής κατάρρευσης του συστήματος κοινωνικής μέριμνας, υπό την εγγύηση του δημόσιου τομέα. (Ασχέτως του ότι την ίδια περίοδο οργίαζε η εισφοροδιαφυγή του ενάμισι εκατομμυρίου νεοαφιχθέντων οικονομικών μεταναστών -κυρίως από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης- προς άμεση ενίσχυση των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, και παρ’ ότι τότε εγράφοντο αναπτυξιακές επιδόσεις της τάξης του 3-4% και υπήρχε υπερεπάρκεια ρευστότητας, ώστε οι εργοδοτικές εισφορές να μπορούσαν εύκολα και χωρίς επίπτωση στα οικονομικά των επιχειρήσεων να καταβληθούν. Κι ολ’ αυτά ενώ καμιά ουσιαστική προσπάθεια για την περισυλλογή των χαμένων εισφορών δεν ελάμβανε χώρα από την κυβέρνηση, που την ίδια ώρα ζητούσε αύξηση της συμμετοχής των εργαζομένων στις δαπάνες των ταμείων τους),

- γιατί γενικώς ο τρόπος προαγωγής της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας θα έπρεπε να στηριχτεί πρωτίστως στο ενιαίο νόμισμα (με την άλλη παράλληλη ενοποιητική διαδικασία, την πολιτική ενοποίηση -σχέδιο ευρωπαϊκού συντάγματος ντ’ Εστέν-, να φθίνει και τελικά να εγκαταλείπεται). [Κατά τραγική ειρωνεία, την ταφόπλακα στην πολιτική ενοποίηση έθεσαν τα «όχι» στο σχέδιο ευρωπαϊκού συντάγματος ντ’ Εστέν, που έδωσαν τα δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία (δηλαδή, δύο από τις χώρες που βρίσκονται στον πυρήνα του ευρώ). Με αποτέλεσμα όλη η διαδικασία ενοποίησης να προωθηθεί από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, με πρωτοβουλία της Γερμανίας και με έναν και μόνον «ενοποιητικό παράγοντα»: το ενιαίο νόμισμα].                                   

 Ο «ρεαλισμός» αυτός, ο ίδιος στο ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενό του, προσαρμοσμένος στις σημερινές «συστημικές ανάγκες» έχει, λοιπόν, «μεταμφιεστεί» στην επιλογή των σκληρών περιοριστικών πολιτικών στην ευρωπαϊκή οικονομία της κρίσης: Με το εξής περίπου περιεχόμενο: Πληρώστε τώρα εσείς οι μικρομεσαίοι κατά συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος συμμετοχής σας το κόστος διάσωσης του ενιαίου νομίσματος, …αφού δεν το κάνατε την προηγούμενη δεκαετία!…

Και ο αμοραλιστικός αυτός «ρεαλισμός», συνοδεύεται από την επωδό: Αν δεν πληρώσετε σεις οι μεσαίες κοινωνικές και εισοδηματικές τάξεις το κόστος της διάσωσης του ενιαίου νομίσματος, θα τεθείτε εκτός της ευρωζώνης!

(Συνέχεια στο Β΄ μέρος)

Ρεαλισμός και κρίση (Β΄ μέρος)

 Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 Ο «ρεαλισμός», επομένως στην εποχή της κρίσης, δεν είναι άλλο παρά μια προσέγγιση οικονομικής διαχείρισης της κρίσης του ενιαίου νομίσματος, με έμφαση στην προσπάθεια του κυρίαρχου συστήματος να εξασφαλίσει τους πόρους διάσωσής του μέσω της αποκόμισης μέρους των εισοδημάτων των μικρομεσαίων και αφήνοντας κατά βάσιν αλώβητες:

- τις οικονομικά ανώτερες τάξεις της ευρωζώνης,

- τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, και τέλος

- τις ισχυρότερες οικονομικά χώρες του ενιαίου νομίσματος (που πλασσάρονται και ως οι εγγυητές της ευρωστίας του ευρώ).             

Χωρίς εξαντλητική πολιτική αξιολόγηση του εν λόγω «ρεαλισμού» και των οικονομικών συνεπειών της εφαρμογής του επί των κοινωνιών της γηραιάς ηπείρου και επί του καπιταλισμού της ευρωζώνης, δεν θα μπορούσαν αρθρωθούν σοβαρές κριτικές αναφορές στο υπό διερεύνηση πεδίο.

Παλιότερα αυτό δεν ήταν εφικτό, διότι η κρίση δεν ήταν αντιληπτή παρά ως πρωτοφανές και απρόσμενο περιστατικό της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης. (Και όχι ως σύμπτωμα νομισματοπιστωτικής ανωριμότητας και πολιτικής ανετοιμότητας των υπό ενοποίηση κρατικών συστημάτων να χειριστούν από κοινού τα προβλήματα που ανεφύησαν). Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό και ενδεικτικό ότι οι ηγεσίες της Ε.Ε. αρχικώς χειρίστηκαν την ίδια την κρίση, ως «εισαγόμενη από τις Η.Π.Α.» και εν συνεχεία ως απόρροια πιέσεων από ασυμβατότητες με όμορα νομισματοπιστωτικά συστήματα της ζώνης του ευρώ (βρετανική λίρα, ρούβλι κ.λπ.) και όχι ως εγγενή αδυναμία του ευρώ να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας κλασσικής περίπτωσης κυκλικής καπιταλιστικής κρίσης. (Για παράδειγμα, η απόπειρα να επιτευχθεί δημοσιονομική περιστολή με ταυτόχρονη επιδίωξη  της αναπτυξιακής επανενεργοποίησης -στις χώρες του Νότου με καθαρή εσωτερική υποτίμηση- ποτέ άλλοτε στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού δεν έχει επιχειρηθεί. Και εν μέρει η πρόσδεση της ευρωπαϊκής αριστεράς (πρωτίστως του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που πρώτος δοκιμάζεται σε διαδικασίες διακυβέρνησης) σε νεοκεϋνσιανιστικά μοντέλα οικονομικής πολιτικής ως προτιμητέες μεθόδους αντιμετώπισης της σημερινής κρίσης, επιβεβαιώνει δύο πράγματα: α. την αποτυχία του παραδοσιακού καπιταλισμού και των πολιτικών εκφραστών του στην ευρωζώνη, και β. την ιδεολογικοπολιτική χρεοκοπία της πάλαι ποτέ κραταιάς ευρωπαϊκής αριστεράς να διαμορφώσει ουσιαστική εναλλακτική πολιτική πρόταση για την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία, με επιπτώσεις ροπής προς λαϊκίστικες συντηρητικές πολιτικές και επικοινωνιακού τύπου (κυρίως) νομιμοποιήσεις της ατζέντας περί «κωλοτούμπας» -ήδη στην Ισπανία οι Podemos δέχονται κριτική ακόμη και προεκλογικά για υπαναχωρήσεις από προηγηθείσες δεσμεύσεις τους και επιχειρούν κάποιαν αποστασιοποίηση από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.).  

Σήμερα, όμως, υπάρχει απτό δείγμα των συνεπειών της πολιτικής που προτιμήθηκε!

Υπάρχουν ενώπιόν μας:

- τα αποτελέσματα της ύφεσης και του ανομολόγητου αποπληθωρισμού στην ευρωζώνη,

- η αδυναμία να ελεγχθεί ουσιαστικά η ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, ως δυνάμει δήθεν εναλλακτικής πρότασης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αν και αντίκειται ακριβώς σ’ αυτήν την προοπτική,

- η «αναποτελεσματική» (και υπό αναθεώρηση) πολιτική διεύρυνσης της Ε.Ε., εφ’ όσον οι προτιμώμενες προς ενσωμάτωση χώρες (Βαλκάνια) ή και οι ήδη ενσωματωμένες (Βαλτικές χώρες), προφανώς φέρουν άλλα αίτια επιλογής τους (π.χ. γεωπολιτικές σκοπιμότητες) από την καθαρή συμβολή τους στην ενοποίηση (και επειδή ελέω κρίσης το κόστος ενσωμάτωσης των πραγματικών στόχων δεν καταβάλλεται από τις χώρες στον πυρήνα του ενιαίου νομίσματος»,    

- η απομυθοποίηση του ανέκλητου της πορείας του ενιαίου νομίσματος, από άφρονες αναφορές περί grexit,

- η αντιστροφή του ηθικού πλεονεκτήματος του ευρωπαϊκού καπιταλισμού έναντι «άλλων καπιταλισμών» (αμερικάνικος, ιαπωνικός), ένεκα της αποδόμησης  των κρατικών συστημάτων -συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων κοινωνικής αλληλεγγύης- στις φτωχότερες χώρες της ευρωζώνης, και

- η θεαματική ανισοκατανομή του πλούτου υπέρ των ισχυρών (κυρίως με τα βάρη της διάσωσης του ενιαίου νομίσματος να πέφτουν στους φτωχότερους - http://www.star.gr/Pages/Oikonomia.aspx?art=269404&artTitle=oi_ftochoi_plirosan_tin_krisi_katevalan_perissoterous_forous_kata_337) (...και ολόκληρη η μελέτη στο http://www.simplesite.com/builder/pages/preview3.aspx?InitPreview=true&pageid=414923945)

Θα προλάβει η ενοποίηση της Ευρώπης, είτε την αλλαγή οικονομικής πολιτικής της Δεξιάς, είτε την «κωλοτούμπα» της Αριστεράς, για να διασωθεί και να αναζωογονηθεί  το όραμα της δημοκρατικής σύγκλησης; Προσώρας τούτο δεν είναι ευκρινές. Και η απαισιοδοξία ομού μετά της ενδυνάμωσης της ακροδεξιάς ξεχωρίζουν.

Ευχή και ελπίδα να αντιστραφεί η πορεία της ευρωπαϊκής αποδόμησης! Θα φανεί μέσα στα επόμενα 2-3 χρόνια.       

Είναι «παράνομη» η ανατροπή των συστημάτων;

 Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

(Με αφορμή την καθημερινότητα των δημοσιευμάτων μιας εφημερίδας)

 - «…θα μπορούσε… …η ελληνική κυβέρνηση να γίνει πιο μετριοπαθής και πιο υπεύθυνη, μέσα από τη σύμπραξη για παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ με το Ποτάμι;…», διερωτάτο ο ένας από τους πολιτικούς σχολιαστές της εφημερίδας.  

- «…η διαπραγματευτική δύναμη της κυβέρνησης μεταφράστηκε γρήγορα σε όρους αντισυμβατικής εμφάνισης και συμπεριφοράς. Οι νέοι πρωταγωνιστές κατάφεραν να κατευθύνουν τη δημόσια συζήτηση επί μακρόν όχι στο περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ή στις συμμαχίες που (δεν) βρήκαν, αλλά στο ύφος ζωής που φέρουν…», διαπίστωνε ο δεύτερος σχολιαστής.

- «…ένας άλλος όρος τοτέμ είναι η εθνική κυριαρχία. Τη θέλουμε απαραβίαστη, αδιάφορο πως λειτουργεί. Το ελληνικό κράτος χρωστάει τη δημιουργία του στην παραβίαση της κυριαρχίας ενός άλλου κράτους στο Ναυαρίνο. Αυτό όμως είναι άλλου παππά ευαγγέλιο. Εμείς δεν θέλουμε να χώνουν οι ξένοι τη μύτη τους στα εσωτερικά μας, ούτε καν για να μας πιέσουν να περιστείλουμε την ασυδοσία της ολιγαρχίας μας. Γιατί είναι δική μας ολιγαρχία και μπορεί να (μας) κάνει ό,τι θέλει…», αποφαινόταν ο τρίτος σχολιαστής.   

- «…Ο φόβος της κυβέρνησης για την ίδια την κοινοβουλευτική της Ομάδα, όπως αποδείχτηκε με την άρνηση να φέρει τη γενικόλογη “συμφωνία” της 2ης Φεβρουαρίου στη Βουλή, θέτει το ερώτημα αν υπάρχει επί της ουσίας δεδηλωμένη ή αν η κυβέρνηση και ο κ. Τσίπρας είναι αναγκασμένοι να κυβερνούν με “μεταβαλλόμενες” πλειοψηφίες, ανάλογα με το θέμα…», δήλωνε ο τέταρτος αναλυτής.  

Κι ακολουθούσαν κι άλλοι… Πολλοί…

Μετά από ενδελεχή έρευνα στις σελίδες της εφημερίδας πολύ δύσκολα θα μπορούσες να βρεις κάποιαν εναλλακτική αναλυτική προσέγγιση στη διακυβέρνηση Τσίπρα. Δηλαδή, μια μονομέρεια εντυπωσιακή και γεροντικά επίμονη!

Και, βεβαίως, ουδέν μεμπτόν έως εδώ! Αυτό πιστεύουν οι αναλυτές που έχει επιλέξει η διεύθυνση της εφημερίδας να εκφράζουν την άποψή τους μέσα απ’ τις σελίδες, αυτό και γράφουν. Και κρίνεται η ευρύτητα αντιλήψεων που περιλαμβάνεται στις ανωτέρω εκτιμήσεις και στη γενική κατεύθυνση του εντύπου.

Υπάρχει, όμως, κι ένα κομμάτι -αθέατο διά γυμνού οφθαλμού-, που αφορά στη βάση παραδοχών που συνιστούν και το πεδίο επί του οποίου δομούνται οι αναλύσεις αυτές: Η διάγνωση ότι «η χώρα πηγαίνει στα βράχια»!

Όχι, βέβαια, επειδή τα επιχειρήματα είναι κατ’ ανάγκην ισχυρά. Για παράδειγμα:

- Από πού τεκμαίρεται ότι θα ήταν «πιο υπεύθυνη» μια διακυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-Ποταμιού; Έχει ο αναλυτής που το υποστηρίζει τεκμήρια πολιτικής σοβαρότητας και υπευθυνότητας από το νεοπαγές κόμμα; Μπορεί να υποστηριχτεί σοβαρά από κανέναν ότι υπάρχουν τέτοια τεκμήρια;

- Πώς αποδίδεται με τόση ελαφρότητα στην κυβέρνηση ότι εκείνη ήταν που προτίμησε να οδηγήσει την επικαιρότητα «…όχι στο περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ή στις συμμαχίες που (δεν) βρήκαν, αλλά στο ύφος ζωής που φέρουν…»; ‘Άλλο είναι να σχολιάζεις και να κρίνεις επικοινωνιακές υπερβολές μεμονωμένου κυβερνητικού στελέχους και άλλο να αποδίδεις αυτές τις υπερβολές σ’ ένα «επικοινωνιακό σχέδιο» κυβερνητικής πολιτικής. Και από πού άραγε προκύπτει ότι υπάρχει τέτοιο κυβερνητικό σχέδιο; Τουναντίον, περί του αντιθέτου αναφορές κυβερνητικών στελεχών υπάρχουν.

- Πώς περίπου καταγγέλλεται ως λανθασμένη και επικίνδυνη η θεώρηση της εθνικής κυριαρχίας ως όρου τοτέμ; Αν είναι προσωπική άποψη του σχολιαστή (και απολύτως περιθωριακή στην Ελλάδα και διεθνώς) ότι αυτό το στοιχείο θα πρέπει να υποχωρήσει  ως κριτήριο κατανόησης από μια χώρα και έναν πληθυσμό του ρόλου τους στην ιστορία και στις απαιτήσεις των καιρών, εν τάξει προσωπική άποψη είναι. Πώς, όμως, με βάση τόσο περιθωριακές παραδοχές μπορεί να αρθρώνεται κριτικός λόγος για την αντίδραση της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης στο ότι επιχειρούν «…να χώνουν οι ξένοι τη μύτη τους στα εσωτερικά μας…»; Και μάλιστα με επέκταση των συνεπειών της αυθαίρετης παραδοχής του γράφοντος περί εθνικής κυριαρχίας σε ζητήματα Οικονομίας και εγχώριων ολιγαρχών. (Και αφήνω τα περί Ναυαρίνου κατά μέρος, γιατί αν μπαίναμε σε τέτοια συζήτηση θα ήταν σαν να ξεκινάγαμε και πάλι σήμερα τη συζήτηση περί της ελευθερίας του ανθρώπου! Λες και η εξέγερση των μαύρων δούλων στις Η.Π.Α. για την προσωπική ελευθερία τους δεν ήταν κάτι  «παράνομο» όταν εκδηλώθηκε. Αυτές τις μέρες, μάλιστα, κατά σύμπτωση έχει πλημμυρίσει το διαδίκτυο από αναφορές και εικόνες από τη σύλληψη της μαύρης γυναίκας που στη δεκαετία του ’50 τόλμησε να καθίσει σ’ ένα λεωφορείο στις θέσεις των λευκών).

- Τέλος, πώς μπορεί να αμφιβάλλει περί της δεδηλωμένης κάποιος εξ αφορμής μιας αμφιλεγόμενης υποχρέωσης περί προσκόμισης στη Βουλή μιας («γενικόλογης», αναγνωρίζει κι ο ίδιος) συμφωνίας; Μόνο η «αποψάρα» του σχολιαστή λέει την αλήθεια; Με εφόδιο ιδεολογικοπολιτικές ιδιοτέλειες μπορούν να τίθενται ζητήματα συνταγματικής τάξης και τελικά δημοκρατικής ομαλότητας; (Γιατί ιδεολογικοπολιτική ιδιοτέλεια υπάρχει σε ακαδημαϊκούς τεχνοκράτες, που ασχολούνται με την Πολιτική!  Με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων μιαν αναφορά του κ. Χαρδούβελη περί των ανησυχιών του -κι εκείνου- μπας και «πέσουμε στα βράχια». Συγκεκριμένα, ένας φίλος μου σχολίασε πως θα πρέπει να είναι σεβαστή η άποψή του, επειδή ο πρώην υπουργός Οικονομικών είναι άξιος τεχνοκράτης. Μα, …ως πολιτικός μίλησε ο κ. Χαρδούβελης, φίλε μου. Και κάποια στιγμή ο μύθος των τεχνοκρατών που έρχονται να καλύψουν τις ανημπόριες της Πολιτικής πρέπει να τελειώσει. Όποιος τεχνοκράτης επιλέγει να κάνει Πολιτική, πολιτικά θα κρίνεται για τις αναφορές και τη στάση του, και όχι επιστημονικά! Αλλιώς, θα καταλήξουμε στα δημοκρατικά ελλείμματα που βιώνει η «υπερεθνική» Ε.Ε. και που πλέον δημιουργούν τέτοια προβλήματα, ώστε και ο ίδιος ο κ. Γιουνγκέρ να αναγκάζεται σχετικά με την Ελλάδα να δηλώνει (και μάλιστα στη γερμανική εφημερίδα Die Welt): «Δεν είναι αποδεκτό ένας πρωθυπουργός να πρέπει να διαπραγματεύεται μεταρρυθμίσεις με αξιωματούχους. Ο ένας είναι αιρετός, οι άλλοι δεν είναι». http://mignatiou.com/2015/03/filelliniko-xespasma-tou-zan-klont-giounker-ligi-ora-prin-to-eurogroup/).

Τελικά, όμως, υπάρχει και κάτι πέρα και πάνω απ’ αυτά! Πάνω απ’ τον εμμονικό γεροντισμό, την αναλυτική μονομέρεια (που έχει «κόστος αληθείας») και μακράν της ιδεολογικοπολιτικής ιδιοτέλειας που ανιχνεύονται σ’ όλα τούτα. Είναι η επιβεβαίωση της «αριστοκρατικής» ματιάς στις εξελίξεις, της μόνης οπτικής που διαθέτει το «σύστημα» και τα μέσα ενημέρωσης που το στηρίζουν. « Ή εμείς ή καταστροφή», είναι θέση τους απέναντι στα προβλήματα της χώρας. Και κάπως έτσι είναι μοιραίο να ηττηθούν οι κομιστές αυτών των απόψεων, επειδή ποτέ η ιστορία και η ίδια η φύση δεν υποστηρίζουν την αναπαραγωγή συστημάτων, ο ρόλος των οποίων έχει ξεπεραστεί. Επομένως, αργά ή γρήγορα η αλλαγή θα θριαμβεύσει και παρ’ ημίν.

Ανθρωπιστική κρίση ή σκληρή ταξικότητα

Του Χρήστου ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Εχθές, συγκρουστήκαμε με μια φίλη καρδιάς, με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις! Εκείνη είναι σίγουρη πως έρχεται η καταστροφή από τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., εγώ -αν και ανησυχώ πολύ- αρνούμαι να δεχτώ ως αναπόφευκτες τις «προβλέψεις της κολάσεως»!
Λόγος της έντασης μεταξύ μας, όμως, υπήρξε κυρίως μια αποστροφή μου περί σκληρής ταξικής αναδιάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας, συνεπεία της εξαετούς κρίσης. Μαζί με την αυτοκριτική που κατέθεσα (καθ’ όσον φίλη καρδιάς, όπως είπα) για το ότι υποτίμησα τούτο το στοιχείο, παρ’ ότι το έχω επισημάνει εδώ και καιρό.

Εξηγούμαι: Νομίζω πως ο ταξικός αυτοπροσδιορισμός εκάστου εκ των πολιτών, όταν στέκεται απέναντι στις εξελίξεις, έχει καταστεί καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων, που έφερε την παρούσα κυβέρνηση στην ηγεσία της χώρας. Κι όμως! Εμείς εξακολουθούμε και κάνουμε κριτική πολιτικού φόρτου και επικοινωνιακών αξιολογήσεων για τις πολιτικές αποφάσεις και τις δράσεις, ενώ η κοινωνία εξεγείρεται στην κυριολεξία για τα προς το ζην. Ο προεκλογικός οικονομισμός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και ο διαρκής και αμετανόητος του Κ.Κ.Ε.), που συνιστούν παλαιόθεν sin equa non στοιχείο της ταυτότητας της αριστεράς, αδυνατούν απολύτως να εκφράσουν το βάθος και την έκταση του προβλήματος συσσώρευσης στην κοινωνική βαθμίδα των ιδιότυπων προλεταρίων του σήμερα τόσο πολλών ανθρώπων. Και μάλιστα, τούτο να συμβαίνει στην καρδιά της ίδιας της Ευρώπης.
Έτσι, ο ριζοσπαστισμός μεγάλων ομάδων πολιτών, ήρθε ως φυσική συνέπεια τούτης της αναδιαρθρωμένης ταξικής συγκρότησης της ελληνικής κοινωνίας της κρίσης. (Κι αν στην Ελλάδα αυτό εκπροσωπήθηκε από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., στις περισσότερες περιπτώσεις πολιτικώς ωφελήθηκε περισσότερο ο νεο-ναζισμός).

Η κυβερνητική ρητορεία περί παρεμβάσεων ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της «ανθρωπιστικής κρίσης», δεν είναι παρά μια αστοχία ολκής! Διότι, ασφαλώς δεν είναι «ανθρωπιστική κρίση» η διεύρυνση της φτώχειας, ακόμη και με τόσο μαζικό τρόπο. Ανθρωπιστική κρίση είναι όταν καταγράφεται μαζική λιμοκτονία, κατά κανόνα από φυσικές καταστροφές ή πολέμους. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οφείλει να ενεργοποιείται η διεθνής κοινότητα, ώστε ο παράγων της ανθρώπινης αλληλεγγύης σε διεθνή κλίμακα να προσπαθεί να απαλύνει τις συνέπειές τους. Κι εδώ, στην Ελλάδα δεν ομιλούμε περί αυτού!

Η κυβερνητική ρητορεία περί ανθρωπιστικής κρίσης είχε, λοιπόν, κίνητρα προσέλκυσης εκλογικής πελατείας πρωτίστως. Και η αξιοποίηση τέτοιας πολιτικής ατζέντας από μεριάς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αποδεικνύει πόσο επιδερμική πολιτική ανάλυση βρίσκεται πίσω από την ιδεολογικοπολιτική βάση, επί της οποίας στηρίζεται η γραμμή του κυβερνώντος κόμματος.

Επιπροσθέτως, η απόπειρα να σκιαγραφηθεί, να αναλυθεί και να εγκαθιδρυθεί στην αίσθηση της κοινής γνώμης, εγχώριας, ευρωπαϊκής και διεθνούς, ότι το πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας έχει βάση ανθρωπιστική και όχι ταξική, αποτελεί κατά τη γνώμη μου σοβαρότατο σφάλμα πολιτικής στρατηγικής για τη χώρα. Διότι πάνω στην ηθική προέλευση της έννοιας του ελέους των ισχυρών και των πολιτισμένων πιστωτών μας προς εμάς, τεκμηριώνεται και η βοήθεια που παραχωρείται στη χώρα, ενώ εδώ εντοπίζεται σ’ ολόκληρη την ήπειρο σοβαρότατο θέμα, σε ό,τι αφορά τον τρόπο κατανομής του παραγόμενου πλούτου. Ένας ευρωπαϊκός καπιταλισμός, δηλαδή, του οποίου οι ταξικές ανισότητες δομούνται πλέον και με όρους διαφοροποιήσεων από χώρα σε χώρα. (Πιθανότατα, ένεκα του ότι η προσπάθεια επιτάχυνσης της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης διά του ενιαίου νομίσματος, φυσικά μετεξελίσσεται σε διαμόρφωση ταξικών διαρθώσεων, διευρωπαϊκής πλέον, και όχι εθνικής και μόνον εμβέλειας. Είναι σαν οι Έλληνες «κάτοικοι» των χαμηλότερων ορόφων της ταξικής πυραμίδας να υφίστανται τις συνέπειες μιας διπλής εκμετάλλευσης: α. από την ελληνική κεφαλαιοκρατία προς τους Έλληνες εργαζομένους, και β. από τις πλούσιες χώρες προς τις φτωχές. Το φαινόμενο της «άνισης ανταλλαγής» -κυρίως ως προς τις οικονομικές του συνέπειες και με υποτίμηση των κοινωνικών του επιπτώσεων- είχε ήδη περιγραφεί από τους νεομαρξιστές της δεκαετίας του ’80, που ιδεολογικοπολιτικά καταδιώχτηκαν απηνώς ως ρεφορμιστές από τους μαρξιστές-λενινιστές, των πολιτικών προγόνων του σημερινού ΣΥ.ΡΙΖ.Α. -του Κ.Κ.Ε. εσ.- συμπεριλαμβανομένων).

Σε τέτοιες συνθήκες, οι εξελίξεις μαρτυρούν πως το φαινόμενο του διαρκώς διευρυνόμενου αποθέματος που συσσωρεύουν οι πλούσιες χώρες σε βάρος των φτωχότερων χωρών (η παλιότερη αντίθεση που έμεινε γνωστή ως αντίθεση Βορρά-Νότου), σήμερα έχει οξυνθεί. Κι αν στη δεκαετία του ’80 ο Ανδρέας Παπανδρέου έθεσε στην τότε ΕΟΚ το πρόβλημα (κερδίζοντας κατ’ αρχήν τα λεγόμενα Μ.Ο.Π. και εν συνεχεία σε μόνιμη βάση τα «πακέτα στήριξης», τώρα πια γνωστά και θεσμοθετημένα ως ΕΣΠΑ), σήμερα τούτη η πολιτική έχει σ’ ολόκληρη την Ευρώπη εξαντλήσει την πολιτική, οικονομική και κοινωνική αποτελεσματικότητά της, ως παράγων συνοχής της ενοποιητικής διαδικασίας.

Σ’ αυτά δεν απαντάς με ρητορείες περί «ανθρωπιστικών κρίσεων», ούτε με νεο-κεϋνσιανισμούς έμπνευσης ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλ’ ούτε βεβαίως με την «καταληκτική» κομμουνιστική εξαγγελία που διακινεί αμετανόητα το Κ.Κ.Ε.. Σ’ αυτά, μια γνήσια αριστερά απαντά με ιδεολογικοπολιτικές αναφορές που επιχειρούν να κάνουν τους ευρωπαίους πολίτες κοινωνούς των διαπιστώσεων περί ακραίας ταξικής συγκρότησης του οικοδομήματος του ευρώ, ορίζοντας έτσι και τους δυνάμει πολιτικούς και οικονομικά αναδιανεμητικούς στόχους, που θα μπορούσαν να εγγυηθούν στο μέλλον μιαν Ευρώπη πραγματικής συνοχής, δημοκρατίας και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Αλλιώς, τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδας ή στήριξης των φτωχότερων χωρών της ευρωζώνης, θα εξαντλούν την αιτιολόγησή τους σε «ανθρωπιστικές παρεμβάσεις», αφήνοντας το γνήσιο αίτημα της ισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους να υπηρετείται από ιδεολογικοπολιτικές «αρπαχτές» της μορφής του «εξισωτισμού», οδηγώντας την αριστερά σε αδιέξοδο και τις κοινωνίες σε απώλεια κάθε ελπίδας.

Κυριακή, 1/3/2015

 Ο Γιώργος Ξένος, έφτιαξε αυτούς τους

Ο Γιώργος Ξένος, έφτιαξε αυτούς τους "συρμάτινους ανθρώπους". Όλους εμάς (;)

Σχόλια

10.03.2015 20:54

Κλεάνθης Παππάς

Να στέλνεις e-mail ,απαρεγγλήτως !

Τελευταία σχόλια

11.09 | 11:45

Αυτονόητα πράγματα που τόσο απλά και κατανοητά παρουσιάζονται. Ελπίζω κάποια στιγμή η πλειονότητα των Ελλήνων να το κατανοήσει.

08.05 | 07:46

Εξαιρετικό.

23.01 | 09:13

Mου αρεσε η αναλυση σου Χριστο

30.11 | 15:57

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση στηριγμένη σε πραγματικά γεγονότα

Κοινοποίηση σελίδας